ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: ΔΑΦΝΗ

  1. Κάπου στην Ιταλία

   α. Padova, Δευτέρα 15/10/1979

-Σκοτάδι… Κοιμάσαι! Καλά τι ώρα με έστειλες να μπω μέσα σου;  Many, ξύπνα, ήρθα να σου κάψω φλάντζες σήμερα!

Από πού ήρθε πάλι αυτή η φωνή; Η τηλεόραση είναι κλειστή και το μόνο που ακούγεται είναι το ραδιόφωνο δυνατά για να καλύπτει τα βογγητά μας, -λες και θα μας παρεξηγούσαν οι διπλανοί! Αριστερά έμενε η Marina που εκδιδόταν απ τις τέσσερις το μεσημέρι στην Fiat από την δεξιά πλευρά του δρόμου και δεξιά από το διαμέρισμα του Άτλαντα έμενε η Daria, -Dario στην πραγματικότητα-, που έκανε πιάτσα απέναντι. Από την μια πλευρά του δρόμου τα πραγματικά κορίτσια κι απέναντι τα αγόρια που ονειρεύονταν να ήταν κορίτσια… Από τα τριάντα διαμερίσματα στην πολυκατοικία που μένω, τα είκοσι-πέντε τα είχαν πόρνες και τραβεστί που είχαν στέκι την Fiat. Τα άλλα τρία διαμερίσματα τα νοικιάζουμε Έλληνες και τα υπόλοιπα δύο Ιταλοί φοιτητές. Τα νοίκια είναι πάμφθηνα, μιας και ποιος οικογενειάρχης θα έβαζε γυναίκα και παιδιά σε τέτοιο κέντρο ακολασίας; Κι όμως η πολυκατοικία είναι νεόκτιστη και τα διαμερίσματά μας υπέρ-λουξ!

Στριφογύρισα στα σεντόνια μου και ξάπλωσα πάνω στο στήθος του Raimondo, Alessandro όπως ήθελε να τον αποκαλώ στις ιδιαίτερες στιγμές μας. Με χούφτωσε παιχνιδιάρικα και ήμουν σίγουρη πως θα τον άντεχε κι έναν τρίτο γύρο. Τρίτο, ίσως τέταρτο; Ήμουν πολύ μεθυσμένη για να μετράω σωστά έτσι κι αλλιώς.

-Tesoro devo andare, -θησαυρέ μου πρέπει να φύγω-,αύριο έρχεται η Donatella. Θα μείνει μέχρι την Κυριακή το μεσημέρι και μετά τα δυο μας θα παίξουμε ξανά όσο θέλεις.

Σηκώθηκε απ το κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται αργά. Σηκώθηκε απ το κρεβάτι μου και βούλιαξα πάλι σ’ αυτό που ήμουν και που το ξεχνούσα κάθε φορά που μου τηλεφωνούσε να συναντηθούμε στο μπαρ απέναντι από τα giardini -κήπους-, για έναν καφέ με cornetto και μετά στο σπίτι μου για σεξ.

Δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε σαν ζευγάρι, δεν ήμασταν ζευγάρι στην πραγματικότητα. Έτσι κι αλλιώς και να το έλεγα ποιος θα με πίστευε πως ο Raimondo κοιμόταν μαζί μου; Ο Raimondo και η Δάφνη, μας δουλεύεις κορίτσι μου; Πρώτα απ όλα ο Raimondo ήταν αρραβωνιασμένος με την καρα-γκομενάρα την Donatella την δίμετρη που έκανε μεταπτυχιακό στην Ρώμη. Κάθε φορά που γύριζε στην Padova, -κάθε δεύτερη βδομάδα-, το ζευγάρι κυκλοφορούσε παντού, ο ένας πάνω στον άλλον ερωτευμένοι όσο κανείς άλλος. Κατά δεύτερον πότε έχεις κοιταχτεί τελευταία φορά στον καθρέφτη; Καλά φαντασιώνεσαι πως το κάνεις με τον πιο ωραίο φοιτητή της πόλης απλά και μόνο επειδή παρακολουθείτε μαζί το ίδιο μάθημα και κάθεστε δίπλα-δίπλα; Καημένο κοριτσάκι, ο Raimondo αλλάζει ακόμα και όνομα κάθε φορά που σου τηλεφωνεί για να βρεθείτε ερωτικά. Όταν είναι να συναντηθείτε για διάβασμα στην βιβλιοθήκη ή στην εστία η φωνή του είναι φιλική και χαρούμενη.

-Ciao Dafni, ho qualche tempo per aiutarti oggi.  Ti va di vederci? -γεια σου Δάφνη, έχω λίγο χρόνο να σε βοηθήσω σήμερα. Τι λες, βρισκόμαστε;

Αντίθετα όταν ήταν να συναντηθούμε ερωτικά με πρόφαση το διάβασμα η φωνή του ήταν μπάσα και σεξουαλική και χρησιμοποιούσε το δεύτερο όνομά του, Alessandro.

Ο Raimondo μου δίνει άλλο ένα σκαστό φιλί και παίρνει τα βιβλία του που είχε πετάξει στο τραπέζι της κουζίνας. Σιγά μην διαβάσαμε όλες αυτές τις ώρες. Από τις εφτά το απόγευμα που φτάσαμε στο σπίτι μου κάναμε σεξ, μαγείρεψα και φάγαμε και μετά κάναμε σεξ και μετά ξεκουραστήκαμε και πάλι σεξ, άρα τρεις φορές. Α! λάθος και μια που το ξανά-κάναμε κάνοντας μπάνιο πριν να ξεκουραστούμε, πφφφ τέσσερις! Ή στο μπάνιο το κάναμε χτες; Όταν πίνω με πίνει, μπερδεύω τον χρόνο, τις πράξεις, το ποια είμαι εγώ η ίδια. Ίσως να φταίει κι αυτό που καπνίσαμε χτες με τον Raimondo το αγόρι μου.

Το αγόρι μου… ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι. Εγώ μπορεί να ελπίζω, εγώ μπορεί να ονειρεύομαι, αλλά ο Raimondo είναι αρραβωνιασμένος με την Donatella την δίμετρη γκομενάρα… Την Donatella που είναι ψηλή, πανέμορφη με αλαβάστρινη λεπτή επιδερμίδα, γαλάζια μάτια και ολόξανθα, μακριά, μέχρι την μέση ολόισια μαλλιά. Η Donatella είναι η Barbie της πόλης, όλοι είναι ερωτευμένοι μαζί της, άνδρες-γυναίκες. Ακόμα κι εγώ είμαι ερωτευμένη με την Donatella, μακάρι να ήμουν η Donatella και να με αγαπούσε ο ονειρεμένος Raimondo που τόσο πολύ την λάτρευε. Από την άλλη πόσο πολύ την λάτρευε αφού την απατούσε μαζί μου; Ή μήπως απατούσε εμένα μαζί της; Μερικές φορές τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα και τα αισθήματα ακόμα πιο πολύ.

 BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα (Δάφνη)

   α. Καρδίτσα, Παρασκευή 20/12/1972

  1. i. Το τρίτο παιδί

-Δάφνη, σταμάτα πια να παίζεις το ίδιο και το ίδιο τραγούδι! Φτάνει, έλεος πια, φτάνει λέμε, τα νεύρα μου κρόσσια!

Ο Γιάννης χτυπούσε με χέρια και πόδια την κλειδωμένη πόρτα του υπνοδωματίου μου ουρλιάζοντας και μάταια προσπαθώντας να καλύψει την φωνή του Alice Cooper και την μουσική να παίζει όπως μου άρεσε -στην διαπασών-, και συγχρόνως την φωνή της επαναστατημένης δωδεκάχρονης, -δηλαδή εμού αυτοπροσώπως-, να συνοδεύει τον Alice.

-Well we got no choice, all the girls and boys, makin’ all that noise… ξαναέβαλα το δισκάκι στο πικ-απ και άρχισα να παίζω μια ανύπαρκτη ηλεκτρική κιθάρα με τεχνική που κι ο πιο cool ροκ κιθαρίστας θα ζήλευε! Συγχρόνως τραγουδούσα όσο πιο δυνατά μπορούσα γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής εμείς οι ροκ άνθρωποι έχουμε φωνή καμπάνα, all right man?

-Ρε σεις οι δυο, σταματήστε! Ρε Γιάννη κάθεσαι και μαλώνεις με ένα μωρό που σε παίζει έτσι κι αλλιώς στο μικρό της δαχτυλάκι;

Αυτός ήταν ο Νίκος, ο άλλος μου ο αδελφός, ο μεγαλύτερος, ο ‘γέρος’ όπως του πετούσα συχνά-πυκνά στα μούτρα! Δυστυχώς αυτουνού δεν του είχα βρει ακόμα την ευαίσθητη χορδή, ότι και να του έλεγα, ότι και να του έκανα, μ’ άρπαζε όποτε πρόφταινε και με βασάνιζε ‘όπως ακριβώς σου πρέπει, μικρή πορδή’, -και δυστυχώς εννιά φορές στις δέκα πρόφταινε αν και για να λέμε την πλήρη αλήθεια μπορεί και να τον άφηνα κι εγώ να με προφταίνει…

-Ω! Χριστέ μου τι αμαρτίες έχω κάνει στην ζωή μου, βογκούσε η μάνα μας η Κατερίνα κάθε που έβλεπε το μεγάλο της το σπλάχνο να κυνηγάει το πιο μικρό της σπινιάροντας με τρακτερωτά παπούτσια πάνω στο καλογυαλισμένο παρκέ από δωμάτιο σε δωμάτιο!

-Μια μόνο και καθοριστική, της φώναζε η Νίκος: την γέννησες! συνεχίζοντας ακάθεκτος το κυνήγι της μικρής πορδής -εμού αυτοπροσώπως όπως αυτοσυστήθηκα και σε προηγούμενη παράγραφο, μην λέμε τα ίδια και τα ίδια και είναι πλεονασμός σε λογοτεχνικά κείμενα!

Ο Νίκος ήταν άτεγκτος στις τιμωρίες… Ξεκινούσε με την δεξιά μπουνιά να τρίβει ασταμάτητα την κορυφή του κεφαλιού μου μέχρι να ηλεκτριστεί κάθε μια και όλες μαζί οι μακριές τρίχες της κεφαλής μου! Συνέχιζε την βάρβαρη τιμωρία με κραυγές του στυλ ‘ντίγκι-ντίγκι’, ή ‘κάτσι-κάτσι-κάτς’ ή ‘μπιριμπίρι μπιριμπή, η μικρή μου η πορδή, που την έχω αδελφή’ ενώ με γαργαλούσε όπου έβρισκε και μέχρι να μου κοπεί η ανάσα απ τα γέλια! Και το χειρότερο το άφηνε για το τέλος. Με πετούσε στον αέρα και με κάθιζε στους ώμους του και έτρεχε σ’ όλο το σπίτι ανεβοκατεβαίνοντας και κατεβοανεβαίνοντας  ισόγειο-πρώτος όροφο-ισόγειο μέχρι που να εμφανιστεί από το ‘άντρο’ του -την βιβλιοθήκη του- ο μπαμπάς ρωτώντας με σοβαροεπίσημο ύφος: «Θα το γκρεμίσουμε το σπίτι μας σήμερα, έ; τι λέτε;» και συνήθως εκεί τέλειωνε η παράσταση Νίκος-Δάφνη.

-Σε γλύτωσε ο κύριος καθηγητής σιγοψιθύριζε συνωμοτικά ο αδελφός μου λέγοντας μεγαλόφωνα το ‘σε γλύτωσε’ και άηχα και μόνο ανοιγοκλείνοντας το στόμα το ‘ο κύριος καθηγητής’.

-Είπαμε κάτι; ρωτούσε ο πατέρας-κύριος-καθηγητής με ύφος που έδειχνε πως είχε πιάσει το άηχο μέρος της πρότασης. Το να χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για κάτι που δεν είχε πάρει μέρος πρέπει να έφταιγε πως είχε καταντήσει να μιλάει έτσι ακριβώς όπως δίδασκε.

Έτσι κι αλλιώς ο τελευταίος τροχός της άμαξας ήμουν πάντα στην οικογένειά μας. Το τρίτο παιδί που βρέθηκε στην κοιλιά της μάνας του κατά λάθος. Ω! ναι! ήμουν το παιδί-λάθος. Δέκα χρόνια μετά από τον μεγαλύτερο αδελφό μου τον Νίκο και οχτώ από τον άλλο μου τον αδελφό τον Γιάννη, οι γονείς μου είχαν αποφασίσει πως είχαν τελειώσει μια για πάντα με το θέμα τεκνοποίηση και ανάθρεμμα ενός ακόμα παιδιού και μάλιστα κοριτσιού. Ο μπαμπάς στα τριάντα οχτώ και πολύ γνωστός αρχαιολόγος και η μαμά παιδίατρος στα τριάντα πέντε, μόλις είχαν αποφασίσει να ασχοληθούν και πάλι με τις καριέρες τους πιο ενεργά μετά από την αναγκαία ανάπαυλα υποχρεωτικής απασχόλησης με τα παιδιά τους. Και μετά τους έπεσε το τζακ-ποτ, -εγώ!

Με την αναγγελία της εγκυμοσύνης της μαμάς ο μπαμπάς έφυγε για ανασκαφές στην Κύπρο για τέσσερα χρόνια. Και όσο η μαμά είχε να ασχοληθεί μ’ εμένα, τις πάνες, τις αρρώστιες μου και με τα αδέλφια μου που έμπαιναν στην εφηβεία με έναν πατέρα απόντα, ο μπαμπάς είχε να ασχοληθεί με τους αμφορείς και όλα τα φανταχτερά του μπιχλιμπίδια που ξέθαβε και γινόταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, καθώς και τις νεαρές φοιτητριούλες που τον περιτριγύριζαν και σύχναζε σε μπαρ μαζί τους και γινόταν και πάλι πρωτοσέλιδο.

Δεν χρειαζόταν να μου το πει κανείς, και ευτυχώς ήταν πολύ διακριτικοί για να μου το πετάξουν στα μούτρα πως ο ερχομός μου σε τούτον τον κόσμο ήταν η αιτία που όλα πήγαν κατά διαόλου στην ζωή τους.

Οι γονείς μου, ο Χριστόφορος και η Κατερίνα δεν χώρισαν ποτέ με διαζύγιο, εξακολουθούσαν να ζουν μαζί στο τεράστιο διώροφο σπίτι μας χωρίς να τυχαίνει να συναντιούνται για μέρες. Δυο ξένοι κάτω απ την ίδια στέγη… Και συνήθως όταν δεν συναντιούνταν ήταν πολύ πιο ευτυχισμένοι παρά όταν περνούσαμε μαζί ‘οικογενειακά’ Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Πάσχα. Κι αυτό όμως σιγά-σιγά άρχισε να συμβαίνει όλο και πιο σπάνια από την στιγμή που οι δυο γιοι της οικογένειας Κουρούτη-Περισσού άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν προς τις δικές τους εστίες.

Ο Νίκος πέρασε στην Ιατρική Αθηνών και μετά από δυο χρόνια τον ακολούθησε στην Αθήνα και ο Γιάννης που πέρασε στο Πολυτεχνείο. Τζακ-ποτ στην οικογένεια με τους δυο γιούς στις καλύτερες σχολές της Αθήνας και με τις υψηλότερες βαθμολογίες στις λίστες των επιτυχόντων. Οχτώ χρόνια αργότερα απ τον Γιάννη, εγώ πάτωσα με περισσή χάρη! Ούτε φιλολογία, μα ούτε καν Αγγλική φιλολογία ρε αδελφέ η μικρή; Κάθε καλοκαίρι δυο μήνες στα καλύτερα Αγγλικά κολλέγια ‘διακοπευόταν’ και όμως ούτε στην Αγγλική φιλολογία δεν πέρασε!

Ο πατέρας μου με είχε πάρει στο γραφείο του τον προηγούμενο Νοέμβρη για να μου δείξει «που δουλεύει ο μπαμπάς». Είχαμε -με την μαμά-, ‘κατέβει’ στην Αθήνα να δούμε τον Νίκο και τον Γιάννη αλλά και για να μου βάλει σιδεράκια ο οδοντίατρος-ορθοδοντικός που ήταν στο Κολωνάκι. Κι εκεί που περίμενα πως θα με πήγαινε σε κάποιο χωράφι, -σε χωράφια δεν σκάβουν οι αρχαιολόγοι;-, με πήγε στο Πανεπιστήμιο σε κάποιο γραφείο του τρίτου ορόφου που είχε ‘χτυπημένο’ σε μαύρο με χρυσά γράμματα το επίθετό του: Δρ. Κουρούτης-Περισσός.

Αυτό το ‘Δρ.’ το μισούσα, μου θύμιζε πόσο πολύ είχε γελάσει η μαμά με τους εφιάλτες μου όταν ήμουν στην πρώτη δημοτικού.

Είχα τρυπώσει στο ‘άντρο’ του μπαμπά, μια από τις ελάχιστες φορές που το πέτυχα ξεκλείδωτο. Είχε διπλή συρόμενη δρύινη πόρτα με χρυσά περίτεχνα χερούλια και κάτω από το δεξί είχε μια κλειδαριά που κλείδωνε. Εκείνη την μέρα όμως δεν ήταν κλειδωμένη η πόρτα, ίσως επειδή ο μπαμπάς δεν περίμενε πως θα ξυπνούσα καταμεσήμερο ντάλα καλοκαίρι να κόβω βόλτες στο σπίτι μας, και κυρίως να ανεβώ στον πάνω όροφο που ήταν το ‘άντρο’ του. Έτσι πετάχτηκε μέχρι το περίπτερο να αγοράσει καπνό. Είδε όμως και τα παγωτά και σκέφτηκε πως καλό θα ήταν να πάρει λίγο καϊμάκι, φυσικά σοκολάτα και οπωσδήποτε παρφέ που ήταν και το αγαπημένο μου.

Μπήκα στο ‘άντρο’ του μπαμπά και πφφφφ σιγά ρε παιδιά ο χώρος ο επικίνδυνος που δεν μου επέτρεπαν να μπω. Όλοι οι τοίχοι δεν ήταν τοίχοι, ήταν ξύλινα ράφια γεμάτα βιβλία, πολλά βιβλία, πάρα πολλά βιβλία, μα πραγματικά πάρα πολλά βιβλία λέμε! Όλοι οι τοίχοι που δεν ήταν τοίχοι ήταν τίγκα στο βιβλίο εκτός από μερικά σημεία που υπήρχαν φωτογραφίες του μπαμπά είτε σε χωράφια, -που μου φάνηκε και λογικό αφού ο μπαμπάς έσκαβε-, ή με κόσμο που δεν τον ήξερα, -γέροι χαμογελαστοί που του έσφιγγαν το χέρι και του έδιναν κάτι σαν βραβεία.

Αλλά το γραφείο του που καθόταν, -που τώρα δεν καθόταν γιατί όπως προείπα πετάχτηκε για καπνό και παγωτά-, ήταν πωπώ, βασιλικό γραφείο! Πολύ σκούρο μαόνι με λεπτοδουλεμένο σκελετό και πόδια λες και είχαν κολλήσει ή ‘χτίσει’ πάνω του λουλούδια και κλαριά. Και η πολυθρόνα ίδια, σπρωγμένη πίσω προς τον τοίχο-που δεν ήταν τοίχος-αλλά-βιβλιοθήκη! Ε! εντάξει ρε παιδί μου, ποιος θα με μάλωνε αν καθόμουν στην πολυθρονάρα του πόθου μου για ένα λεπτάκι; Άρχισα να πειράζω τα πράγματα πάνω στο γραφείο σχεδόν αμέσως… Μουτζούρωσα τα χαρτιά που έγραφε κι εκείνος και είχε μέσα σε ένα ακριβό, χοντρό ντοσιέ στην αρχή στα περιθώρια, μετά μου ξέφυγαν και  σε κάνα-δυο σημεία στα κείμενα και μετά μας πήρε η κάτω βόλτα! Δεν άφησα τίποτα χωρίς την …υπογραφή μου!

Και μετά είδα το τριγωνικό αντικείμενο, -του πόθου μου κι αυτό! Από μαόνινο ξύλο, τέλεια πλανισμένο με χρυσά γράμματα πάνω του: Δρ. Κουρούτης-Περισσός. Το πήρα στα χεράκια μου, το μύρισα, -τι ωραία μυρίζει το ξύλο-, το δάγκωσα, -χμμμ από γεύση μάλλον πίκριζε-, και έμεινα να διαβάζω ξανά και ξανά: δέλτα-ρο-τελεία Κου-ρού-της-Πε-ρι-σσός. Τι να σήμαινε αυτό το δέλτα-ρο-τελεία άραγε;

Και τότε μπήκε στο ‘άντρο’ του ο μπαμπάς κι εγώ ήμουν τόσο απορροφημένη να κάνω σκανταλιές που ούτε τον κατάλαβα! Να λέμε την πικρή αλήθεια ούτε που τον κατάλαβα που μπήκε στο σπίτι, ούτε που τον κατάλαβα που έβαλε τα παγωτά στην κατάψυξη, ούτε που τον κατάλαβα που ανέβηκε τις σκάλες για να βρεθεί στον δεύτερο όροφο. Κατάλαβα όμως που έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό με το που με είδε από το τέρμα της σκάλας να έχω ανοίξει την πόρτα της βιβιοθήκης-γραφείου του, να στρογγυλοκάθομαι στην θέση του, -στην πανάκριβη πράσινο-σκούρο δερμάτινο σε μαόνι πολυθρόνα του-, και να έχω αναποδογυρίσει το μελανοδοχείο του χύνοντας το μελάνι πάνω σε χαρτιά, βιβλία και το πράσινο-σκούρο δερμάτινο του  τραπεζιού το ντυμένο με μαόνι…

Σήκωσα το κεφάλι και χαμογέλασα ευτυχισμένα και περήφανα!

-Μπαμπά, κοίτα, ζωγράφισα με το μελάνι σου στα χαρτιά σου και τα βιβλία. Όμως έπεσε λίγο πάνω στο πράσινο του τραπεζιού και το καθάρισα με κάτι σελίδες που είχα λερώσει πιο πριν!

Η φωνή του μπαμπά πρέπει να ακούστηκε σ’ όλη την πόλη, -μιας κι όλη η πόλη ήξερε την επόμενη πως ο μπαμπάς είχε εγκαταλείψει την οικογένειά μας για άλλη μια φορά.

-Κατερίνααααα, τι την ξαμολάς την κόρη σου όπου λάχει; Ιωάννα, -η οικιακή βοηθός μας-, χρειάζομαι την βοήθειά σου!

Μαμά και Ιωάννα εμφανίστηκαν σε χρόνο ντε-τε, -πολύ μου άρεσε η έκφραση-, και άρχισε ο τρικούβερτος καυγάς.

Φυσικά και δεν έφταιγα εγώ, -κατά τον μπαμπά-, ένα παιδάκι που η μάνα του δεν του είχε μάθει τρόπους ήμουν, -ουφ ευχαριστώ μπαμπά σκέφτηκε το πίσω μέρος του εγκεφάλου μου!

Φυσικά και δεν έφταιγα εγώ, -κατά την μαμά-, ένα παιδάκι που ο πατέρας του αδιαφορούσε ακόμα και πριν την γέννησή του ήμουν, -ουφ ευχαριστώ μαμά σκέφτηκε το ίδιο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου!

Πανικός, αλλήλο-κατηγόριες, φωνές, κι ύστερα εμφανίστηκε ο μεγάλος μου αδελφός ο Νίκος και με πήρε αγκαλιά την ώρα που ξεσπούσα σε σπαρακτικά κλάματα αφού άλλος ένας τσακωμός του μπαμπά και της μαμάς με έκαναν να μην καταλαβαίνω γιατί οι δυο άνθρωποι που αγαπούσα τόσο πολύ δεν μπορούσαν ν’ αγαπηθούν μεταξύ τους καθόλου…

Αρπάχτηκα απ τον δεκαεξάχρονο αδελφό μου και έκρυψα το πρόσωπό μου στο στήθος του. Με κατέβασε στον κάτω όροφο στο δωμάτιο του Γιάννη και τον διέταξε:

-Ηρέμησε την Δάφνη!

Κι ύστερα έκλεισε την πόρτα και τον άκουσα να ανεβαίνει και πάλι τις σκάλες για τον πάνω όροφο. Και μετά άκουσα και πάλι φωνές, μόνο που τώρα φώναζε ο Νίκος κι ο μπαμπάς κι η μαμά σιωπούσαν.

Το ίδιο βράδυ ο μπαμπάς είχε φτιάξει πάλι βαλίτσες, -όχι εκείνες τις δυο που έκανε όταν έφευγε για λίγες μέρες αλλά εκείνες τις πολλές που γέμιζε το αμάξι του και ήταν για μήνες. Λίγο πριν φύγει ήρθε και με βρήκε στο δωμάτιό μου που έπαιζα με τις κούκλες μου.

-Βρε βρε βρε, τι κάνει η Φημονόη μου;

-Δεν θα αποφασίσετε ποτέ εσύ κι η μαμά ούτε καν για το όνομά μου…

-Και βέβαια αποφασίσαμε, έχεις δυο ονόματα, σε λένε και Δάφνη και Φημονόη. Δάφνη είναι το όνομα της γιαγιάς Ρεζά της μαμάς της μαμάς σου και Φημονόη είναι το όνομα της πρώτης Πυθίας. Πολλά-πολλά χρόνια πριν γεννηθείς ο μπαμπάς και η μαμά είχαν πάει εκδρομή στους Δελφούς. Είχαν κρυφτεί σε μια τόση δα στενή σπηλιά και εκεί που ο μπαμπάς με την μαμά ήταν σφιχταγκαλιασμένοι…

-Ήταν ποτέ ο μπαμπάς κι  η μαμά σφιχταγκαλιασμένοι;

Ο πατέρας μου με πήρε στα χέρια του και με ανέβασε στα γόνατά του. Μου έφτιαξε μια τούφα που πετούσε χτενίζοντάς την με τα δάχτυλά του και χαμογέλασε σε μια εικόνα που μόνο εκείνος έβλεπε πέρα απ τα όρια του τοίχου.

-Ο μπαμπάς κι η μαμά αγαπήθηκαν όσο κανείς άλλος, σφιχταγκαλιάστηκαν τόσο, όσο δεν φαντάζεσαι…

-Και τι συνέβηκε μετά μπαμπά;

-Η ζωή…

-Ε;;;;

Χαμογέλασε ξυπνώντας από το όνειρο και συνέχισε την ιστορία του.

-Και ο μπαμπάς είπε: Αν κάνουμε κόρη να της δώσουμε το όνομα της πρώτης Πυθίας που καθόταν εδώ; Για φαντάσου Κατερινάκι αγάπη μου τι όμορφο θα ακούγεται το κορίτσι μας! Δάφνη-Φημονόη! Κι έτσι ήταν σίγουρο πια πως έτσι θα σε λέγαμε κι η γιαγιά Αιμιλία, -η μαμά του μπαμπά-, παρά λίγο να πεθάνει απ την στενοχώρια της που δεν σου δώσαμε το όνομά της!

-Η γιαγιά Αιμιλία δεν μ’ αγαπάει!

-Αχαχά να μην ακούω τέτοια χαζά! Και βέβαια σε αγαπάει, τι είναι αυτά που λες; Πως σου μπήκαν τέτοιες σκέψεις;

-Όχι όσο τον Νίκο και τον Γιάννη…

-Αχ Δαφνούλα μου, -σπάνια ο μπαμπάς με έλεγε Δάφνη και το έκανε για να μου δείξει πόσο πολύ με αγαπούσε-, εμείς οι μεγάλοι πολλές φορές δεν ξέρουμε ή δεν θέλουμε να δείξουμε πως αγαπάμε αληθινά…

-Γιατί;

-Υπάρχει ένα τέρας που υπάρχει μέσα μας, το λέμε εγωισμό, κι όσο δεν το παλέψεις όταν πρέπει και δεν το σκοτώσεις όσο είναι νωρίς, γιγαντώνεται και γίνεται θηρίο και σε τρώει από μέσα προς τα έξω…

-Εσένα σε έφαγε, μπαμπά;

-Κι εμένα και την μαμά, μωρό μου, αγρίεψαν τα θηρία και των δυο μας…

-Ήρθες να μου πεις πως θα φύγεις πάλι ε;…

-Ναι… Αλλά να έρχεστε με τον Νίκο και τον Γιάννη στην Αθήνα τα Σαββατοκύριακα, ε;

-Εσύ, εδώ δεν θα ξανάρθεις;

-Και βέβαια θα ξανάρθω χαζούλα, εδώ είναι το σπίτι μου!

Το ίδιο βράδυ ο μπαμπάς μπήκε στο αμάξι του το γεμάτο βαλίτσες και πήγε να κοιμηθεί στο πατρικό του. Έφυγε για Αθήνα τα ξημερώματα της επόμενης και ξαναγύρισε πολλούς, μα πολλούς, μήνες αργότερα.

Στην αρχή τον επισκεπτόμασταν κάθε Σαββατοκύριακο, μετά κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κι έφτασαν και φορές που είχαμε να τον δούμε μέχρι και τρεις βδομάδες. Κι ύστερα, ένα απόγευμα κοντά στο καλοκαίρι εμφανίστηκε με το αμάξι του γεμάτο βαλίτσες και πάλι και ήταν η πιο γιορτινή μέρα του καλοκαιριού για μένα! Όχι πως μας είχε ξεχάσει, μας έστελνε δώρα με το λεωφορείο ή κάθε φορά που ο παππούς και η γιαγιά τον επισκεπτόταν, δώρα, κι ένα σωρό παιχνίδια και καλούδια! Αλλά ήταν αλλιώς να ανοίγεις δώρα στην άνεσή σου, στην αγκαλιά του πατέρα σου!

Εκείνες τις μέρες που είχε φύγει πάντως έζησα τον μεγαλύτερο, -ε καλά ας μην υπερβάλλουμε έναν απ τους πιο μεγάλους-, εφιάλτη της ζωής μου. Θυμάστε εκείνο το δέλτα-ρο-τελεία Κου-ρού-της-Πε-ρι-σσός που ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα στο μαόνινο τρίεδρο στο γραφείο του μπαμπά μου;

-Γιάννη τι θα πει δέλτα-ρο-τελεία Κου-ρού-της-Πε-ρι-σσός; ρώτησα μια-δυο μέρες αργότερα, -σαν το έφερα και πάλι το  τρίεδρο στο μυαλό μου-, τον αδελφό μου.

-Δεν σου το είπαν; Θέλεις να πεις πως δεν σε προειδοποίησαν; με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια με τρόμο ο αδελφός μου!

-Να μου πουν τι; έκανα έντρομη…

-Ε, ναι φυσιολογικό είναι, πωπώ πως το ξέχασα. Εμένα μου το είπε ο Νίκος κι εγώ πρέπει να περάσω το μυστικό σε σένα. Να θυμάσαι πως εσύ δεν μπορείς να το συζητήσεις με τον Νίκο, μόνο εγώ που είμαι ο επόμενός του. Εσύ μόνο μαζί μου, που είσαι η επόμενή μου μπορείς να το συζητήσεις και πάντα όταν είμαστε μόνοι!

-Να συζητήσω τι;

-Το μυστικό του δέλτα-ρο-τελεία Κου-ρού-της-Πε-ρι-σσός! Καλά δεν το υποψιάζεσαι τι μπορεί να σημαίνει; Δεν το νιώθεις κάθε που σου φυτρώνουν καινούρια δόντια;

-Να νιώθω τι;

-Πως είμαστε δράκουλες, απόγονοι γενιάς που ήρθε αιώνες πιο πριν από τα Βόρεια Ανατολικά!

-Σιγά ρε, ψέματα μου λες!

Α ναι, α ναι; Και τότε γιατί τρέχουν συνέχεια σε οδοντίατρους ο παππούς και η γιαγιά, ε; Ψέματα λέω ε; Να σε δω τι θα λες όταν ξυπνήσεις ένα βράδυ με τα δόντια να προεξέχουν απ το στόμα σου και δεν μπορείς να τα κρύψεις μες στο στόμα σου την επόμενη! Ξέχασες που ήμουν στον οδοντίατρο πριν δυο βδομάδες και γύρισα βογκώντας για μέρες; Μου λίμαρε ένα που δεν είχα προσέξει το βράδυ και μεγάλωσε πολύ!

Για τις επόμενες δέκα μέρες έμενα κάθε βράδυ άυπνη, κοιτώντας κάθε τόσο τα δόντια μου στον καθρέφτη. Υπήρχαν στιγμές, -κατά την διάρκεια της νύχτας-, που ήμουν σίγουρη πως έβλεπα κάποια να μεγαλώνουν πιο σουβλερά, αλλά έκανα τόσες πολλές και ασταμάτητες για ώρες προσευχές, που και πάλι υποχωρούσαν στο στόμα μου. Κοιμόμουν με το πρώτο φως της μέρας κι ενώ την πρώτη και την δεύτερη μέρα δεν φάνηκε πολύ στο σχολείο από την τρίτη -ή ίσως την τέταρτη- ‘ξαπόσταινα’ πάνω στα βιβλία μου από τα μέσα της πρώτης ώρας. Στα διαλείμματα κυκλοφορούσα σαν ζόμπι μέχρι που έβρισκα ένα παγκάκι να κοιμηθώ καθιστή και να με ξυπνήσει η κολλητή μου για να συρθώ μέχρι την τάξη μας και το θρανίο που μοιραζόμασταν σαν χτυπούσε και πάλι το κουδούνι για μέσα. Φρίκη, φρίκη να είσαι δράκουλας, απόγονος γενιάς που ήρθε αιώνες πιο πριν από τα Βόρεια Ανατολικά τελικά, δεν τις χρειαζόμουν εγώ τέτοιες τιμές, τον υπνάκο μου από τις εννιά το βράδυ μέχρι τις εφτά το πρωί ήθελα!

Κάπου εκεί με έπιασε να ροχαλίζω η δασκάλα μας, να ροχαλίζω βαριά όπως είπε στην μαμά…

-Μα το παιδί εδώ και μέρες είναι ‘άνευρο’, γιατρέ μου, δεν το παρατηρήσατε;

-Ναι, και όλο κοιμάται και πιο πολλές ώρες το μεσημέρι. Θα της κάνω εξετάσεις!

Ευτυχώς οι εξετάσεις δεν πρέπει να έδειξαν πως μεγάλωναν τα δόντια μου γιατί αλλιώς όλο και κάτι θα είχε κάνει η μαμά τι στο καλό! Κάτι πάντως πρέπει να βρήκε κακό γιατί με πλάκωσε σε σίδηρο και μουρουνέλαιο, -Χριστέ μου τα είδα όλα! Αυτό το μουρουνέλαιο βγαίνει από ψάρι και τα ψάρια έχουν κοφτερά δόντια, άρα κάτι έβλεπε να γίνεται με τα δόντια μου η μαμά που ήταν γιατρός και προσπαθούσε να με σώσει να μην φανερωθώ πως ήμουν δρακουλίτσα!

Την μέρα που λιποθύμησα στο σχολείο ήρθε η μαμά και με πήγε στο νοσοκομείο και έμεινε μαζί μου όλο το υπόλοιπο της μέρας και της νύχτας. Με το που νύχτωσε και άρχισα να ουρλιάζω σπαρακτικά πως χρειάζομαι καθρέφτη να ελέγχω κάθε τόσο όλο το βράδυ τα δόντια μου η μαμά απαίτησε να μάθει τι συμβαίνει… Λες ψέματα στην μαμά σου; δεν λες! Κι έτσι της ξομολογήθηκα το μυστικό μου που έπρεπε να μοιράζομαι μόνο με τον αμέσως μεγαλύτερο αδελφό μου! Δεν ξέρω ποια ήταν η τιμωρία του, -υποψιάζομαι πως ήταν πολλές-, αλλά για πολλά-πολλά χρόνια κάθε φορά που κάναμε κάποιο πάρτι ξαφνικά εκεί που μου είχε γυρισμένη την πλάτη στρεφόταν προς το μέρος μου έχοντας στο στόμα του ένα τραγανό ‘δρακουλίνι’ και γελούσε υποχθόνια σηκώνοντας τα χέρια του σαν κακός ‘Καρπάθουλας των Δρακουλίων’ όπως λέγαμε και ξεσπούσαμε σε γέλια!

Από το παράθυρο του γραφείου του μπαμπά μπορούσες να δεις την κίνηση στον δρόμο, τον κόσμο στα πεζοδρόμια και πολλά μα πολλά ταξί και αυτοκίνητα. Από τις δυο ο μπαμπάς άρχισε να κοιτάει το ρολόι του κάθε λίγο και λιγάκι αλλά κατά τις δυόμισι έδειχνε φανερά αναστατωμένος.

-Πότε είπε πως θα έρθει να σε πάρει η μαμά Φημονόη μου;

Ακόμα και στο όνομά μου δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν οι γονείς μου. Η μαμά και το σόι από την πλευρά της συνέχιζαν να με φωνάζουν Δάφνη, το πρώτο από τα δυο ονόματά μου, ενώ ο μπαμπάς και το δικό του σόι χρησιμοποιούσαν το δεύτερο που ο παπάς είχε σχεδόν πάθει εγκεφαλικό ακούγοντάς το μια και δεν ήταν Χριστιανικό αλλά ‘παγανιστικό’. Η παλιά η Φημονόη, -όχι εγώ-, ήταν η κόρη του θεού Απόλλωνα, -εγώ πάλι ήμουν η κόρη του Χριστόφορου που δεν ήταν θεός-, και έγινε η πρώτη Πυθία στο μαντείο των Δελφών. Εφηύρε τον εξάμετρο στίχο των χρησμών και σ’ αυτήν απέδιδαν την παλαίφατη ρήση αναγραμμένη στο χρηστήριο των Δελφών ‘γνώθι σαυτόν’, -να γνωρίζεις τον εαυτό σου.

-Δεν ξέρω μπαμπά, είπε πως μέχρι τις δυο θα έρθει να με πάρει.

-Πάει τρεις παρά τέταρτο κι εγώ έχω μάθημα στις τρεις…

-Θα την περιμένω ήσυχα-ήσυχα εδώ στο γραφείο σου, μην ανησυχείς.

Τρεις παρά δέκα-τρία ο πατέρας μου πήρε στο δεξί χέρι την πανάκριβη δερμάτινη μαύρη τσάντα του και με το αριστερό έπιασε το δεξί χεράκι μου.

-Πάμε να δεις που κάνει μάθημα ο μπαμπάς!

-Θέλω να μείνω εδώ να ζωγραφίζω στα χαρτιά σου!

Με κοίταξε με φρίκη και κάτι είπε μέσα απ τα δόντια του που σίγουρα είχε και το όνομα της μαμάς, δεν μπορεί να έκανα τόσο μεγάλο λάθος.

-Θα σου δώσω να ζωγραφίσεις στο αμφιθέατρο, θα σε βάλω στην πιο καλή θέση, μμμμ, μούρλια θα περάσουμε.

Νάτο πάλι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για κάτι που στην πραγματικότητα δεν θα έπαιρνε μέρος! Πόσο προβλέψιμος ήταν ο μπαμπάς-κύριος-καθηγητής…

Κι έτσι κάναμε μια βιαστική περατζάδα στους διαδρόμους μπροστά απ τα γραφεία των άλλων καθηγητών και όλο και κάποιες καλές κουβέντες άκουσα εκείνη την μέρα.

-Ποια είναι η ωραία δεσποινιδούλα που συνοδεύετε κύριε συνάδελφε; Φτου φτου φτου μια κούκλα, ευτυχώς που πήρε από την μαμά της!

-Πωπώ τι κουκλί είναι αυτό Χριστόφορε; Που το βρήκες να πάω να αγοράσω κι εγώ να πάω στην γυναίκα μου που μόνο κάτι αγριομούτσουνα μου γεννάει;

Κι ο μπαμπάς χαμογελούσε, κι όταν χαμογελούσε ο μπαμπάς ήταν ο πιο όμορφος μπαμπάς του κόσμου, ίσως κι ο πιο όμορφος άνδρας του κόσμου! Κι είχα μια υποψία πως αυτό το χαμόγελο είχε και μια περηφάνια, -μπορεί να κάνω λάθος αλλά έτσι μου φάνηκε!

Το αμφιθέατρο ήταν γεμάτο με μεγάλους ανθρώπους σαν και τον μεγαλύτερο τον αδελφό μου τον ‘γέρο’.

-Καλησπέρα είπε ο μπαμπάς και όλοι απάντησαν και η ατμόσφαιρα γέμισε με χαιρετισμούς. Σήμερα μαζί μας θα είναι και η μικρή μου η κόρη η Φημονόη. Μην ενοχλείστε, θα καθίσει εκεί στην πρώτη σειρά και σαν καλό κορίτσι που είναι θα ζωγραφίσει στα χαρτιά μου.

Κι έτσι έκανα τα πρώτα δέκα λεπτά τουλάχιστον. Μετά, …μετά βαρέθηκα και διακριτικά πήρα ένα απ τα βιβλία του διπλανού μου και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Ω! Χριστέ μου στο πίσω ‘αυτί’ του εξώφυλλου είχε την φωτογραφία του μπαμπά! Και όλο και πιο ενδιαφέρον που γινόταν αυτό το βιβλίο! Στο εξώφυλλο το μπροστά είχε το όνομα του μπαμπά! Το έδειξα στον διπλανό μου αφού τον σκούντηξα στο μπράτσο όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Μου χαμογέλασε και ψιθύρισε σιγανά: «Ναι το όνομα του μπαμπά σου, είναι καθηγητής μας και έχει γράψει αυτό το βιβλίο και μερικά άλλα.»

Ούτε που το καταλάβαμε πως πιάσαμε κουβέντα, κι ούτε που το καταλάβαμε πως και η κοπελιά πίσω μας μπήκε στην συζήτηση. Στον έναν χάρισα μια ζωγραφιά μου που είχα κάνει στα χαρτιά του μπαμπά, στον άλλον ζωγράφισα στην μπροστινή άδεια σελίδα του βιβλίου του το πορτραίτο του, -νομίζω πως είχε πολύ από κυβισμό και αφηρημένη τέχνη, μα πολύ αφηρημένη όμως!

-Μήπως ενοχλώ την παρεούλα εκεί μπρος με το μάθημά μου ε; παρενέβη ο μπαμπάς-κύριος-καθηγητής.

-Όχι, συνέχισε, δεν μας ενοχλείς καθόλου μπαμπά, τον διαβεβαίωσα, χαμογελαστά. Μπορείς να συνεχίσεις, τον παρότρυνα και δεν ξέρω για ποιον λόγο αλλά σείστηκε όλο το αμφιθέατρο απ τα γέλια. Το περίεργο ήταν πως γελούσε και ο μπαμπάς κι αυτό μου έδωσε θάρρητα!

-Μπαμπά, εσύ γράφεις αυτά τα βιβλία; Γι αυτό όλο κρύβεσαι στο ‘άντρο’ σου και έτσι και κάνουμε φασαρία βγαίνεις και μιλάς στο πρώτο πληθυντικό πως κάνουμε πράγματα που εσύ όμως δεν συμμετέχεις;

Απόλυτη σιωπή, κι ύστερα ο μπαμπάς ήρθε μου χάιδεψε το μάγουλο και με φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού.

-Μικρά παιδιά και μεγάλες αλήθειες, είπε, κι είχαν τα λόγια του μια γεύση κι ένα άκουσμα πίκρας. Γύρισε στην θέση του στο κέντρο της ‘σκηνής’ και συνέχισε το μάθημα. Δεν ήταν πια ο μπαμπάς μου, ήταν ο κύριος-καθηγητής…

Γυρίζοντας στο γραφείο του μπαμπά βρήκαμε την μαμά να μας περιμένει υπομονετικά καθισμένη σε μια πολυθρόνα έξω απ την πόρτα του κρατώντας ένα σωρό πολύχρωμες σακούλες.

-Αχ δεν σας πρόφτασα χίλια συγνώμη, ήμουν εδώ στις παρά δέκα.

-Όχι δεν ήσουν! Παρά δέκα φύγαμε κι εσύ δεν ήρθες να παραλάβεις το παιδί, της απήντησε πικρόχολα βάζοντας το κλειδί στην πόρτα.

-Ίσως να ήταν και παρά εννιά, τι να σου πω, είχε κίνηση, άργησα συγνώμη και πάλι…

-Αναγκάστηκα να κρατήσω το παιδί που παράτησες στο μάθημα, μόνος μου!

-Αναγκάστηκα να μεγαλώσω το παιδί που παράτησες, μόνη μου!

Αναγκάστηκα να τους ακούω όση ώρα μάλωναν μόνοι τους εγώ και οι σκέψεις μου, εγώ μόνη μου. Αφού δεν με ήθελαν γιατί με έκαναν; Εγώ δεν ήμουν αγόρι όπως τα άλλα δυο παιδιά τους, εγώ ήμουν το λάθος τζακ-ποτ, εμένα κανείς δεν μ’ αγαπούσε στ’ αλήθεια έτσι όπως οι γονείς των φιλενάδων μου αγαπούσαν τα παιδιά τους. Κι έτσι αφού κανείς δεν μ’ αγαπούσε πραγματικά και βαθειά έμαθα να μ’ αγαπώ κι εγώ ψεύτικα και επιφανειακά.

Εκείνο το απόγευμα ο μπαμπάς και η μαμά μάλωσαν και πάλι, μάλωσαν ως συνήθως. Φύγαμε με την μαμά και τις υπόλοιπες μέρες που μείναμε στην Αθήνα κοιμηθήκαμε στο σπίτι της θείας Φανής της μεγαλύτερης αδελφής της μαμάς.

Ο μπαμπάς εκείνα τα Χριστούγεννα δεν επέστρεψε για τις διακοπές στην πόλη μας. Επαγγελματικές υποχρεώσεις τον ήθελαν στην Αμερική όπως μας είπε όταν μας τηλεφώνησε μέρες πριν κλείσουν τα σχολεία. Μας έστειλε ένα σωρό δώρα με τον Νίκο και τον Γιάννη που τα βάλαμε κάτω απ το Χριστουγεννιάτικο Δένδρο και τα ανοίξαμε με την μαμά, τ’ αδέλφια μου και τους παππούδες από το σόι της μαμάς. Οι άλλοι δυο παππούδες μας επισκέφτηκαν την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων κι ανοίξαμε τα άλλα μισά δώρα μαζί τους. Τελικά είχε και τα θετικά του το να μαλώνουν οι γονείς σου και τα σόγια τους: Ποιος άλλος θα έκανε δυο φορές Χριστούγεννα την ίδια χρονιά; Ο μπαμπάς μας τηλεφώνησε και την μέρα των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς και μετά νομίζω τον ξαναείδαμε την Κυριακή των Βαΐων…

 BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα (Δάφνη)

   β. Καρδίτσα, Παρασκευή 20/12/1972

  1. ii. Ο κόσμος μου

-Δάφνη, σταμάτα πια να παίζεις το ίδιο και το ίδιο τραγούδι! Φτάνει, έλεος πια, φτάνει λέμε, τα νεύρα μου κρόσσια!

Ο Γιάννης χτυπούσε με χέρια και πόδια την κλειδωμένη πόρτα του υπνοδωματίου μου ουρλιάζοντας και μάταια προσπαθώντας να καλύψει την φωνή του Alice Cooper και την μουσική να παίζει όπως μου άρεσε -στην διαπασών-, και συγχρόνως την φωνή της επαναστατημένης δωδεκάχρονης, -δηλαδή εμού αυτοπροσώπως-, να συνοδεύει τον Alice.

Ουφ, πόσο κουραστικός μπορούσε να γίνει αυτός ο Γιάννης τέλος πάντων. Προφανώς η Αμερικάνικη σκηνή δεν ήταν η αγαπημένη του, ας του δώσω λίγη Βρετανική… Έβγαλα τον δίσκο του Alice απ το πικ-απ και έβαλα το αγόρι το όμορφο, -τον David-, να μας λέει για τον φίλο του τον starman και τα παιδιά: There’s a starman waiting in the sky, he’d like to come and meet us but he thinks he’d blow our minds. There’s a starman waiting in the sky he’s told us not to blow it cause he knows it’s all worthwhile. He told me: Let the children lose it, let the children use it, let all the children boogie! Κι αυτό ακριβώς έκανε αυτό εδώ το ‘child! Boogie, boogie to death! Τίνος death δεν είχε και πολύ σημασία, μάλλον δικού μου αν έσπαζε την πόρτα ο Γιάννης και με έπιανε στα χέρια του!

Ο Γιάννης συνέχισε να χτυπάει την πόρτα μου.

-Δεν με νοιάζει αν σπάσω τις γροθιές μου, αλλά την πόρτα θα την σπάσω και μετά θα σπάσω και το πικ-απ και τα μούτρα σου απείλησε.

-Ρε για συμμαζέψου, βλακέντιε! Απειλείς ένα παιδάκι, τον αποπήρε ο μεγάλος μας αδελφός.

-Από το πρωί αυτή η δουλειά φίλε. Με ξύπνησε από τις οχτώ το μικρό καθίκι!

Ουφ, βαρετές κουβέντες ενηλίκων, άσε να ξαναβάλω τον Alicάκο να μας την πει πόσο ωραία είναι να είναι το school out για δυο βδομάδες! Χριστούγεννα man, Χριστούγεννα! Τα πρώτα μου Χριστούγεννα στο γυμνάσιο, δόξες φίλε, είμαι μαθήτρια γυμνασίου πια κι ας είμαι μόνο δώδεκα. Ας είναι καλά η Κατερίνα η καλή μου η μαμά που με πήγε στο σχολείο μισό χρόνο νωρίτερα και κέρδισα χρονιά. Έτσι κι αλλιώς δεν φαίνεται πως είμαι η μικρότερη από όλες τις συμμαθήτριές μου, είμαι ψηλή, τροφαντούλα, με σπυράκια εφηβείας σε όλο το πρόσωπο, μου χει έρθει και η περίοδος από τη τετάρτη δημοτικού, πόσο χειρότερη μπορεί να γίνει η ζωή μου;

Είμαι όμως ψιλοτσογλανάκι, -με την καλή έννοια-, κι έχω ένα σωρό φίλους και φίλες. Με μια απ αυτές, -την Λήδα-, έχουμε το ίδιο πάθος, την Ιταλική, Γαλλική και Αγγλόφωνη μουσική. Παλιά, -δεν την γνώριζα τότε γιατί πήγαινε σε άλλο δημοτικό-, της έφερνε ο αδελφός της, -που ήταν πολλά χρόνια μεγαλύτερός της όπως και τα δικά μου αδέλφια-, δίσκους από την Ιταλία. Έχει όμως να τον δει χρόνια γιατί εκείνος είναι ‘ακόμα χειρότερος κι από κομμουνιστής’, είναι λέει Π.Π.Σ.Π., και οτιδήποτε είναι αυτό το Π.Π.Σ.Π. τον κάνει πολύ επικίνδυνο εγκληματία και αν κάνει και μπει στην Ελλάδα θα τον συλλάβουν. Εγώ δεν καταλαβαίνω πως κόσμος που είναι φοιτητές, -μορφωμένοι και σκεπτόμενοι άνθρωποι υποτίθεται-, μπορούν να ξεστρατίσουν έτσι και να γίνουν εχθροί της πατρίδας τους της ίδιας, αλλά για να το λένε οι νόμοι έτσι θα είναι. Με ‘έτρωγε’ όμως το θέμα, γιατί την πρώτη φορά που είχα πάει στο σπίτι της Λήδας μου έδειξε την φωτογραφία του Νικόλα του αδελφού της και τον είχα ψιλό-ερωτευθεί για να πω την αλήθεια. Ψηλός, ξανθός με γαλάζια μάτια χαμογελούσε σ’ όποιον τον έπαιρνε φωτογραφία μπροστά από την δυτική πρόσοψη της βασιλικής στην piazza San Marco κρατώντας αγκαλιά στο δεξί του χέρι κάμποσα βιβλία που φαίνονταν να είναι σχετικά με τις σπουδές του… Ποια δωδεκάχρονη δεν θα την ξετρέλαινε; Πιο πολύ για ηθοποιός έμοιαζε παρά με φοιτητής -και σίγουρα καθόλου επικίνδυνος.

Μάλλον είχε δίκιο η Λήδα που έλεγε πως ήμουν από εκείνα τα κορίτσια που έλκονται από τα λάθος αγόρια, εκείνα τα κορίτσια που για χάρη των κακών αγοριών θα πέσουν στα πατώματα κι ας είναι ψευτόμαγκες και ‘τενεκέδες ξεγάνωτοι’. Τα κορίτσια αυτά ξεχνούν να φορέσουν τα γυαλιά αναγνώρισης του κάλπικου και το βλέπουν σαν ένα δήθεν ‘παρεξηγημένο αλλά κατά βάθος χρυσό αγόρι’. Τα κορίτσια αυτά είναι σαν τους τυφλοπόντικες που μόλις βγουν έξω απ το λαγούμι τους ο ήλιος τους τυφλώνει τόσο πολύ που βλέπουν για πύργους και αστραφτερά στολίδια τα σκουπίδια, τα άδεια μπουκάλια και τις πεταμένες κονσέρβες. Ένα τέτοιο κορίτσι ήμουν κι εγώ μιας και μέχρι στιγμής όποιον είχα ερωτευθεί ήταν πιο κάλπικη λίρα κι απ τον προηγούμενο. Κι έτσι αποφάσισα να ερωτεύομαι μόνο ηθοποιούς και τραγουδιστές που έτσι κι αλλιώς το έδειχναν πόσο ‘ψωνισμένοι’ ήταν και κανείς δεν περίμενε καλό από δαύτους! Αχ, μακάρι ο Νικόλας να μην ήταν τόσο ψωνισμένος, μια χαρά νορμάλ έδειχνε στην φωτογραφία εκεί στην Βενετία.

Με την δική μου τύχη όμως, το να εμφανιστεί ένας νορμάλ άνθρωπος στην ζωή μου έμοιαζε με όνειρο θερινής νυκτός! Ακόμα και τους φίλους μου να έβλεπες θα καταλάβαινες πως δεν με τραβούσε το ‘νορμάλ’!

Η καινούρια μου η φίλη η Λήδα ας πούμε, -τι να πρωτοπώ για να την περιγράψω; Έγραφε για ώρες σε μεγάλα σπιράλ τετράδια χρησιμοποιώντας πάντα μολύβι για να μην αφήνει μουτζούρες αν ήθελε να σβήσει κάτι. Έπαιρνε τα γραπτά της και τα διάβαζε σε μια φίλη της που είχε πεθάνει. Έπαιρνε τα γραπτά της στο νεκροταφείο, καθόταν πάνω στον τάφο με τα πόδια πλεγμένα και τα διάβαζε κι αν έβρισκε κάποιο λάθος ή κάτι δεν της άρεσε, ζητούσε συγνώμη από την πεθαμένη, έβγαζε από την τσέπη γόμα και μολύβι, διόρθωνε το κείμενο και ξανά-ξεκινούσε το διάβασμα μια δυο προτάσεις πριν την διορθωμένη να μην χάσει η πεθαμένη τον ειρμό! Ο κόσμος έλεγε πως συχνά-πυκνά χόρευε ανάμεσα στους τάφους τραγουδώντας παράλληλα για να δείξει στην αποθαμένη τα καινούρια τραγούδια που έβγαιναν αφού εκείνη είχε αποχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο. Αυτό εμένα μου φάνηκε πως την κακολογούσαν και πήρα όσα θάρρητα χρειάστηκα να την ρωτήσω την ίδια αν ήταν αλήθεια…

-Αμέ!, μου απάντησε χαρούμενα, και βέβαια το κάνω! εγώ νοιάζομαι και για την ψυχή και για την ύλη της Βιβίκας, -έτσι έλεγαν την φίλη της! Η ψυχή της μ’ ακούει όπου κι αν είναι μιας κι είναι σκορπισμένη σ’ όλο τον Χώρο-Χρόνο. Όμως με νοιάζει και η ύλη της, θέλω το κάθε της κύτταρο να λιώνει με γαλήνη ακούγοντας ότι με αγάπη περισσή έχω να της πω…

Αυτή ήταν η καινούρια μου φίλη η Λήδα, πιο ιδιόρρυθμη κι απ την ιδιορρυθμία την ίδια, οπότε φαντάσου τον αδελφό της που στεκόταν μπροστά από την βασιλική του San Marko της Βενετίας πόσο πιο παλαβός θα έπρεπε να είναι!

Βενετία, άλλο άπιαστο όνειρο, την ήθελα σαν κολασμένη αλλά σιγά μην με πήγαινε η μαμά, που για να με πάει ίσα με την Αθήνα να δούμε τα αδέλφια μου και τον μπαμπά μου το έβγαζε ξινό! Μια μέρα όμως θα πήγαινα στην Βενετία, κάτι μέσα στα κύτταρά μου φώναζε πως η Βενετία κυλούσε στο αίμα μου κι ότι θα ζούσα εκεί σε ένα πολύ σύντομο μέλλον…

Προς το παρόν όμως ονειρευόμουν Βενετίες και Λονδίνα και Παρίσια. Πήγαινα στην Βιβλιοθήκη της πόλης μας και έψαχνα τους χάρτες για να βρω χώρες και πρωτεύουσες και μετά έψαχνα σε εγκυκλοπαίδειες για να μάθω όσα πιο πολλά υπήρχαν γι’ αυτά τα μέρη τα μακρινά. Είχα γίνει εξπέρ στο ψάξιμο και ‘ξεκοκάλισμα’ πληροφοριών και ότι μου προκαλούσε εντύπωση το αποστήθιζα ή το αντέγραφα.

Η κυρία Αναστασία η βιβλιοθηκάριος -μια και μοναδική στην πόλη-, με ήξερε εδώ και τρία χρόνια με το που πρώτο-ξεκίνησα το ‘χούι’ μου.

Περίεργος άνθρωπος η κυρία Αναστασία. Ούτε μια φορά δεν την είχα δει να φοράει χρωματιστά ρούχα, πάντα γκρίζα, μόνο γκρίζα. Το πρόσωπό της όμως ήταν όμορφο και ροδαλό, -αν και ο ήλιος είχε να την δει από τότε που πρώτο-έβαλε πόδι στην βιβλιοθήκη εδώ και δεκαπέντε χρόνια.

Μόλις είχε τελειώσει φιλολογία και ο επιθεωρητής της έδωσε το ‘ουλτιμάτουμ’: Ή πας να διδάξεις σε γυμνάσιο σε άγονη γραμμή στα Άγραφα, ή ξεκινάς την βιβλιοθήκη της πόλης από το μηδέν. Κι έτσι η δεσποινίς Αναστασία έγινε αναπόσπαστο ‘τμήμα’ της βιβλιοθήκης γιατί αν και αποσπάστηκε από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση σαν βιβλιοθηκάριος, -σαν ανθρώπινο δυναμικό-, για ένα δυο χρόνια όπως της υποσχέθηκε ο κύριος επιθεωρητής, ξέμεινε εκεί κοιτώντας επιθεωρητές να έρχονται και να φεύγουν και τον κόσμο να αλλάζει γύρω της. Με το τέλος της πρώτης διετίας ζήτησε δειλά την επιστροφή σε τάξη και πήρε την πρώτη αρνητική απάντηση:

-Επιστροφή; Ποια επιστροφή δεσποινίς Ασμάρογλου; Πότε έχετε μπει σε τάξη και ζητάτε ‘επιστροφή σε τάξη’; Εγώ ο ίδιος δεν σας έβαλα στην βιβλιοθήκη μόλις σας όρκισα; Ας κρατήσουμε χωρίς να χάσουμε τις ισορροπίες για άλλον ένα χρόνο την καταπληκτική δουλειά που κάνουμε και θα σας φέρω να εκπαιδεύσουμε κάποια καινούρια συνάδελφο! Αυτή η χρήση του πληθυντικού για μια πράξη που στην πραγματικότητα κάνει μόνο ένας σίγουρα είναι ένα φαινόμενο που πρέπει να μελετηθεί από τους αρμόδιους!

Την επόμενη χρονιά ο κύριος επιθεωρητής πήρε μετάθεση στην Αθήνα και ο καινούριος με το που τον επισκέφτηκε η δεσποινίς Ασμάρογλου για να του ζητήσει να διδάξει σε σχολείο πανικόβλητος της ζήτησε άλλο ένα χρόνο διορία. Εκείνη την ίδια χρονιά η δεσποινίς Αναστασία Ασμάρογλου γνώρισε τον κύριο Γεώργιο Βούρο, εφοριακό, που επισκέφτηκε την βιβλιοθήκη για να διαβάσει κάποια βιβλία σχετικά με φορολογικά θέματα. Στην αρχή της χάρισε κάποια δειλά χαμόγελα πίσω από τα πατομπούκαλα που φορούσε κι εκείνη τα δέχτηκε ντροπαλά πίσω από τα δικά της πατομπούκαλα. Στην συνέχεια της χάρισε ένα τριαντάφυλλο βγάζοντας τα πατομπούκαλα γιατί όταν δεν έβλεπε καλά ντρεπόταν λιγότερο κι εκείνη ακόμα πιο ντροπαλά έβγαλε τα δικά της πατομπούκαλα για να το θαυμάσει. Εκείνος θαύμασε το πράσινο των ματιών της κι εκείνη τον ρομαντικό του χαρακτήρα. Σε λιγότερο από ένα εξάμηνο η δεσποινίς Αναστασία Ασμάρογλου, φιλόλογος, διορισμένη στην πόλη μας αλλά γεννημένη και μεγαλωμένη στην Ξάνθη, έγινε η κυρία Αναστασία Ασμάρογλου-Βούρου η βιβλιοθηκάριος της πόλης μας τα επόμενα τριάντα πέντε χρόνια. Δεν ζήτησε ποτέ ξανά να μπει σε τάξη και πήγε σε σχολείο μόνο για να μιλά με τους δασκάλους και αργότερα τους καθηγητές των πέντε παιδιών της.

Και στις πέντε εγκυμοσύνες της από την βιβλιοθήκη έλειψε από την μέρα που της έσπαζαν τα νερά μέχρι να βγει απ το νοσοκομείο αφού είχε γεννήσει. Την επόμενη εκείνη και το μωρό κατασκήνωναν στην βιβλιοθήκη, και είχε τον τρόπο της κανένα απ τα μωρά της να μην κλαίνε και ενοχλούν τους αναγνώστες! Και όσο πλήθαιναν τα μωρά και μεγάλωναν σε ηλικία τα παιδιά της, τόσων διαφορετικών ηλικιών βλαστούς της Αναστασίας και του Γιώργου γέμιζε η βιβλιοθήκη. Παιδιά που μεγάλωναν στις αίθουσες της βιβλιοθήκης και αγαπούσαν τα βιβλία πολύ πριν πάνε στο σχολείο.

Η Αναστασία έμαθε ανάγνωση και γραφή στον πρώτο γιό τον Φώτη, όταν οι αίθουσες αναγνωστηρίου ήταν άδειες -πράγμα εξαιρετικά σπάνιο- και δεν ενοχλούσαν κανέναν, ή όταν όλοι οι αναγνώστες βυθίζονταν στους κόσμους που ο καθείς τους είχε επιλέξει να βυθιστεί και δεν πηγαινοέρχονταν στο περιποιημένο γραφειάκι της. Ο Φώτης που ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος από την αδελφή του που γεννήθηκε δεύτερη, πήρε τον ρόλο του δασκάλου χωρίς να του το ζητήσει αλλά και χωρίς να του το απαγορέψει κανείς. Τα ‘Βουράκια’ έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν σαν μέρος ενός παιχνιδιού στον χώρο της δουλειάς της μαμάς τους και δεν ήταν μια τραυματική εμπειρία όπως για πολλά άλλα παιδιά, αλλά ένα παιχνίδι και αποτύπωση σκέψεων και εικόνων σε χαρτί. Ο Φώτης, -ο μεγαλύτερος-, έγινε φιλόλογος σαν την μάνα του και ασχολήθηκε με τον θαυμαστό κόσμο της γλώσσας με εξειδίκευση στην γλωσσολογία. Σήμερα είναι καθηγητής γλωσσολογίας σε πανεπιστήμιο της Αμερικής.

-Λίγο μακριά του έτυχε λέει ταπεινά η βιβλιοθηκάριος της πόλης μας, αλλά έκανε οικογένεια με ένα καλό κορίτσι Ελληνίδα τρίτης γενιάς, της μαθαίνει και Ελληνικά για να συνεννοούμαστε.

-‘Αμερικανίδα με ρίζες Ελληνικές’, αυτός είναι ο σωστός ορισμός αντιτάσσω κάθε φορά που ο μεσόκοπος πλέον εαυτός μου και η υπερήλικη φίλη μου πιάνουμε κουβέντα όταν με ‘τρατάρει’ Ελληνικό καφέ και γλυκό του κουταλιού περγαμόντο κάθε εποχή Πάσχα που με την οικογένειά μου επισκεπτόμαστε την γενέθλια πόλη.

-Και ποιος στα δίδαξε αυτά μικρή Φημονόη; με ρωτά σκάζοντας ένα πονηρό χαμόγελο η υπερήλικη κυρία; Είναι απ τα ελάχιστα άτομα που χρησιμοποιεί αποκλειστικά το δεύτερο όνομά μου ίσως επειδή ξέρει και τι σημαίνει. Σε μάγεψαν κι εσένα οι κομπιούτορες, τα πλήκτρα και οι φάστ-τζανκ πληροφορίες του ιντερνέτου, καλό μου, ε;

Η γιαγιά-Αναστασία είναι ΚΤ, δηλαδή Κορίτσι Τρομερό, την πειράζουν χαϊδευτικά οι κόρες μου, χρησιμοποιώντας την εξήγηση των αρχικών κεφαλαίων που τους δώσαμε από κοινού όταν ήταν πολύ μικρές για να καταλάβουν και να κρατήσουν μυστικά.

Για συνταξιούχο ογδοντάχρονη οι περισσότεροι την βρίσκουν σοκαριστικά πολύ ενημερωμένη σε θέματα όπως το διαδίκτυο και τις ηλεκτρονικές δεξιότητες. Ξεχνούν πως η βιβλιοθηκάριος μας ήταν από τους πρώτους που έβαλαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές σε βιβλιοθήκη και η πρώτη που απαίτησε γραμμή τηλεφωνική για είσοδο στο διαδίκτυο από τον διευθυντή του ΟΤΕ της πόλης.

Οι γνώσεις της σε οποιοδήποτε αντικείμενο πολλές φορές ήταν πιο ενήμερες από τις πιο πρόσφατες εγκυκλοπαίδειες και όταν σαν παιδιά και έφηβοι την ρωτούσαμε πως είναι δυνατόν να ξέρει πράγματα που ακόμα δεν είχαν τυπωθεί σε επιστημονικά περιοδικά μας απαντούσε χαμογελώντας και σκύβοντας προς το μέρος μας κάθε φορά:

-Μα δεν τα είπαμε αυτά; Εγώ είμαι μια ΚΤ! ΚΤ σήμαινε -όπως σύχναζε να λέει-, Καινούριο Τεύχος.

Την μόνη φορά που ο όρος ΚΤ άλλαξε ορισμό ήταν όταν βρεθήκαμε μόνες οι δυο μας. Είχα μόλις τελειώσει την πρώτη γυμνασίου και είχα διαβάσει για τον Νίκολα Τέσλα, τον εκκεντρικό Σέρβο επιστήμονα.

-Σε ποια εγκυκλοπαίδεια θα βρω πληροφορίες για τον Τέσλα; την ρώτησα σχεδόν ψιθυριστά αλλά ασθμαίνοντας σαν ρινόκερος με το που μπήκα στην βιβλιοθήκη. Πωπώ τι ζέστη, ζέστη με υγρασία έξω, θα πάθω εγκεφαλικό, συνέχισα προσπαθώντας να εξηγήσω γιατί μου κοβόταν η ανάσα.

-Μπα, δεν θα πεθάνεις στα νιάτα σου, με πείραξε στο ίδιο ύψος φωνής. Το μόνο σίγουρο είναι πως θα περιφέρεις το σαρκίο σου σ’ αυτόν τον πλανήτη τουλάχιστον μέχρι το μακρινό 2031!

-Λίγο ψηλά δεν τον βάζουμε τον πήχη; Είχα πλέον μάθει κι εγώ να χρησιμοποιώ το πρώτο πληθυντικό για κάτι που δεν συμμετείχα και δεν είχα σκοπό να πάρω μέρος στην τέλεσή του. Μιλάμε για πάνω από πενήντα πέντε χρόνια στο μέλλον και για τον επόμενο αιώνα!

-Πενήντα πέντε χρόνια, πφφφφ, σιγά το χρονικό αχανές! Ξέρεις τι είναι πενήντα πέντε χρόνια για το Σύμπαν; Ένα ανοίγω-κλείσιμο των βλεφάρων ενός α-πλάσματος στον όγδοο οικοπλανήτη του Βαρενέου, τρίτου μεγέθους ήλιου του σπειροειδούς γαλαξία Φαπόρ στα πιο έσχατα του Σύμπαντος!

Η κυρία Αναστασία, η βιβλιοθηκάριος της πόλης μας, είχε αν μη τι άλλο πολύ ζωηρή φαντασία και μας μιλούσε για μυθικούς εξώκοσμους λες και ήταν επιστημονικά αποδεδειγμένη η ύπαρξή τους!

-Ξέρω, ξέρω, την πείραξα, είσαστε ένα ΚΤ, Καινούριο Τεύχος που ακόμα είναι για εκτύπωση.

Μου χάιδεψε τα μαλλιά, -είχα την υποψία πως ήμουν από τα αγαπημένα της παιδιά που σύχναζαν στην βιβλιοθήκη-, έσκυψε πιο κοντά μου και μίλησε ακόμα πιο ψιθυριστά, νομίζω πως μάλλον διάβασα τα χείλη της παρά πως βγήκε ήχος απ το στόμα της.

-Κρατάς μυστικό μικρή Φημονόη; Τι ρωτάω; το ξέρω πως κρατάς! ΚΤ σημαίνει καινούριο τεύχος μόνο για όσους θα ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους σε τρεις διαστάσεις σε τούτον δω τον πλανήτη-χώρο. Για πλάσματα σαν εσένα ΚΤ σημαίνει Κόσμο-Ταξιδιώτης. Νομίζω πως ακόμα δεν το έχεις συνειδητοποιήσει αλλά είσαι ξεχωριστή. Βαθιά μέσα σου το γνωρίζεις, -γεννιέται μαζί σου η Γνώση- απλά με το πέρασμα των πρώτων γήινων μηνών καταλαγιάζει και απωθείται σε Μνήμες Κρυφές που περιμένουν να αφυπνισθούν… Όμως είσαι κι εσύ αλλιώτικη όπως κι εγώ, να το θυμάσαι όταν θα σου χτυπήσει την πόρτα η Γνώση και σου ζητήσει να δράσεις.

-Μου κάνετε πλάκα κυρία Αναστασία, έ;

Κάποιες φορές η φαντασία της κάλπαζε ανεξέλεγκτη, αλλά τι περίμενε κανείς από μια γυναίκα που πάνω από μισό εικοσιτετράωρο την ημέρα ζούσε σε κόσμους επιστήμης και μύθων;

-Φυσικά και σε πειράζω μικρή Φημονόη, φυσικά και σε πειράζω. Να τα θυμάσαι όμως όλα αυτά αν θέλεις να γίνεις συγγραφέας μεγάλη και τρανή όπως λες πως θες να γίνεις. Για να δούμε λοιπόν Νίκολα Τέσλα είπες, ε; Νομίζω πως είναι πολύ νωρίς ακόμα να γράψουν αλήθειες για τον Νίκολα. Να θυμάσαι πως ο άνθρωπος αισθάνεται ασφαλής όταν είναι ο κυρίαρχος και εξουσιάζει τα πλάσματα που ο ίδιος, -ο εγωκεντρικός κραταιός-, τους έδωσε ονόματα σύμφωνα με τα δικά του πιστεύω και ανάγκες. Ο Νίκολα ήταν έξω και πάνω απ αυτά, γι αυτό εξοστρακίστηκε στο περιθώριο, -όχι πως τον πείραξε και ιδιαίτερα πάντως. Τόλμησε κι αυτός ο έρμος να δηλώσει πως θα δημιουργούσε αέναη ενέργεια χωρίς οικονομικό κόστος και θα την έδινε χωρίς οικονομικό όφελος για να δώσει ώθηση στο Καλό. Μεγάλος ονειρευτής ο τύπος Φημονόη μου! Ακόμα και οι γονείς του αδυνατούσαν να εκτιμήσουν τις ικανότητές του με αποτέλεσμα να μεγαλώσει χωρίς αυτοπεποίθηση. Κάπως όπως εσύ ήταν ο τύπος δηλαδή!

-Και πως ξέρεις για μένα κυρία Αναστασία;

-Μα είμαι ΚΤ, είναι δυνατόν να έρχομαι από το μέλλον και να μην ξέρω για σένα που είσαι στο παρελθόν μου ακόμα κι αν συναντιόμαστε και επικοινωνούμε στο παρόν;

Με έβλεπε να γουρλώνω τα μάτια έκπληκτη και πιθανόν και λίγο τρομαγμένη και αποφάσιζε πως είχε παρατραβήξει το αστείο!

-Βρε μικρό, μην ‘ψαρώνεις’, γνωρίζω την μαμά σου, ένα σωρό φορές έχουμε μιλήσει, είναι δυνατόν να μην τα λέμε για τα παιδιά μας;

Αχ, ναι, το είχα σχεδόν ξεχάσει, το τελευταίο της παιδί ο Άτλας ήταν συμμαθητής μου στο δημοτικό. Όνομα κι αυτό για ένα αγόρι σαν κι αυτόν. Άκουγες ‘Άτλας’ και φανταζόσουν έναν γίγαντα μπρατσωμένο να σφίγγει την πέτρα και να στάζει αίμα από μέσα της, κι έβλεπες έναν πιτσιρίκο μέτριο σε όλα του: Μέτριο ύψος, μέτρια δύναμη -ακόμα κι εγώ τον νικούσα στο ‘μπρα ντε φερ’-, μέτριος μαθητής, μέτριος σε όλα του εκτός από τις γνώσεις που είχε αποκτήσει μεγαλώνοντας και εμβαπτιζόμενος σε βιβλία. Κι όλα τα έλεγε με τέτοιο τρόπο που μετά τις πρώτες φράσεις που ξεστόμιζε -έμοιαζαν να είναι ανάσες που σε χάιδευαν παρά φωνή-, άνοιγε μια τρύπα στο εδώ και τώρα και μεταφερόσουν στο εκεί και τότε της ιστορίας που μας έλεγε ο Άτλας. Ακόμα και η βάπτισή του ήταν μια περιπέτεια που ενείχε θεατρικότητα.

Όταν η νονά δήλωσε το όνομα του μωρού ο παππάς διέκοψε το μυστήριο. «Εγώ δεν βαφτίζω Χριστιανό δίνοντας όνομα παγανιστικό» δήλωσε τραβώντας τα γένια του. Κι έτσι οι γονείς πρότειναν το Ανατόλιος-Βλάσιος, -άγια και Χριστιανικά ονόματα και τα δύο-, και η σύρραξη δεν είχε θύματα. Αμέσως μετά την βάφτιση απορρίφθηκαν τα περισσευούμενα γράμματα από τα άγια Χριστιανικά ονόματα και απέμεινε ο ανΑΤολιος-βΛΑΣιος σαν σκέτος Άτλας, ένας ταλαντούχος και τολμηρός μυθικός γίγαντας που πάνω του στηρίχθηκε ο Ουράνιος Θόλος!

-Ο Νίκολα Τέσλα από μικρή ηλικία έδειξε πως είχε ζωηρή φαντασία, ήταν διανοούμενος και επιστήμονας εμποτισμένος με ιδανικά και είχε ζωηρή φαντασία. Υποστήριξε την χρήση του εναλλασσόμενου ρεύματος, και είδε εφευρέσεις του να πατεντάρονται με ονόματα άλλων. Οι πιο πολλοί πιστεύουν ακόμα και σήμερα πως η εκπομπή και λήψη των ραδιοκυμάτων ήταν εφεύρεση του Μαρκόνι όμως ο Τέσλα δικαιώθηκε το 1943, σαράντα χρόνια αργότερα μιας κι η όλη προσπάθεια στηρίχθηκε πάνω σε δεκατρείς δικές του πατέντες! Δώδεκα χρόνια αργότερα αναγνωρίστηκε επίσημα και σαν ο εφευρέτης του ραδιοφώνου.

Ήταν όμως εκκεντρικός και εξωφρενικά ειλικρινής και απέκτησε εχθρούς όταν δήλωσε πως χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες της επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης μπορούσε να δημιουργήσει μια συσκευή τηλέ-γεωδυναμικής που να είναι υπεύθυνη για σεισμούς. Το ξέρω πως ακούγεται παλαβό σήμερα, ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά θυμήσου μικρή μου Φημονόη σε μερικά χρόνια το όνομα HAARP και την πρόκληση σεισμών με ηλεκτρομαγνητικούς παλμούς.

Ο Νίκολα δήλωνε πως είχε καταγωγή από εξωγήινους πολιτισμούς και αυτό στο σύντομο μέλλον θα είναι η αρχή της θεωρίας της Πανσπερμίας του Σύμπαντος. Όλα του τα συγχωρούσε η επιστημονική κοινότητα και οι ισχυροί του πλανήτη που είχαν να κερδίσουν αναγνώριση, δύναμη και πλούτο απ τις εφευρέσεις του. Αυτό όμως που δεν μπορούσαν να του συγχωρήσουν ήταν όταν δήλωσε πως σκόπευε να μοιράζει δωρεάν την ελεύθερη ενέργεια που μπορούσε να αντλήσει από το Σύμπαν! Η λέξη ‘δωρεάν’ δεν συνάδει με τις λέξεις δύναμη, κέρδος και πλούτος και αμέσως στήθηκε το παιχνίδι της δυσφήμισης του Νίκολα σαν παρανοϊκού και η στήριξη του Αϊνστάιν και της ατομικής του θεωρίας σε αντίθεση με την κυματική θεωρία του Τέσλα. Είμαι σίγουρη πως τώρα πια απ τον Παράδεισο ο Νίκολα παίζει βιολί στον Άλμπερτ κι οι Χορδές του ταλαντώνουν το Σύμπαν…

 BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα (Δάφνη)

   γ. Καρδίτσα, Δευτέρα 22/12/1975

  1. iii. μεγαλώνοντας

Παρ’ όλο που ήμουν παιδί που ξεκοκάλιζε βιβλιοθήκες έτσι για την πλάκα του, τα βιβλία με την ύλη του σχολείου με άφηναν παγερά αδιάφορη και έμεναν ατσαλάκωτα -και οϊμέ αδιάβαστα-, μέχρι σχεδόν τα Χριστούγεννα.

Εκεί λίγες μέρες πριν ανοίξουν και πάλι τα σχολεία μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων με έπιαναν οι τύψεις, -πολλές φορές σαν αποτέλεσμα των καθημερινών ομηρικών καυγάδων με την μάνα μου την Κατερίνα-, και δειλά-δειλά άνοιγα τα σκονισμένα κι αραχνιασμένα βιβλία της φυσικό-χημείας και των απανταχού-απάντων των μαθηματικών και μ’ έπιανε η πρώτη φρίκη μαζί με το συναίσθημα πως ήταν πια πολύ αργά να διαβάσω -και κυρίως να καταλάβω και να αποστηθίσω-, ότι ‘διαβόλια και τριβόλια’ είχα προσβλητικά αγνοήσει να ασχοληθώ μαζί τους για μήνες! Κι αυτά έπαιρναν πίσω το αίμα τους με ατέλειωτες ώρες διαβάσματος μέχρι τα χαράματα, και κρίσεις άγχους, και υποσχέσεις πως από δω και πέρα θα διαβάζω το μάθημα της μέρας για να μην μου μένει άγνωστη η ύλη ολόκληρου του εξάμηνου, άντε πια στο διάολο δεν είναι ζωή αυτή! Υποσχέσεις στον εαυτό μου που δεν κρατούσα ποτέ και που με στοίχειωναν τα βράδια λίγο πριν με πιάσει ο ύπνος.

Ευτυχώς που κατά την διάρκεια των μαθημάτων ήμουν προσεκτική και ‘τα άρπαζα με την πρώτη’ όπως έλεγαν οι καθηγητές μου, αλλιώς θα είχα παντελή άγνοια.

-Αχ αυτό το παιδί καθόλου δεν έμοιασε στα άλλα δυο μου που ήταν αριστούχοι και σημαιοφόροι, -τόνιζε η μάνα μου σε κρίσεις περηφάνιας πως τουλάχιστον είχε βγάλει στην κοινωνία δυο χρήσιμους ανθρώπους πριν βγάλει κι εμένα το άχρηστο πλάσμα.

-Ε! θα μπει κι αυτή σε μια σειρά, δεν σπουδάζουν και όλα τα κορίτσια… να βρει ένα καλό παιδί… να κάνει οικογένεια…

Αυτές ήταν οι θεμιτές ‘ύψιστες’ απαιτήσεις για μένα: να τελειώσω το γυμνάσιο και να βρω ένα καλό παιδί να με παντρευτεί και να ζήσει εμένα και τα παιδιά που θα του έκανα…

Με τα άλλα μαθήματα δεν είχα πρόβλημα, η ιστορία των σχολικών βιβλίων ήταν μόνο ένα μικρό κομμάτι των εγκυκλοπαιδικών μου γνώσεων περί παγκόσμιας ιστορίας, κάτι βιολογίες και γεωγραφίες, πφφφφ-ευκολάκια, ότι είχε σχέση με ουρανούς και σώματα του Σύμπαντος και της Γης σιγά τα δύσκολα, εγώ τα ‘μασούσα και τα έφτυνα’. Αν κάτι δεν μου άρεσε, απλά δεν σκόπευα να ασχοληθώ παρά μόνο λίγο πριν τις εξετάσεις.

Ο Νίκος πέρασε Ιατρική Αθηνών, και δυο χρόνια αργότερα ο Γιάννης Πολιτικών Μηχανικών στο Μετσόβιο.

Οχτώ χρόνια μετά τον Γιάννη, εγώ ‘πάτωσα’ με περισσή χάρη! Ούτε που την έφτασε την φιλολογία, μα ούτε καν Αγγλική φιλολογία ρε αδελφέ η μικρή; Κάθε καλοκαίρι δυο μήνες στα καλύτερα Αγγλικά κολλέγια ‘διακοπευόταν’ και όμως ούτε στην Αγγλική φιλολογία δεν πέρασε!

Εν τάξει, η αλήθεια ήταν πως δεν ήμουν και τόσο κακή μαθήτρια, κυμαινόμουν από ένα χαμηλό δεκαέξι μέχρι και ένα υψηλό δεκαοχτώ. Δεκαεξάρια έβγαζα όταν εμφανιζόταν στο σχολείο σαν κηδεμόνας η μαμά, δεκαοχτάρια κάθε που εμφανιζόταν ο μπαμπάς, -φαντάζομαι πως η γοητεία του μπαμπά εκτόξευε και τις βαθμολογίες μου και με έφερνε κοντά στα πολυπόθητα δεκαοχτάρια.

Ούτε κακή μαθήτρια, ούτε χαζή ήμουν, -αυτό το καταλάβαινα ακόμα κι εγώ-, απλά ήμουν αδιάφορη κατά τον μπαμπά και αμελής κατά την μαμά. Τέλειωσα το εξατάξιο γυμνάσιο με δεκαοχτώ, ε δεν ήμουν πια και τόσο του πεταμάτου βρε αδελφέ!

Ήταν κοινό μυστικό στην οικογένειά μας πως δεν είχα και πολλές πιθανότητες να περάσω στο Πανεπιστήμιο και να συνεχίσω την λαμπρή και ένδοξη γραμμή που είχαν χαράξει τα αδέλφια μου. Φαντάζομαι πως όλοι το κουβέντιαζαν με όλους αλλά όχι όλοι μαζί σε οικογενειακό κύκλο, ή κι αν το έκαναν δεν με είχαν συμπεριλάβει στον κύκλο τους. Είπαμε, η οικογένεια μια χαρά ήταν μέχρι να κάνω εγώ την αλά-γκράντε εισβολή μου. Με το που εμφανίστηκα εγώ, τα πάντα πήγαν κατά διαβόλου!

Έκτη γυμνασίου, εκεί, κοντά στις μέρες των Χριστουγέννων ο μπαμπάς και η μαμά αποφάσισαν να κάνουν οικογενειακό συμβούλιο που αφορούσε το μέλλον μου. Ευτυχώς που με κάλεσαν δηλαδή, γιατί αυτοί μπορούσαν ακόμα και να αποφασίσουν για το μέλλον μου και να μου ανακοινώσουν το αποτέλεσμα εκ των υστέρων!

Όλως παραδόξως εκείνη την χρονιά ο μπαμπάς ερχόταν συχνά στην πόλη μας. Έφτανε Παρασκευή βράδυ αργά και έφευγε απόγευμα Κυριακής μετά το μεσημεριανό φαγητό και αφού έπιναν με την μαμά καφέ στο μικρό σαλονάκι δίπλα απ την βιβλιοθήκη του μπαμπά στον πάνω όροφο. Περίεργο να βλέπω τους γονείς μου μαζί και να μην τρώγονται σαν μανιασμένες γάτες, πιο περίεργο να τους βλέπω και να τους ακούω να κάθονται μαζί στο ίδιο τραπέζι και να μην τρώνε τα μουστάκια τους, και φρικιαστικά περίεργο να την βοηθάει στην ετοιμασία του γιορτινού μεσημεριανού της Κυριακής, -πάντα το μεσημεριανό της Κυριακής ήταν γιορτινό.

Οι γονείς μου με τρόμαζαν με το που τους άκουγα να γελούν κλεισμένοι στο σαλονάκι, οι γονείς μου με τρόμαζαν που ο ένας περιποιούνταν τον άλλον, οι γονείς μου με τρόμαζαν έτσι μονιασμένοι και χαρούμενοι που μοιράζονταν τον ίδιο χώρο, αλλά ήταν μια τρομάρα ευχάριστη.

Οι γονείς μου ήταν μια ευχάριστη παρέα τελικά όταν τα μάτια τους δεν ήταν συννεφιασμένα και τα χείλη τους σουφρωμένα σε έκφραση δυσφορίας από την παρουσία του άλλου στον ίδιο χώρο. Οι γονείς μου είχαν χιούμορ, κι εκείνα τα Σαββατιάτικα και τα Κυριακάτικα μεσημέρια έγιναν η καινούρια πραγματικότητα και νόρμα της οικογένειάς μας. Ακόμα και τα αδέλφια μου, πότε ο ένας, πότε ο άλλος και πότε και οι δυο ερχόταν στα τραπεζώματα.

Ο Γιάννης είχε ήδη τελειώσει την σχολή του, είχε τελειώσει και φαντάρος και δούλευε στο γραφείο ενός γνωστού πολιτικού μηχανικού στην Αθήνα.

Ο Νίκος μόλις είχε τελειώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και έκανε την πρακτική του στο νοσοκομείο της πόλης. Μόλις είχε κλείσει τα είκοσι-εφτά και ήταν ο ‘ωραίος’ της πόλης που κάθε κορίτσι ονειρεύονταν να της ρίξει μια ματιά κι ένα χαμόγελο, και που κάθε μητέρα ονειρευόταν να τον κάνει γαμπρό στην κόρη της! Κάθε που έβγαινα βόλτα μαζί του, -συνήθως Παρασκευή και Σάββατο βράδυ-, ανέβαιναν και τα δικά μου ποσοστά σε φίλες. Όλες οι συμμαθήτριες, -ακόμα και κορίτσια που σπάνια μου έδιναν σημασία τις φορές που δεν με συνόδευε ο αδελφός μου-, με σταματούσαν για ένα πολύ φιλικό «γεια ρε συ, τι κάνεις;…». Μιλούσαν σε μένα αλλά δεν με κοίταγαν σχεδόν ποτέ! Η προσοχή τους ήταν στραμμένη πάντα στον όμορφο και πετυχημένο της οικογένειας, -το καρμπόν του μπαμπά!

Κι εκείνος πάντα χαμογελούσε μ’ εκείνο το θεϊκά γαλήνιο χαμόγελο κάτω από το -πάντα τριών ημερών- μουστάκι και μούσι του και έξυνε δήθεν αμήχανα το κεφάλι του ρωτώντας το έτοιμο να λιποθυμήσει νεαρό κορίτσι:

-Γεια σου και σε σένα! Μαρία νομίζω, ε;

Όλες Μαρίες τις ‘νόμιζε’, έτσι κι αλλιώς και μόνο που τους απεύθυνε τον λόγο, εκείνες είχαν χάσει την γη κάτω από τα πόδια τους και ήταν πρόθυμες να τις αποκαλεί Μαρία ακόμα κι αν τις έλεγαν Παναγιώτα, Κατερίνα, ή Άννα.

Ο Νίκος από πολύ μικρός είχε καταλάβει πως κανένα θηλυκό δεν μπορούσε να αντισταθεί στην γοητεία του. Η πρώτη του κατάκτηση ήταν η μαμά και συνέχισε να ‘ρίχνει’ ότι έφερνε σε γυναίκα και ανέπνεε σε απόσταση χιλιομέτρου γύρω του. Γιαγιά Δάφνη και γιαγιά Αιμιλία κατέθεσαν τα όπλα με την πρώτη ματιά και το πρώτο χαμόγελο του νεογέννητου μέλλοντα γόη και καρδιοκατακτητή!

Ο Νίκος απλώς χαμογελούσε και οι γυναίκες έπεφταν σαν Λαβωμένες Ψυχές στα πόδια του. Τα επόμενα θύματά του ήταν οι δασκάλες του: «Αχ Κατερίνα με κοιτάει μ’ εκείνο το βλέμμα το απίστευτο ο Νίκος σου και δεν μπορώ να του αντισταθώ του άτιμου του μπόμπιρα…» ενώ παράλληλα οι συμμαθήτριές του έπεφταν χτυπημένες από τα βέλη ενός ανήλικου, -όπως κι εκείνες-, έρωτα.

Στο γυμνάσιο ούτε καν πρόφτασε να χαμογελάσει, προηγήθηκε η φήμη του και τον περίμεναν να εμφανιστεί για να το πιστέψουν πως υπήρχε τέτοιο παιδί: όμορφο, ντροπαλό, έξυπνο και εξαιρετικός μαθητής.

Στην Αθήνα ‘σκότωσε’ κάθε θηλυκό που υπήρχε στην Ιατρική Σχολή και στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό που σύχναζε μιας και με τον μπαμπά είχαν μια πολύ αγαπησιάρικη σχέση. Και γιατί να μην έχουν δηλαδή; Μέχρι που μπήκα εγώ στην ζωή τους ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια!

Έτσι ο αδελφός μου είχε όποτε ήθελε όποιο κορίτσι ήθελε, έλα όμως που ήταν ‘δύσκολος’. Οι σχέσεις του ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού και οι φίλες του κι εκείνες επιλεγμένες με πολύ υψηλά κριτήρια.

Μια απ τις καλύτερες φίλες του ήταν η και δική μου φίλη, -η Λήδα. Για να λέμε την αλήθεια ήταν πρώτα δική του φίλη κι έτσι σαν φίλη του μου την σύστησε και εκείνη μου έδωσε μια κάποια σημασία. Έλεγε πως με συμπαθούσε πιο πολύ από όλες τις άλλες στο γυμνάσιο κι ας ήμουν δυό χρόνια μικρότερη της και ήμουν σχεδόν περήφανη που δεν ήμουν μια από τις ‘αυλικούς’ της που τους έτρεχαν τα σάλια να μπουν στον κύκλο της.

Η φιλία του αδελφού μου και της μετέπειτα φίλης μου ξεκίνησε το καλοκαίρι του ΄70 που εκείνη τελείωνε την έκτη δημοτικού. Οι παρέες των πιτσιρικάδων της εποχής, μετά από την τελευταία παράσταση δέκα με δώδεκα των θερινών σινεμάδων, γυρνούσαν στην κεντρική πλατεία για να συναντήσουν τα μεγαλύτερα αδέλφια τους, κι όλοι μαζί να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Συνήθως η ‘ολονυχτία’ ξεκινούσε στο ‘πόδι’, «τώρα, φεύγουμε σε ένα λεπτό, μην τραβάς την μπλούζα και χασμουριέσαι!» έκαναν ενοχλημένοι οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους. Κάποιο έργο θα ήταν να κάνουν κριτική, κάποιο τραγούδι να αναλύσουν βαθυστόχαστα, και ξεκινώντας την κουβέντα ‘στο πόδι’, -όρθιοι στην πλατεία-, συνέχιζαν στα τραπέζια του κεντρικού ζαχαροπλαστείου πίνοντας από μισή παγωμένες πορτοκαλάδες και τρώγοντας μια-κοφτή-δια-δυο -και πάλι μισή μερίδα ο καθ’ ένας-, μέχρι τις πρωινές ώρες. Μέχρι που ή κάποιο απ τα μικρότερα απλωνόταν σε δυο μαζί καρέκλες του σκηνοθέτη και το έπιανε ο ύπνος, κι ο μεγαλύτερος επί τέλους αποφάσιζε να συμπεριφερθεί σαν υπεύθυνος αδελφός και το ξυπνούσε και έπαιρνε όλη η παρέα τον δρόμο για τον γυρισμό, -κάλιο αργά παρά ποτέ-, ή κάποια μάνα κατάφτανε αναστατωμένη, με τα μαλλιά τυλιγμένα σε ρολά και ‘δίχτυ’ να τα κρατάει στο κεφάλι -«πω ρε το χουνέρι το ρεζιλίκι που μου έκανε η μάνα μου σκεφτόταν ο δύστυχος γιος ή κόρη»-, και άρχιζαν οι επιπλήξεις:

-Δεν ντρέπεστε καλέ τέτοια ώρα ακόμα έξω; Βλέπετε άλλα παιδιά καλών οικογενειών να κυκλοφορούν σαν τους αλήτες;

Δεν είχε σημασία πως όλα τα παιδιά που ήταν παρόντα, -αγόρια και κορίτσια- ήταν από καλές οικογένειες, στο κάτω-κάτω με ποια μέτρα και σταθμά θα αξιολογούσε κάποιος τις οικογένειες σε καλές και κακές εκείνη την εποχή που οι νέοι ήταν τόσο έτοιμοι να αρπάξουν την πέτρα και να την στύψουν μέχρι να βγάλει μύρο;

Ο αδελφός μου είχε γνωρίσει από τον αδελφό της την Λήδα -που αν και ήταν χρόνια μικρότερή του έμενε με τους μεγάλους μέχρι το πρωί και ενώ στην αρχή άκουγε και δεν μιλούσε, μέχρι το τέλος του καλοκαιριού είχε και Άποψη και Λόγο.

Ο αδελφός μου ο Νίκος ήταν συμμαθητής και φίλος με τον Νικόλα, τον δικό της αδελφό. Στην διάρκεια των έξι χρόνων του γυμνασίου από προέφηβοι έγιναν έφηβοι και μετά νεαροί άνδρες, μεγάλωσαν μαζί, είχαν κοινή πορεία. Μετά ο αδελφός μου πέρασε στην Αθήνα κι ο Νικόλας έφυγε για Ιταλία. Για ένα-δυο χρόνια συναντιόντουσαν στις διακοπές των Χριστουγέννων και του καλοκαιριού στην πόλη μας, κι ήταν σαν να μην είχαν χωρίσει ποτέ, μετά ο Νικόλας δεν ξαναγύρισε ούτε τα επόμενα Χριστούγεννα, ούτε τα επόμενα καλοκαίρια… Όταν εμφανίστηκε και πάλι μετά από πολλά χρόνια όλοι έλεγαν πως είχε αλλάξει. Ο μόνος που έδειχνε σαν να μην είχε χάσει επαφή μαζί του ήταν ο αδελφός μου, κι αυτό ήταν παράξενο μιας και ζούσαν σε άλλους κόσμους κι είχαν χρόνια να συναντηθούν, -ή τουλάχιστον έτσι ήθελαν να μας κάνουν να πιστεύουμε…

Όταν ο αδελφός μου γνώρισε την Λήδα ήταν το πρώτο μου καλοκαίρι στο Saint Jiles στο Λονδίνο. Μια βδομάδα αφού έδωσα τέλειωσα με τις εξετάσεις της πρώτης γυμνασίου ο μπαμπάς και η μαμά με συνοπτικές διαδικασίες με ‘φόρτωσαν’ στο αεροπλάνο και με ‘πάρκαραν’ στο Αγγλικό κολλέγιο για δυόμιση μήνες. Τα επόμενα πέντε χρόνια ήμουν για τουλάχιστον δυο μήνες κάτοικος Μεγάλης Βρετανίας και έμαθα να μιλώ και να συμπεριφέρομαι σαν γνήσια Βρετανιδούλα -oh my God, how boring!

Έμαθα όμως και πως να λαδώνω κάποιους φύλακες και να με βγάζουν από και να με βάζουν στο κολλέγιο όποτε είχε καλές συναυλίες ή -τον τελευταίο χρόνο-, για να συναντώ τον Ισπανό street artist που είχα γνωρίσει σε ένα μπαράκι. Ομολογουμένως υπέροχο, -εκεί κοντά στα εικοσιπέντε-, ‘τυπάκι’, απελευθερωμένο, μου έμαθε πώς να κάνω κύκλους καπνού με το τσιγάρο μου, σε ποια μπαράκια θα βρω τις πιο καλές μπύρες, πώς να ξεχωρίζω το καλύτερο ‘χόρτο’, και τέλος μου έμαθε πώς να χαίρομαι μαζί του terrific but unsafe sex. Στα δεκαεφτά μου γύρισα στην Ελλάδα τρελά ερωτευμένη και πολύ έγκυος πράγμα που το συνειδητοποίησα δυο μήνες αργότερα. Ευτυχώς είχα κρατήσει το τηλέφωνό του στην Ισπανία, -είχε γυρίσει ήδη πριν από εμένα στο σπίτι του μιας και του είχαν τελειώσει τα χρήματα που του είχε δώσει ο μπαμπάς του.

Του τηλεφώνησα ενθουσιασμένη, ήξερα ήδη τι θα μου πρότεινε: Να έρθει με την άμαξά του την πριγκιπική, να με αρπάξει απ την δυσλειτουργική οικογένεια που ήμουν εγκλωβισμένη, και να ζήσουμε μαζί, εμείς κι ο γιος μας, -δεν μπορεί τέτοιοι έρωτες μόνο αγόρια γεννούν-, στην Ισπανία όπου εκείνος θα τέλειωνε την σχολή Καλών Τεχνών που παρακολουθούσε κι εγώ θα μεγάλωνα τον καρπό του μεγάλου μας έρωτα με όση αγάπη δεν μου είχαν δώσει οι δικοί μου γονείς.

Απάντησε η μητέρα του, αναγνώρισα την φωνή της γιατί του είχα τηλεφωνήσει κάμποσες φορές και συνήθως τον φώναζε:

-Ven al telefono hijo mio, tu grieguita te està buscando!, -έλα στο τηλέφωνο αγόρι μου, σε θέλει η μικρή σου Ελληνίδα!

Δεν ήταν δύσκολο να πιάσω το περιπαιχτικό της ύφος αλλά δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα, όταν θα με γνώριζε θα άλλαζε γνώμη για μένα! Έτσι κι αλλιώς σύντομα θα γινόμουν νύφη της και μάνα του εγγονού της!

Όνειρα, όνειρα, όνειρα… Κάθε φορά που του τηλεφωνούσα ο Carlos ήταν όλο και λιγότερο διαχυτικός, όλο και πιο απόμακρος. Και του τηλεφωνούσα πάντα εγώ, ενώ την τελευταία βραδιά που με αγκάλιαζε μου έλεγε πως θα μου τηλεφωνεί τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα μέχρι το επόμενο καλοκαίρι που λογικά δεν θα πήγαινα στο Λονδίνο μιας και θα έδινα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και θα ερχόταν εκείνος να με βρει στην Ελλάδα.

-Έγκυος, τον άκουσα να μου λέει ξέπνοα στα Αγγλικά, πως τα κατάφερες έτσι;

Πως τα κατάφερα; Πως τα κατάφερα εγώ, μόνη μου, mi amor; Μαζί τα καταφέραμε, μαζί, κάθε φορά που μου έλεγες πως ξέρεις να προσέχεις και πως πρέπει να γνωρίσουν τα σώματά μας το ένα το άλλο χωρίς πλαστικά ανάμεσά μας!

Κι όσο πιο απόμακρος ακουγόταν τόσο πιο πολύ πάγωνε η ψυχή μου μέχρι που έχασα γη και χρόνο στις τελευταίες του προτάσεις πριν κλείσει το τηλέφωνο:

-I can’t see how I be of any help, I am Spain, you are Greece. Two months after you call me stating you are expecting after random sex. How I know this kid is mine? Not my business! Grow up and go have an abortion! Δεν βλέπω πως μπορώ να σε βοηθήσω, εγώ είμαι στην Ισπανία κι εσύ είσαι στην Ελλάδα. Δυο μήνες αργότερα μου τηλεφωνείς να μου αναφέρεις πως είσαι έγκυος μετά από τυχαίο σεξ μαζί μου. Κι εγώ που να ξέρω πως είναι δικό μου το παιδί; Δεν με αφορά! Άντε ωρίμασε και πήγαινε να κάνεις έκτρωση!

Η μητέρα του δεν τον φώναξε ποτέ ξανά όσες φορές κι αν τηλεφώνησα. Άκουγε την φωνή μου, άκουγε το κλάμα μου, με άκουγε να φωνάζω το όνομά του και απλά έκλεινε το τηλέφωνο.

Μετά από λίγες μέρες και για όσες φορές τηλεφώνησα από κει και πέρα, μια φωνή στα Ισπανικά και στα Αγγλικά έλεγε πως ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός δεν ανήκε σε συνδρομητή.

Ο πρώτος μου έρωτας, ο πρώτος μου ερωτικός σύντροφος, ο πατέρας του πρώτου μου παιδιού αδιαφόρησε και για μένα και για το παιδί μας. Για άλλη μια φορά ήμουν ανεπιθύμητη, βρέθηκα εκεί που δεν έπρεπε και έχασα για άλλη μια φορά. Μόνο που τώρα δεν ήμουν εγώ το μωρό, εγώ ήμουν η μάνα ενός μωρού που δεν ήθελε κανένας. Κι αυτό το μωρό μεγάλωνε μέσα μου, κι εγώ, η μάνα του έπρεπε ν’ αποφασίσω τι θα κάνω…

Δεν μου ήταν άγνωστο θέμα η τεκνοποίηση των θηλαστικών ούτε από εγκυκλοπαιδικές γνώσεις έπασχα, ούτε από πρακτικές, -απ ότι έδειχναν τα αποτελέσματα. Έπρεπε να είμαι ήδη στα τέλη της ένατης ή αρχές της δέκατης εβδομάδας μιας και η τελευταία φορά που κοιμήθηκα με τον Carlos ήταν το τελευταίο βράδυ που έμεινε στην Αγγλία, δηλαδή στις εφτά Αυγούστου. Τα περιθώρια στένευαν ενώ οι πρωινοί εμετοί και οι περίεργες επιθυμίες μου δεν είχαν σταματημό. Μέχρι και παγωτό μόκα με πίκλες είχα φάει μουγκρίζοντας με ενθουσιασμό!

Επόμενη έρευνα, -που δεν είχε χρειαστεί να προσθέσω στις γνώσεις μου μέχρι τώρα-, ήταν πώς να ‘ξεμείνεις’ έγκυος αφού πρώτα έχεις μείνει. Στην βιβλιοθήκη θα έβρισκα τις απαντήσεις. Δεν μπορεί θα υπάρχουν τρόποι που δεν θα χρειάζεται επίσκεψη σε γυναικολόγο. Και στην σκέψη και μόνο πως θα πήγαινα σε γιατρό ένιωθα πύρινα δάχτυλα να αρπάζουν τον λαιμό μου. Εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμα ‘εφευρεθεί’ το ιατρικό απόρρητο, -ή στην πόλη μας ήταν άγνωστες λέξεις-, αλλά ακόμα κι αν υπήρχε, οι συνάδελφοι της μαμάς μου θα το έσπαζαν. Ήταν η μοναδική γυναίκα γιατρός της πόλης και όλοι την γνώριζαν και αυτή και τα παιδιά της.

-Περίεργα τα θέματα που ψάχνεις, λες να ετοιμάζεσαι κι εσύ για την Ιατρική σαν τον μεγαλύτερο αδελφό σου; με ρώτησε μετά από έρευνα μερικών ημερών η κυρία Αναστασία η βιβλιοθηκάριος-φιλόλογος και χώρο-χρόνο-ταξιδιώτισσα.

-Τώρα τελευταία ασχολούμαι με την γέννηση, προσπάθησα να κατευθύνω το ενδιαφέρον της για την έρευνά μου σε άλλα μονοπάτια.

-Και τον θάνατο επίσης, συμπλήρωσε πριν τελειώσω την πρότασή μου λες κι ήξερε τι θα πω πριν σκεφτώ την απάντηση εγώ η ίδια.

-Τι εννοείς; ρώτησα σαν μαγνητισμένη απ την απάντησή της.

-Ξέρεις η γέννησή μας σε ένα σύμπαν μπορεί να σημαίνει και τον θάνατό μας σε ένα άλλον μιας που δεν γεννηθήκαμε εκεί ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και στην αντίθετη περίπτωση φαντάζομαι. Ο θάνατος μας μπορεί να σημαίνει το εισιτήριο μας για την γέννησή μας σε κάποιο άλλο σύμπαν που δεν θα συνέβαινε αν δεν είχαμε πεθάνει σε τούτο. Κι έτσι όσα μωρά δεν θα γεννηθούν στον κόσμο μας αποκτούν αυτόματα το δικαίωμα να γεννηθούν σ’ έναν άλλο Κόσμο καλύτερο -ίσως-για εκείνα. Έναν κόσμο που θα τα περιμένει με λαχτάρα, γιατί μπορεί να είναι ακόμα κι ο Σωτήρας του Κόσμου που θα γεννηθούν. Κανείς και ποτέ δεν ‘πεθαίνει’, μικρή μου Φημονόη, είμαστε απλά μια ενέργεια που εγκλωβίζεται ηθελημένα ή μη στην ύλη διάφορων Κόσμων για να αποκτήσει την Γνώση όχι μόνο σαν Έννοια αλλά και σαν Ύπαρξη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ευτυχισμένη είμαι που σε γνώρισα από τα παιδικά χρόνια, πολύ πριν γίνεις διάσημη δημιουργός σχάσης για ένα τουλάχιστον Σύμπαν. Σε δέκα χρόνια θ’ αναρωτιέσαι ακόμα αν είσαι τόσο παλαβή όσο κι εγώ και οι μελλοντολογικές μου φαντασιώσεις αλλά σε εικοσιπέντε θα είσαι ‘διαβασμένη’ και πανέτοιμη για το ραντεβού σου με την ιστορία των Συμπάντων των εικοσιέξι διαστάσεων!

Θα μπορούσα να κάθομαι να την ακούω με τις ώρες, αυτή την γυναίκα την θαύμαζα για το ‘άπλωμα’ της φαντασίας της που το χάριζε απλόχερα σε όποιον το έψαχνε για να γαληνέψει η ψυχή του. Όμως αυτή την εποχή δεν είχα ούτε τον χρόνο, ούτε την ψυχική δύναμη να ξαπλώσω πάνω στους μύθους, και τα παραμύθια της να με ταξιδέψουν στους παράξενους κόσμους που μας έστελνε.

Γύρισα στο σπίτι και άνοιξα τις σημειώσεις μου. Είχα υπογραμμισμένες δυο προτάσεις:

«Περίεργα τα θέματα που ψάχνεις, λες να ετοιμάζεσαι κι εσύ για την Ιατρική σαν τον μεγαλύτερο αδελφό σου;» και «Όσα μωρά δεν γεννηθούν στον κόσμο μας αποκτούν αυτόματα το δικαίωμα να γεννηθούν σ’ έναν άλλο Κόσμο καλύτερο για εκείνα, σ’ ένα Κόσμο που θα τα περιμένει γιατί ίσως να είναι ακόμα κι ο Σωτήρας του Κόσμου εκείνου…».

Από το δωμάτιο του Νίκου ακουγόταν κλασσική μουσική. Χτύπησα και άνοιξα την πόρτα αποφασιστικά.

-Τι συμβαίνει μουτράκι μου και είσαι σκοτεινιασμένο; με ρώτησε διαισθανόμενος την αγωνία μου πιο πολύ παρά βλέποντας το πρόσωπό μου.

Κάθισα στην καρέκλα του γραφείου του, του γεμάτου με ιατρικά συγγράμματα και μελέτες. Γύρισα και τον κοίταξα κατάματα.

-Είμαι έγκυος κοντά στις εννιά με δέκα εβδομάδες, ο πατέρας του παιδιού μου έχει βγει απ την ζωή μου και θέλω το μωρό μου να γεννηθεί σε Κόσμους που δεν θα είναι ανεπιθύμητο.

-Φοβάμαι πως ο πατέρας του παιδιού σου δεν μπήκε ποτέ στην ζωή σου αλλά μόνο στο σώμα σου. Μόλις τελειώσει όλο αυτό θα μιλήσεις με μια καλή μου φίλη και συνάδελφο για αντισύλληψη, αφροδίσια και πολλά άλλα. Φαντάζομαι πως δεν θέλεις να μιλήσεις με την μαμά, αν το ήθελες δεν υπήρχε λόγος να μιλήσεις μαζί μου. Το ξέρεις πως η αναίτια διακοπή κύησης είναι ποινικά κολάσιμη;

Στις εικοσιτέσσερις Οκτωβρίου φύγαμε με τον Νίκο για την Αθήνα -υποτίθεται για να ψωνίσω ρούχα για την παρέλαση. Στις εικοσιπέντε το πρωί μπήκα σε ιδιωτική κλινική που είχε ήδη κλείσει ραντεβού ο αδελφός μου μέρες πριν. Από την κλινική τηλεφωνήσαμε στην μαμά πως έπεσα στις σκάλες και χτύπησα το πόδι μου. Μέχρι το μεσημέρι το μωρό μου πήρε εισιτήριο για έναν άλλο Κόσμο που δεν θα ήταν ανεπιθύμητο. Την επόμενη μέρα πήρα εξιτήριο, αφού μου φόρεσαν ελαφρό γύψο για διάστρεμμα δευτέρου βαθμού. Ήταν πολύ λογικό να μην ταξιδέψω τις επόμενες τρεις μέρες μιας που και οι δυο γιατροί της οικογένειας,  -αδελφός και μητέρα-, θεώρησαν πως έπρεπε να ξεκουραστώ πριν ταξιδέψουμε και κουράσω το πόδι μου για ώρες στο αμάξι του Νίκου. Ευτυχώς ο πατέρας μας έλειπε σε συνέδριο και το σπίτι ήταν δικό μας-καταδικό μας.

Επιστρέψαμε στο πατρικό μας την επόμενη Πέμπτη, το πόδι μου είχε σχεδόν θεραπευτεί, το σώμα μου είχε θεραπευτεί, η ψυχή μου όμως όχι. Για μήνες ξυπνούσα με εφιάλτες από σπαρακτικό  κλάμα μωρού να  τρυπά το μυαλό και την καρδιά μου.

Το δεύτερο παιδί μου γεννήθηκε δέκα χρόνια αργότερα και πάλι στις εικοσιπέντε Οκτώβρη. Ήταν το πιο όμορφο μωρό του κόσμου και πώς να μην ήταν μιας κι ο πατέρας του κι εγώ το περιμέναμε ανυπόμονα να ρθει να ολοκληρώσει την ευτυχία μας; Την στιγμή που άκουσα το πρώτο κλάμα του ευχαρίστησα νοερά εκείνο το άλλο  πλάσμα που  στερήθηκε το μωρό ‘μας’ και του έδωσε το δικαίωμα και την ευκαιρία να γεννηθεί σ’ ένα κόσμο που θα ήταν πολυπόθητο και πολύ-λατρεμένο.

Advertisements