ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΣΕ ΡΩΓΜΕΣ

  1. Κάπου στην Ελλάδα

  α. Στην ρωγμή δυό χρόνων

 Είχα χωθεί στην αγκαλιά του μεγαλύτερου αδελφού μου και έκλαιγα σπαρακτικά ενώ το κουδούνι δεν έλεγε να σταματήσει.

-Χριστίνα, η Χριστίνα μας, θέλω να πάω κάτω στην Χριστίνα μας.

-Έλα μωρό μου δεν κάνει, δεν κάνει Μιμίκα μου, δεν θέλω να έχεις τέτοιες μνήμες…

Αγκαλιασμένοι μπήκαμε στο δωμάτιο των κοριτσιών. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα, την κλείδωσε και με έβαλε να καθίσω στην κάτω κουκέτα.

-Πάω να ανοίξω την πόρτα, θα ‘ρθει πολύς κόσμος σε λίγο, θα ‘ρθει και η Αστυνομία.

-Δεν κάναμε τίποτα εμείς στον μπαμπάαα, κλαψούρισα.

-Εσύ δεν θα βγάλεις κουβέντα, θα μιλήσω μόνο εγώ, θυμάσαι το έργο που το κοριτσάκι έπαθε σοκ και έπαψε να μιλάει; Έτσι κι εσύ, έπαθες σοκ, δεν μιλάς, μόνο εγώ μιλάω.

-Ναι, αλλά θέλω να κλάψω!

-Κλαίγε όσο θες, όμως Μιμικάκι μην μιλάς άλλο πρέπει να ανοίξω ην πόρτα και να σκεφτώ τι θα πω…

-Θα πεις ψέματα;

-Θα πω τα πάντα για να σε σώσω…

Άνοιξε την πόρτα κι η πρώτη που μπήκε ήταν η κυρία Ρωξάνη. Τον αγκάλιασε και έτρεξα κι εγώ στην αγκαλιά της. Την ακολούθησαν οι δυο κόρες της κι ο άνδρας της που πήγε να ανοίξει την μπαλκονόπορτα. Γύρισε προς τον Μανώλη και άπλωσε το χέρι του.

-Η μπαλκονόπορτα δεν πρέπει να μείνει κλειστή, δεν υπάρχει λόγος.

-Φοβήθηκα μην ξαναβγεί η Μιμίκα, εννοώ η αδελφή μου η μικρή, η Δήμητρα.

Αυτοί οι δυο μιλούσαν κι ήξερε ο ένας τι εννοούσε ο άλλος. Ο κύριος Μιχάλης βγήκε στο μπαλκόνι και έκανε μια βόλτα πάνω-κάτω σπρώχνοντας παιχνίδια που ήταν σ’ όλο το μήκος προς το μέρος της μπακλονόπορτας που βγήκε. Κούνησε το κεφάλι του σκεφτικά κοιτώντας προσεκτικά τα πλακάκια.

-Άτιμο χιόνι όταν παγώνει σε πλακάκι, γίνεται πολύ επικίνδυνο και γλιστράει πολύ, είπε, και μ’ όλα τα παιχνίδια μπροστά στην μπαλκονόπορτα εύκολα παραπατάς, συνέχισε και κοίταξε τον Μανώλη στα μάτια περιμένοντας τον αδελφό μου να συμφωνήσει.

Σε λίγα λεπτά το σπίτι μας γέμισε με γνωστούς και αγνώστους που όλοι μας αγκάλιαζαν και μας παρηγορούσαν. Ο Κώστας και η Κρινιώ προσπάθησαν να με ηρεμήσουν και να με απομακρύνουν απ το μπαλκόνι που είχα ξαναβγεί, αλλά εγώ τους ξέφυγα και κόλλησα πάλι σαν στρείδι στον αδελφό μου.

Εκεί ανάμεσα στους άγνωστους ήταν και ο Ιωαννίδης. Φαινόταν από μακριά αυτός ο άνθρωπος πως δεν ήταν ένας γείτονας, ή κάποιος που μας γνώριζε και είχαμε σχέσεις. Πρώτα πλησίασε τον Κώστα και την Κρινιώ και κάτι τους είπε κι όλοι μαζί ήρθαν προς το μέρος μας.

-Ο κύριος Ιωαννίδης, μας είπε χαμηλόφωνα, λες κι όλος ο κόσμος ήξερε ποιος ήταν ο κύριος Ιωαννίδης και τι είχε έρθει να κάνει.

-Άργησες πολύ και τώρα δεν σε χρειαζόμαστε.

-Θα χρειαστείτε χρήματα και πρέπει να ξέρετε πως θα μπορείτε να κάνετε αναλήψεις.

-Αναλήψεις;

-Εχμμμ, ναι υπήρχε πάντα ένα λογαριασμός που υπήρχαν κάποιοι δικαιούχοι. Ο πατέρας σας, η μητέρα σας, εσείς, -τα τρία παιδιά-, και ο εντολέας μου. Κάθε μήνα έμπαινε κάποιο ποσό αν και βέβαια μέχρι πρόσφατα δεν είχαν γίνει αναλήψεις. Ξεκίνησαν όταν αρρώστησε η μητέρα σας…

-Ο γέρος έβαζε χρήματα στην τράπεζα για τους γονείς μου;

-Νεαρέ μου, οι γονείς μισούν τις πράξεις των παιδιών τους, όχι τα ίδια τους τα παιδιά…

-Θα διαφωνούσα μαζί σου αν είχα χρόνο να φιλοσοφήσω. Πρέπει να βρω τρόπο εγώ και η αδελφή μου να μείνουμε μαζί και δεν έχουμε συγγενείς που να μας θέλουν.

-Πιστεύω πως κάτι θα βρεθεί σύντομα.

-Αμφιβάλλω, μόλις μας αναλάβει η Πρόνοια θα ανακαλύψει πως τα χαρτιά μας είναι ψεύτικα.

-Τα δικά σας χαρτιά δεν είναι πλαστά, θα βρεθεί λύση σύντομα. Θα έχετε νέα μου.

Γύρισε την πλάτη και έφυγε και μαζί του και άλλοι δυο.

Κόσμος συνέχισε να έρχεται και να φεύγει, κι όλο και πιο λίγοι ήταν οι γνωστοί, κι όλο πιο πολλοί οι άγνωστοι. Φαντάζομαι πως είχε μαθευτεί πια σ’ όλη την Κυψέλη και πηγαίνοντας οι παρέες από σπίτι σε σπίτι για να διασκεδάσουν περνούσαν κι απ’ το δικό μας από νοσηρή περιέργεια…

Κι ύστερα ακούστηκαν πυροβολισμοί στον αέρα και φωνές και τραγούδια και αναβόσβημα των φώτων σ’ όλα τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών που έβλεπαν τον ‘κοινόχρηστο’ τον δικό μας. Να είχαν άραγε καταλάβει τι είχε συμβεί σ’ ένα απ τα διαμερίσματα που τα παιδιά έπαιζαν με τις ανεμόσκαλες και ‘γκρέμιζαν τοίχους’ δυο καλοκαίρια τώρα; Οι φίλοι μας το είχαν μάθει πως η Χριστίνα δεν θα ξανά-άρπαζε τα σκοινιά της σκάλας να ανέβει τον σαγρέ καλοβαμμένο άσπρο τοίχο μας έχοντας τα σαντάλια της δεμένα στον λαιμό για να μην τον λερώσει; Το ήξεραν πως δεν θα την έβλεπαν να κάνει ποδήλατο στο Άλσος, ξανά; Θα θυμόταν κανένας απ τα ‘παιδιά του κοινόχρηστου χώρου’ πως την τελευταία φορά που είπε τα Κάλαντα η Χριστίνα έπαιζε ζαμ’πόνια που ήταν ένα Περουβιανό μουσικό όργανο; Θα θυμόταν κανείς σε μερικά χρόνια το όνομά της, και σε λίγα περισσότερα το πρόσωπο της;

Από παντού ακουγόταν φωνές και γέλια και τραγούδια…

Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά,
και του χωρισμού ο πόνος, ας κοιμάται στην καρδιά.

Καλή χρονιά, χρονιά πολλά,

χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά.

Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά,
ήρθε ο νέος με τα δώρα, με τραγούδια με χαρά.

Μα κι αν φεύγεις μακριά μας, στην καρδιά μας πάντα ζει
κάθε λύπη και χαρά μας, που περάσαμε μαζί.

 …την ώρα που μπήκαν τρεις αστυνομικοί μαζί με μια νέα, ψηλή γυναίκα με καρτελάκι στο πέτο της.

-Τι ακριβώς έγινε εδώ, ρώτησε εκείνος που είχε πολλά γαλόνια. Υπάρχουν άλλα μέλη της οικογένειας;

Βγήκαν στο μπαλκόνι, ένα μπαλκόνι που είχαν βγει και κάνει βόλτες η μισή Ευελπίδων της Κυψέλης τσαλαπατώντας και κλωτσώντας μπάλες και παιχνίδια και χιόνι λιωμένο.

-Κοίτα την θέση των σωμάτων είπε η νεαρή, ψηλή γυναίκα στον Αστυνόμο. Το κοριτσάκι είναι από κάτω, προφανώς γλίστρησε και στην προσπάθειά του να το σώσει ο πατέρας το άρπαξε και παρασύρθηκε μαζί της. Τι τραγωδία!

-Σσσσς, ψιθύρισε στ’ αυτί μου ο Μανώλης. Αυτό βλέπουν κι αυτό θα πούμε κι εμείς. Η Χριστίνα γλίστρησε, εκείνος την άρπαξε για να την σώσει και τον παρέσυρε.

-Μα δεν είναι η αλήθεια Μανώλη, δεν έγινε έτσι…

-Αν πούμε την αλήθεια θα αρχίσουν να ψάχνουν στο σώμα της Χριστίνας, όχι άλλο Μιμίκα μου, φτάνει, αρκετά υπέφερε!

Η νέα, ψηλή γυναίκα κάθισε στο πάτωμα απέναντί μας και μας αγκάλιασε και τους δυο. Μας έσφιξε έτσι όπως μόνο κάποιος που ήξερε τι θα πει πόνος μπορούσε να κάνει, μέχρι που καταλάγιασαν τα αναφιλητά μας. Μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου σήκωσε το πρόσωπο. Μου έσκασε το πιο όμορφο χαμόγελο που είχα δει -μετά από το χαμόγελο της μαμάς βέβαια-, μου καθάρισε τα μάτια από τα δάκρυα και μου είπε τρυφερά.

-Εσύ πρέπει να είσαι η Μιμίκα, ε; Τι όμορφο κοριτσάκι που είσαι μικρή σκατούα! Εμένα με λένε Δάφνη και είμαι κοινωνική λειτουργός. Θα κάνω ότι περνάει απ’ το χέρι μου να μην κλάψετε ποτέ ξανά εσύ κι ο Μανώλης!

Ήταν η πρώτη μέρα του 2000, μέρα των δέκατων γενεθλίων μου. Ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε με τον αδελφό μου πως η κοινωνική λειτουργός ήξερε τόσα πολλά για την οικογένειά μας, τα ονόματα, τα υποκοριστικά μας και πως ξαφνικά βρεθήκαμε να είμαστε δυο ανήλικα, -βαθιά τραυματισμένα ψυχικά-, ορφανά και από τους δυο γονείς και χωρίς άλλους συγγενείς απ’ όσο ξέραμε…

Οι δυο ένστολοι άρχισαν να απομακρύνουν τον κόσμο και επέτρεψαν μόνο τον Κώστα, την Κρινιώ και τον κύριο Μιχάλη να μείνουν μαζί μας.

Ο Αστυνόμος μας έβαλε να καθίσουμε στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού, -εκείνο που κάποτε γέμιζε με τον μπαμπά και την μαμά και την Χριστίνα κι εμάς τους δυο που είχαμε απομείνει-, ένα καναπέ που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να γεμίσουμε ξανά. Πήρε μια καρέκλα, -καλά πως βρέθηκε η καρέκλα της κουζίνας στο σαλόνι, χάνι το είχαν καταντήσει το σπίτι μας-, και κάθισε απέναντί μας. Η κυρία που την έλεγαν  Δάφνη και ήταν κοινωνική λειτουργός, ήρθε πίσω απ τον καναπέ και μας αγκάλιασε και τους δυο προστατευτικά.

-Τι έγινε εδώ παιδιά; Πως βρέθηκαν ο μπαμπάς κι η αδελφή σας από τον τρίτο στο ισόγειο; Ρώτησε ο Αστυνόμος.

-Εμμμ, ήμασταν στο δωμάτιο των κοριτσιών και έπαιζε η Χριστίνα ζαμ’πόνια, -μουσικό όργανο είναι-, και…

-Γιατί δεν ήσασταν εδώ στο σαλόνι;

-Εμμμ, δεν θέλουμε να χαλάσουμε τα σεμεδάκια και τα πλεχτά, τα έφτιαξε η μαμά μας.

-Και μετά;

-Και μετά τι;

-Πως βρεθήκατε παιδί μου από ένα δωμάτιο στο μπαλκόνι;

-Δεν βρεθήκαμε όλοι μόνο η Χριστίνα κι αυτός…

-Αυτός; Εννοείς τον μπαμπά σου όταν λες ‘αυτός’;

Μέχρι κι εγώ το καταλάβαινα πως όσο πιο πολλά έλεγε, τόσο πιο πολύ τα σκάτωνε ο Μανώλης.

-Η μπάλα μου, πετάχτηκα κλαίγοντας. Η κόκκινη, η μεγάλη με τις πολύχρωμες βούλες.

-Θα σου την φέρουμε μετά, παιδί μου.

-Όχι δεν την θέλω, την ήθελα και ήταν έξω στο μπαλκόνι κι εγώ έκλαιγα και την ήθελα!

-Και βγήκε η Χριστίνα να την φέρει και γλίστρησε στο παγωμένο χιόνι στα πλακάκια, παραπάτησε και έπεσε απ τα κάγκελα. Ο μπαμπάς έτρεξε και την άρπαξε αλλά τον τράβηξε με το βάρος της

Αμάν βρε Μανώλη έτσι και δεν άνοιγα το στόμα μου θα μας έπιαναν. Δεν είχαμε κάνει κάτι κακό, απλά αν άρχιζαν θα έβρισκαν πολλούς σκελετούς στις ντουλάπες μας… Την έκφραση την είχα ακούσει σε ένα Αμερικάνικο αστυνομικό, -σε υπότιτλο την είχα διαβάσει δηλαδή για να λέμε την αλήθεια-, και μου άρεσε πολύ…

-Τα παιδιά είναι πολύ κουρασμένα κύριε Αστυνόμε, μήπως να τα πάρουμε από δω;

-Εδώ είναι το σπίτι μας, δεν φεύγουμε απ το σπίτι μας! επαναστάτησε ο αδελφός μου.

-Που θα τους πάμε τέτοια μέρα; Έκανε αποκαμωμένος ο αστυνόμος;

-Μίλησα νωρίτερα με δομές και είναι τα πάντα γεμάτα…

-Άρα θα τα πάρουμε στο Τμήμα στην Θήρας και αύριο βλέπουμε.

-Αύριο εννοούμε στις δυο του μήνα; Δεν είναι τα πάντα κλειστά;

-Ωχ, Χριστέ μου, τι θα τα κάνω για δυο μέρες στο Α.Τ. μετά απ το σοκ που πέρασαν;

-Να πρότεινα να τα πάρω εγώ;

-Να τα πας που βρε Δάφνη;

Ο Αστυνόμος είχε σπάσει τελείως, κι ο τρόπος που μιλούσαν έδειχναν πως προσποιούνταν πως γνωρίζονταν μόνο επαγγελματικά.

-Σπίτι μου, ως συνήθως; Έλα βρε Ηλία, στην πλατεία μένω, έτσι και τα ζητήσει κάποιος, μου τηλεφωνείς και τα φέρνω! Κοίτα τα, τα έρμα χρειάζονται ένα μπάνιο, φαί και ύπνο.

-Δεν θέλω να κοιμηθώ, τσίριξα, φοβάμαι!

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου και με πήρε στα πόδια της.

-Ωραία, τότε μπάνιο, φαί και παιχνίδι με τις κόρες μου, ε; Πως σου φαίνεται αυτό;

-Καλύτερα, έκανα συγκαταβατικά λες και της έκανα χάρη!

-Μανώλη, τι λες; Α.Τ. ή σπίτι μου;

-Έχω επιλογές;

-Στρίτζος κι εσύ σαν την γρέτζω, την άκουσα να λέει μέσα απ τα δόντια της, έτοιμη να βάλει τα γέλια και κλείνοντάς μου το μάτι. Ένας Θεός ξέρει τι εννοούσε αλλά για να το λέει κάτι θα ήξερε, δεν μπορεί…

-Όλοι μας έχουμε επιλογές, απλά κάποιες φορές δεν το ξέρουμε γιατί δεν σκεφτόμαστε ήρεμα. Πάντως το σπίτι μου είναι όντως η πιο καλή επιλογή αυτή την στιγμή. Πήγαινε στο δωμάτιό σου και φτιάξε μια βαλιτσούλα με τα απαραίτητα, εδώ δεν θα γυρίσετε για μια δυο μέρες τουλάχιστον.

-Δεν γίνεται, περιμένω κάποιο σημαντικό τηλεφώνημα…

-Πολύ ωραία, θα κάνουμε τον αριθμό σας εκτροπή στο κινητό μου.

-Γιατί όχι στο δικό μου;

-Γιατί εγώ είμαι υπεύθυνη για σας τους δυο από την στιγμή που σκοτώθηκε ο πατέρας σας.

-Είσαι με τον κύριο Ιωαννίδη;

-Είμαι με σένα και την Δήμητρα. Άκου Μανώλη, είμαι κοινωνική λειτουργός, είμαι η καλύτερη που θα μπορούσε να σας τύχει, και δεν παίζω σε διπλά ταμπλό. Δεν θα αφήσω κανέναν να σας κάνει κακό, και θα κάνω τα πάντα για να βρείτε τον δρόμο σας.

-Αλήθεια σας λέει, την ξέρω δέκα χρόνια και δεν πάτησε ποτέ τον λόγο της.

-Λοιπόν, Μανώλη, φτιάχνεις την βαλίτσα σου, εγώ πάω με την Μιμίκα να κάνουμε την δική της, κι εσύ Ηλία κάνεις εκτροπή το τηλέφωνο του σπιτιού τους στο δικό μου.

Και το κινητό του επίσης στο κινητό μου, δεν θέλω εκπλήξεις όταν αναλαμβάνω παιδιά συνέχισε όταν ο αδελφός μου είχε φύγει για το δωμάτιό του.

Το σπίτι της κυρίας Δάφνης ήταν διώροφο, σε μια περιοχή που δεν την ήξερα καλά. Με το που μπήκαμε απ την ψηλή από βαρύ ξύλο είσοδο μπροστά μας υπήρχε ένας διάδρομος με μωσαϊκό που οδηγούσε σε μια σκάλα που ανέβαινε στον πάνω όροφο, και δεξιά και αριστερά δυο άλλες εισόδους και πάλι από βαρύ ξύλο. Μπήκαμε στο δεξιό διαμέρισμα και ήταν ένας χώρος ζεστός και οικογενειακός. Ένα σαλόνι τεράστιο με πουφ πολύχρωμα και μια τηλεόραση ίσα με τον μισό τοίχο από την μια, κι ένα κομπιούτερ με τρεις οθόνες όλα τελευταίας τεχνολογίας σε ένα γραφείο από την άλλη.

-Πωπώ, τι πράγμα είναι τούτο, δε έχω ξαναδεί παρόμοιό του ούτε και σε περιοδικά! έκανε εντυπωσιασμένος ο Μανώλης, πηγαίνοντας κατ’ ευθείαν και θαυμάζοντας το κομπιούτερ.

-Τι να σου πω παιδάκι μου, όταν έφυγα τούτο το θεριό δεν ήταν εδώ, μάλλον τώρα θα γεννήθηκε!

Και γέλασαν κι οι δυό, ποιος ξέρει ποιο να ήταν ο λόγος.

-Δεν ξέρω και πολλά από τεχνολογία, δεν είμαι και άσχετη δηλαδή αλλά όλα αυτά είναι μαραφέτια του άνδρα μου.

-Είναι τεχνικός υπολογιστών;

-Περίπου… Είμαι καθηγητής στο τμήμα υπολογιστών στο Ε.Μ.Π.

Είχε έρθει απ το απέναντι διαμέρισμα και σίγουρα ήταν ο άνδρας της κυρίας Δάφνης. Αυτός ο άνδρας μου άρεσε, δεν είχε σκιές στα μάτια του και τέτοιους ανθρώπους εγώ τους έλεγα αληθινούς καλούς…

-Τι έγινε αγάπη, όταν έφυγες είχες δυο παιδιά, γύρισες και έχεις τέσσερα, πως το καταφέρνεις αυτό ρε παιδί μου χωρίς να το πάρω χαμπάρι;

-Ε.Μ.Π. σφύριξε με θαυμασμό ο Μανώλης, πωπώ!

-Πάμε ένα στοίχημα πως σε είκοσι χρόνια εγώ θα είμαι γεροντάκι με Αλτσχάιμερ κι εσύ καθηγητής στο ΜΙΤ;

-Εγώ δεν ξέρω που θα είμαι αύριο, όχι σε είκοσι χρόνια…

-Πάμε ένα στοίχημα πως εγώ ξέρω; Αύριο θα είσαι εδώ τελείως έτοιμος να σκάσεις απ το πολύ φαί, κι απ τον τρόπο που κοιτάς τον ‘Γκοτζίλα’ μου, μάλλον μαζί μου παίζοντας με τα γκατζετάκια που του έχω προσθέσει.

-Τι θα μαγειρέψεις κυρία Δάφνη; ρώτησα όλο περιέργεια την κυρία Δάφνη.

-Αχ να χαρείς όχι άλλο ‘κυρία’ με ξεπερνάει μα τω Θεώ, χτες με έλεγες ‘μικρή’ και σήμερα ‘κυρία’!

-Χτες δεν σας ήξερα…

-Άστο Μιμίκα μου, παραμιλάω, λοιπόν το κυρία κομμένο, κομμένος κι ο πληθυντικός, ε, τι λες;

-Εντάξει, κομμένα, τι θα φάμε αύριο;

-Αύριο θα μαγειρέψει η Αυτή Μεγαλειοτάτη, η ΚΤ κυρία Αναστασία!

-Ζει μια Βασίλισσα μαζί σας; Έκανα με θαυμασμό γουρλώνοντας τα μάτια μου!

-Μπορείς να την πεις κι έτσι την μητέρα μου, γέλασε ο κύριος που δεν ήξερα το όνομά του.

Είχαν τραβήξει δυο καρέκλες και ανοιγόκλειναν παράθυρα και προγράμματα στον Γκοτζίλα. Ο Μανώλης όταν δεν διάβαζε ξημεροβραδιάζονταν στο ίντερνετ-καφέ στην πλατεία λίγο πιο κάτω απ το σπίτι μας και μάζευε δεκάρα-δεκάρα για να αγοράσει έναν υπολογιστή τα επόμενα Χριστούγεννα. Μόλις είχε βρει έναν άνθρωπο, και μάλιστα άνδρα, «γιατί μόνο οι άνδρες καταλαβαίνουν, τα κορίτσια δεν σκαμπάζουν» όπως έλεγε-, να μιλήσουν για σοβαρά θέματα όπως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

«Βλέπω ήδη μιλάτε για μένα, ε;» ακούστηκε μια μελωδική φωνή κάποιας κυρίας -που πρέπει να είχε τα χρονάκια της έτσι όπως την άκουγα-, από την πόρτα που μπήκαμε. πρέπει να ήταν στο απέναντι διαμέρισμα και να μας άκουσε και να ήρθε. Ψηλή και αδύνατη, στηριζόταν σε ένα λεπτό μπστουνάκι με φιλντισένια λαβή. Παρόμοιο είχε η κυρία Ιοκάστη που είχε το Ωδείο που πήγαινε η Χριστίνα κι όταν εγώ με τον Μανώλη περιμέναμε μας δίδασκε πράγματα.

-Μάλιστα, της απάντησα με όση πιο πολύ ευγένεια είχα. Η μαμά μου είχε μάθει πως τους ηλικιωμένους τους μιλάμε με σεβασμό και ευγένεια, άρα σεβασμός και ευγένεια και για την Αυτήν Μεγαλειοτάτη, η ΚΤ κυρία Αναστασία! Τι θα πει ΚΤ;

Η κυρία Αναστασία και η Δάφνη έβαλαν τα γέλια, γέλια δυνατά με το που ρώτησα τι σήμαινε το ΚΤ. Καλά βρε κορίτσια, επειδή το ξέρετε εσείς δεν θα πει πως το ξέρει κι ο κόσμος ολάκερος!

-Κι εσύ πρέπει να είσαι η Δήμητρα φαντάζομαι, ε; Δεν ξέρεις πόσο πολύ-πολύ-πολύ χαίρομαι που σε γνωρίζω. Τιμή μου αγαπητή μου όμορφη δεσποινίς!

Στάθηκε μπρος μου και μου άπλωσε το χέρι έτσι όπως δυο ενήλικα άτομα θα χαιρετούσε το ένα το άλλο. Μου άρεσε αυτή η ηλικιωμένη κυρία που μου φερόταν με σεβασμό κι ας ήταν χμμμ εφτά φορές τα χρόνια μου; Της έδωσα το δικό μου και έκανα μια σύντομη, χαριτωμένη κάμψη γονάτων -όχι βαθειά υπόκλιση, δεν είναι πάντα ευγενική, μπορεί και να θεωρηθεί αγένεια, όπως έλεγε η μαμά. Κάθισε σε μια πολυθρόνα και αφού τράβηξε ένα πουφ δίπλα της το χτύπησε για να καθίσω.

-Χμμμ, εκεί στα δέκα δεν σου είχα πει Φημονόη μου τι θα πει ΚΤ; ρώτησε την Δάφνη. Φαίνεται πως στα δέκα θα το πω και στην Δήμητρα!

-Ποια είναι η Φημονόη, ρώτησα τελείως μπερδεμένη.

-Α! Σωστά! Για δες το καρτελάκι στο πέτο της Δάφνης.

-Δυο ονόματα και δυο επίθετα; έκανα όλο θαυμασμό. Τελικά οι καινούριες μου φίλε είχαν πολύ ενδιαφέρον…

-ΚΤ λοιπόν μικρή μου Δήμητρα σημαίνει καινούριο τεύχος, κορίτσι τρελό, κόσμοταξιδιώτισσα, και πολλά άλλα. Να σου τα αναλύσω ένα-ένα;

-Αμέ, έκανα όλο προσμονή και καθόλου δεν με πείραξε που η Δάφνη-Φημονόη Κουρούτη-Περισσού με τράβηξε από το πουφ στην αγκαλιά της. Πόσο μου είχε λείψει να με κρατάει αγκαλιά η μαμά και να μου λέει ιστορίες. Και να, απόψε, με κρατούσε πάλι αγκαλιά μια όμορφη ‘μαμά’ που πολύ θα ήθελα να γινόταν να γίνει η μαμά μου, ουφ, όταν νυστάζω σκέφτομαι μπερδεμένα τις λέξεις και τις σκέψεις. Έβαλα ξεδιάντροπα τον δεξί αντίχειρα στο στόμα μου και άρχισα μα πιπιλίζω δυνατά με το που ξεκίνησε η κυρία Μεγαλειότητα να μου εξηγεί τα χίλια δυο ονόματά της. Πολύ θα ήθελα να έχω μια γιαγιά τέτοια μια γιαγιά ΑΜ και ΚΤ συγχρόνως!

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα

  β. Στην ρωγμή δυό αιώνων

 Το να έχω στο καθιστικό μου τον Many Fotiou στα δεκατέσσερα να του κάνει μάθημα υπολογιστών ο Άτλαντας με ξεπερνούσε!

Το να κρατάω όμως αγκαλιά μια Δήμητρα ετών δέκα ξεπερνούσε κάθε όνειρο κι ελπίδα.

Όταν η Δήμητρα ‘απαγκιστρώθηκε’ ήταν τόσο επίπονο για μένα όσο και για κείνη. Ένα μέρος μου έφυγε, χάθηκε σε σκοτάδια ή ταλαντώσεις, -ποτέ δεν έμαθα. Ένιωσα μόνη και απροστάτευτη λες κι Δήμητρα ήταν μια ονειροπαγίδα που εγκλώβιζε κάθε κακή ενέργεια και την απέβαλλε στο άπειρο και χάνοντάς την έχανα τις ασπίδες μου. Η Δήμητρα ήταν μια ‘φωνή’ στο μυαλό μου, ένα κομμάτι της ύπαρξής μου που σαν μαγικό ραβδάκι μου είχε δώσει αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό.

Η σχέση μου με τον Άτλαντα ήταν ένας δρόμος έτσι όπως πρέπει να είναι οι μεγάλοι έρωτες που έπονται τις μεγάλες φιλίες και προηγούνται τις μεγάλες αγάπες. Δεν είναι εύκολο να κάνεις την δική μου διαδρομή και να μην χαθείς, εκτός κι αν έχεις κάποιους που πραγματικά σε αγαπούν κι ας μην το ξέρεις.

Η Δήμητρα έφυγε, αποχώρησε και χάθηκε, όμως εντός μου, εντός μας έγινε ένα μικρό θαύμα. Η μια έμαθε απ την άλλη, η μια έκανε την άλλη καλύτερη, ζήσαμε μια συν-εξέλιξη και κοιτάξαμε μέσα σε κουτιά της ύπαρξής μας που μας προκαλούσαν τρόμο και δεν μας άφηναν να προχωρήσουμε στην ζωή μας γιατί οι ενοχές είχαν χτίσει κάστρα και κρατούσαν τις ψυχές μας ομήρους…

Η Δήμητρα έφυγε και την έχασα την στιγμή που την είχα ανάγκη. Έφυγε όμως την στιγμή που έπρεπε να φύγει για να αναγκαστώ να στηριχτώ στις δικές μου δυνάμεις, -και δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά μάλλον είμαι ‘μαχητής και νικητής’…

Υπήρξαν πολλές φορές που αναρωτήθηκα αν ήταν ένα όνειρο ή εφιάλτης από κείνα που σου χαρίζουν διάφορες ‘ουσίες’ ή η έλλειψή τους, -μιας κι ήταν η εποχή που σταμάτησα να κάνω επικίνδυνα πάρτυ.

Υπήρξαν φορές που αναρωτήθηκα αν ήταν μια πρόσκαιρη ψυχική ασθένεια κι αν σαν ‘Ζαν ντ’ Δάφνη’ δεν γλύτωσα στο παρά τσακ το κάψιμο στην πυρά.

Δεν ξέρω γιατί η Δήμητρα απ όλους τους ανθρώπους σε όλα τα Σύμπαντα ‘διάλεξε’ εμένα για δέκτη της. Κατέληξα πως σε έναν τόσο χαώδη Κόσμο μπορεί να είναι σχήμα οξύμωρο ν’ αναρωτιέμαι, ή ίσως να φταίει ακόμα και το όνομά μου, χμμμ τα ονόματά μου θέλω να πω. Η πρώτη Πυθία, η Φημονόη, μασούσε Δάφνη για να δει τα μελλούμενα. Βέβαια το τι έλεγε ήταν άλλο θέμα, αλλά να μην ξεφεύγουμε απ το δικό μας, ή τελικά δεν ξεφεύγουμε; Τι να ‘έβλεπε’ τότε η Πυθία-Φημονόη που αν το περιέγραφε χωρίς ‘ήξεις αφίξεις’ θα είχε γίνει Ζαν ντ’ Φημονόη και όχι Πυθία-Φημονόη; Τι ήταν η φωνές που άκουγε η Ζαν’ ντ’ Άρκ; Ψυχική νόσος ή επίσκεψη από άλλους Κόσμους που δεν πήγε και τόσο καλά;

Ποια είναι τα όρια της τρέλας; Ποια είναι τα όρια της αλήθειας. Τελικά ποια είναι τα όρια της τρέλας απ την αλήθεια;

Για καιρό πολύ δεν μίλησα στον Άτλαντα για την Δήμητρα. Έγινε μόνο μια φορά κι ύστερα κλείστηκε σ’ ένα κουτί ‘κοινή μας περιουσία’ κι εκεί έμεινε μέχρι πριν δυο χρόνια όταν είδα την Δάφνη, την Χριστίνα και τον Μανώλη…

Ήταν μέσα καλοκαιριού και ευτυχώς μας επισκέφτηκε η μάνα μου η Κατερίνα πριν γίνω Μήδεια με το μαχαίρι -και την βούλα-! Οι δίδυμες κόρες μου, η Αναστασία και η Κατερίνα, δεν με άφηναν σε χλωρό κλαρί. Ξυπνούσαν την ίδια ώρα,  έκλαιγαν την ίδια ώρα, έτρωγαν την ίδια ώρα, είχαν άψογη συνεργασία για το πως θα σπάσουν τα νεύρα της μανούλας την ίδια ώρα, ούρλιαζαν την ίδια ώρα, και βρωμοκοπούσαν τα βρακιά τους ακριβώς την ίδια ώρα -πραγματικά θανατηφόρος συμπαντικός συγχρονισμός! Ήταν όμως αναμενόμενο μιας και ότι όνομα δώσεις στο παιδί σου τέτοιο θα σου βγει. Ο Γιώργος μας ας πούμε, -ο πρώτος μας γιός-, είχε το όνομα του παππού του που ήταν η ‘ήρεμη δύναμη’, ευτυχώς γιατί αν του δίναμε το όνομα του Χριστόφορου ένας Θεός ξέρει τι θα μας προέκυπτε.

-Να σας κρατήσω τα παιδιά να πάτε μια βόλτα; με ρώτησε για να μας γλυτώσει από ατυχείς πιθανές πράξεις που θα με οδηγούσαν σε πρωτοσέλιδα του τύπου: Ψυχοπαθής-ψυχολόγος δαγκώνει μέχρι θανάτου/πνίγει/μαχαιρώνει και άλλα τέτοια τραγικά, δίδυμα κοριτσάκια.

Κι έτσι με τον Άτλαντα βρεθήκαμε να κάνουμε βόλτα στο Άλσος και να γελάμε με το πώς θα εμφυσούσαμε ενοχές στις κόρες μας μελλοντικά για όσα τραβούσαμε στο σήμερα.

-Σκέψου τις κόρες σου με το που θα τους σκάσει η εφηβεία στον εγκέφαλο και το σώμα, -μου έλεγε και με έλουζε κρύος ιδρώτας. Αχ Χριστέ μου ας μην ισχύει το ‘κατά μάνα κατά κύρη, κακά γιό και θυγατέρα’ γιατί έχουμε και υψηλό κίνδυνο λόγω σαλεμένου νου!

Γελούσαμε και περπατούσαμε χέρι-χέρι, περπατούσαμε ακόμα χέρι-χέρι κι ας ήμασταν μαζί δεκατέσσερα χρόνια ήδη.

Κι εκεί, στα δεξιά του ασφαλτοστρωμένου σοκακιού που δεξιά και ζερβά του υπήρχαν δένδρα είδαμε μια παρέα ανθρώπων να γελούν. Στα κλαδιά ενός δένδρου είχε κρεμαστεί μια μικρή νυχτερίδα. Και κάτω απ το δένδρο τρία πιτσιρίκια ‘ξόρκιζαν το κακό’:

-Δεν υπάρχει νυχτερίδα, δεν υπάρχει νυχτερίδα, που να σκάσει η νυχτερίδα δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

Κ’ ύστερα, μια που το νυχτεριδάκι είχε τόσο πολύ φοβηθεί είπαν άλλη μια φορά για να το αποτελειώσουν:

-Δεν υπάρχει νυχτερίδα, δεν υπάρχει νυχτερίδα, που να σκάσει η νυχτερίδα δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

Το δύστυχο νυχτεριδάκι προφανώς δεν κατάλαβε πως όλο ήταν ένα παιχνίδι και μη θέλοντας να κάνει πουφ και να σκάσει, ξε-αγκιστώθηκε απ το κλαδί και πέταξε μακριά στο δάσος και χάθηκε ανάμεσα στα δένδρα…

Δίπλα τους οι γονείς τους, -δεν μπορεί να μην ήταν ο Βασίλης και η Άννα αυτοί οι δυο-, γελούσαν μαζί με τον κόσμο που είχε μαζευτεί και χαιρόταν τα τρία παιδάκια που έπαιζαν. Εκείνος κρατούσε την γυναίκα του τρυφερά απ την μέση κι εκείνη είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο του…

Κι ενώ όλοι γελούσαν, εγώ έκλαιγα γιατί η Δήμητρα δεν ήταν μια παροδική ψυχική ασθένεια, η Δήμητρα δεν ήταν ένα όνειρο ή εφιάλτης. Έκλαιγα, γιατί η Δήμητρα είναι μια απ τις αλήθειες μου κι έκλαιγα ξέροντας τι θα της συμβεί στο σύντομο μέλλον.

Αν, αν πλησίαζα την Άννα και της πρότεινα να κάνει εξετάσεις πριν είναι αργά;

Αν όλο αυτό ήταν μια ευκαιρία να γνωριστούμε, να γίνουμε φίλοι και στα δύσκολα να είμαι εκεί για τα παιδιά, και παραμονή πρωτοχρονιάς του 2000 να ήταν από νωρίς στο σπίτι μου;

Αν μιλούσα στον Βασίλη και την Άννα; Αν…

Κι ύστερα θυμήθηκα τη φωνή της Δήμητρας από παλιά: «Μην επικοινωνήσεις ποτέ με τους γονείς μου. Γιατί τότε εκείνος θα υπάρχει ακόμα.» Και τότε κατάλαβα τι ήθελε να μου πει.

Αν, αν η Χριστίνα δεν θυσίαζε την ζωή της, το υπόλοιπο που θα ζούσαμε θα ήταν μια μη προβλέψιμη σχάση…

Καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι απέναντι σπ τους γονείς τους που γελούσαν ευτυχισμένοι με τα καμώματά τους, κοιτούσαμε για ώρα πολλή τα τρία παιδιά να τρέχουν, να παίζουν, να κρύβονται και να πέφτουν στις αγκαλιές των γονιών τους μέχρι που νύχτωσε και χάθηκαν πέντε σκοτεινές φιγούρες στο τέρμα του ασφαλτοστρωμένου σοκακιού που δεν το φώτιζε ούτε μια μικρό έστω φως…

-Είναι ‘εκείνοι’, ε; με ρώτησε ο άνδρας μου βλέποντάς με να κλαίω, μα δεν περίμενε απάντηση…

Εκείνο το βράδυ γυρίσαμε σπίτι και οι δυο διαβόλοι μου είχαν ήδη ξεκάνει την δύστυχη μάνα μου. Τις αγκάλιασα σφιχτά και έκλαψα και πάλι. «Σας αγαπώ πολύ, μικρές ‘σκατούες’» τους είπα, «σας αγαπώ γι αυτό που είστε τώρα και για ότι κι αν γίνετε στο Μέλλον»…

Κρατούσα στην αγκαλιά μια Δήμητρα ετών δέκα που πιπιλούσε τον αντίχειρα και γλάρωνε κοιτώντας με στα μάτια με θαυμασμό.

-Είσαι και ψυχολόγα και κοινωνική λειτουργή; Με ρώτησε. Και γιατί βάζεις καταλήξεις αρσενικού σε σένα που είσαι κορίτσι; Ο ψυχολόγος – η ψυχολόγα, ο λειτουργός – η λειτουργή!

Κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου και την πήγα στο πάνω όροφο, στο δωμάτιο που θα μοιραζόταν με τον αδελφό της, απέναντι απ το δικό μας για να είμαι σίγουρη πως θα τους ακούσω αν χρειαζόταν βοήθεια. Ξύπνησε λίγο μετά τις πέντε τα χαράματα και την άκουσα που άρχισε να κλαίει. Μετά άκουσα να της μιλά ο Μανώλης και πήγα να τους κάνω παρέα.

-Κρυώνω, μου είπε κάποια στιγμή παρ’ όλο που η ζέστη στο δωμάτιο ήταν σχεδόν ανυπόφορη, πονάει ο λαιμός μου.

Δεύτερη κουβέρτα, ζεστό τσαγάκι, θερμόμετρο, πυρετός, αχ Δήμητρα τι θα κάνω για να σε γιάνω;

-Νομίζω πως ένας φίλος μου θα σου πάρει τον πόνο, δήλωσα περισπούδαστα. Τον έχω εδώ χρόνια, και μου είχε δηλώσει πως περιμένει ένα κοριτσάκι που θα τον αγαπήσει για πάντα!

Εδώ και χρόνια, …είκοσι για να λέμε την αλήθεια! Ήξερα πως έπρεπε να τον κρατήσω για να τον δώσω σ’ ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μιμίκα αν ποτέ το συναντούσα στο δικό μου Σύμπαν. Ήταν ένα χειροποίητο κασκόλ σε διάφορα ροζ-κόκκινα χρώματα που η μια του άκρη ήταν το αστείο κεφάλι ενός φιδιού και η άλλη κατέληγε στην ουρά του.

Τον περάσαμε δυο τρεις στροφές γύρω απ το λαιμουδάκι της Δήμητρας-παιδί κι χώσαμε στο στόμα του την ουρά του  μπροστά στο στήθος της.

-Αχ πόσο πολύ μ’ αρέσει, έκανε ενθουσιασμένη, έχει όνομα;

-Φυσικά, τον λένε signore Serpente στα Ιταλικά, και κύριο Σερπέντη στα Ελληνικά και είναι δικός σου καταδικός σου!

Τον πρώτο καιρό που η Δήμητρα απαγκιστρώθηκε, προσπάθησα να θυμηθώ κάθε στιγμή από το μέλλον της. Δεν ήξερα το επίθετο που είχαν στην Ελλάδα, -το Φωτίου ανήκε στον θείο που τους υιοθέτησε στην Αμερική-, όμως είχα ένα σωρό στοιχεία από τα όνειρα και τους εφιάλτες της για να με οδηγήσουν στην σωστή οικογένεια. Την μέρα που η Δήμητρα ήταν χωρίς κλειδιά, περίμενε καθισμένη στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας και όταν αρχίζουν και της μιλούν οι γειτόνισσες σκέφτεται: «…σωτηρία καμία με την γειτονιά μας, μας έχει ακούσει όλη η Κρέσνας…» και ακριβώς απέναντι είναι «…η γιαγιά που μένει στο 21…». Μια επίσκεψη μερικές μέρες αφού είδα τα παιδιά να ξορκίζουν το νυχτεριδάκι στην περιοχή και άλλη μια ανάμνηση «…χτύπησα το κουδούνι μας, το έβδομο από κάτω προς τα πάνω της δεξιάς κάθετης σειράς,…» και βρήκα χωρίς ιδιαίτερο κόπο τα ονόματα Βασίλης Παράσχος και Άννα Παράσχου στο κουδούνι.

Κάθε λεπτομέρεια που θα μπορούσα να θυμηθώ ήταν σημαντική για να ‘οδηγήσω’ το Μέλλον στο Σύμπαν που έπρεπε, ή το Σύμπαν στο Μέλλον που έπρεπε. Στο Πρωταρχικό Σύμπαν, σ’ εκείνο που η συνείδηση σαν ενσυναίσθηση της Δήμητρας υποστεγάστηκε σε μένα που έγινε το 2031. Το Σύμπαν και το Μέλλον που εγώ πενήντα χρόνια αργότερα πρέπει να φροντίσω ο Jim να στρίψει αριστερά και όχι δεξιά. Ακόμα δεν έχω βρει τον τρόπο, αλλά μέχρι στιγμής μάλλον τα κατάφερα καλά! Αρχίζω και υποψιάζομαι πως τελικά δεν έγινε κάποιο λάθος, αλλά η Δήμητρα έπρεπε να υποστεγαστεί εντός μου και όχι μέσα στον αδελφό της λίγη ώρα πριν το δυστύχημα. Κάποιος λόγος υπάρχει που εμπλέκομαι εγώ πενήντα χρόνια πριν, -εκτός του προφανέστατου να μου ‘κάψει φλάντζες’, -έκφραση που δεν χρησιμοποιούσε κανείς την εποχή που την πρώτο-άκουγα στο μυαλό μου. Εμπλέκομαι στο παρελθόν για να δημιουργήσω το Μέλλον…

Το κασκόλ-φίδι ένα χειροποίητο, φτιαγμένο από ένα ζευγάρι πλανόδιων πωλητών στην Ιταλία. Ποια είναι η περίπτωση να έχει ένα δικό της η Δήμητρα αν δεν της το δώσω εγώ είκοσι χρόνια αργότερα; Αυτή η ανάμνηση χτυπούσε ένα καμπανάκι εντός μου αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί το να έχει ένα ίδιο κασκόλ-φίδι ήταν τόσο σημαντικό. Κι ύστερα οι λέξεις ΄χειροποίητο’ και μοναδικό στο είδος του με οδήγησαν στην απάντηση: Η Δήμητρα δεν θα είχε ένα ίδιο κασκόλ, θα είχε το δικό μου κασκόλ που θα έπρεπε να της δώσω κάποια στιγμή που θα συναντιόμασταν στο μέλλον!  

Όπως και το φίδι που τρώει την ουρά του όλα είναι κύκλος με την αρχή και το τέλος να είναι ένα και αλληλένδετα! Όλα είναι κύκλος, ουροβόρος όφις, το φίδι που τρώει τον εαυτό του για να αναγεννηθεί.

Η Δήμητρα θυμάται την κοινωνική λειτουργό να καθοδηγεί ουσιαστικά τα δυο αδέλφια στο να πουν ψέματα πως η Χριστίνα παραπάτησε, γλίστρησε και πέφτοντας απ το μπαλκόνι προσπάθησε να την συγκρατήσει ο πατέρας τους που τελικά έπεσε μαζί της. Η Δήμητρα είναι, -ευτυχώς-, πολύ μικρή και με τα χρόνια ξεχνά τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής λειτουργού και δεν με αναγνωρίζει βλέποντάς με μέσα απ τον καθρέφτη. Όμως την ιδέα του να καθοδηγήσω τα δυο παιδιά στο τι να πουν μου το δίνει η Ενήλικη Δήμητρα είκοσι χρόνια πριν.

-Αχ πως μου αρέσει η κύριος Σερπέντης μου, ψιθυρίζει η Δήμητρα, τον λατρεύω, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, ποτέ, ποτέ Δάφνη-ψυχολόγα-κοινωνική-λειτουργή. Θα μου πεις ένα τραγουδάκι να κοιμηθώ κι πάλι;

-Χμμμ, για να θυμηθώ ένα που μου άρεσε πολύ κάποτε…

Io non posso stare fermo con le mani nelle mani,
tante cose devo fare prima che venga domani.

E se lei già sta dormendo io non posso riposare,
farò in modo che al risveglio non mi possa più scordare.

Perché questa lunga notte, non sia nera più del nero,
fatti grande dolce luna e riempi il cielo intero.

Perché questa lunga notte, non sia nera più del nero,
fatti grande dolce luna e riempi il cielo intero.
E perché quel suo sorriso possa ritornare ancora
splendi sole domattina come non hai fatto ancora…

-Η μαμά μου είχε τέλεια φωνή, κι εσύ καλή έχεις, αλλά όχι όπως της μαμάς μου… Το ξέρω το τραγούδι, το άκουγα στο ράδιο, χτες νομίζω…

Αποκοιμιέται και πάλι στην αγκαλιά μου. «Ευχαριστώ», μου κάνει απ το απέναντι ο Μανώλης. Του χαμογελώ και του στέλνω ένα φιλί με το χέρι από μακριά. Κλείνω το φως αφήνοντας ένα φωτάκι νύχτας σε σχήμα μαργαρίτας για να μην φοβούνται το απόλυτο σκοτάδι. Αχ μικρή μου Μιμίκα, δεν το άκουγες στο ράδιο χτες το τραγούδι. Το άκουγες πριν είκοσι χρόνια ξυπνώντας εντός μου… Σε τριάντα χρόνια, -αν ζω-, θα έρθω στο σπίτι που αγόρασα απέναντι σου και θα σου στείλω με την Εύα μια μαργαρίτα που ελπίζω να σε αφυπνίσει για να ζητήσεις απ τον Μανώλη να κάνετε το πείραμα μεταφοράς συνείδησης σαν εν συναίσθηση με ζεύγος πομπού-δέκτη εσάς τους δυο, αν ο Jim δεν στρίψει αριστερά. Όλα αυτά τα χρόνια είσαι ‘κοιμώμενη’, -όπως και η Margherita που κοιμάται ενώ ο τραγουδοποιός αλλάζει τον κόσμο για να τον βρει διαφορετικό όταν ξυπνήσει.

Ο Μανώλης και η Δήμητρα έζησαν μαζί μας δυο βδομάδες. Ο Μανώλης δεν ξεκόλλησε απ το πλευρό του Άτλαντα, κι ο άνδρας μου του έδειξε ένα σωρό απ τα ‘μάθε τέχνη κι άστηνε, κι αν πεινάσεις πιάστηνε’ όπως έλεγε για τις εφαρμογές των υπολογιστών. Η Δήμητρα απ την άλλη βρήκε τις δίδυμες του χεριού της και έπαιζε μαζί τους σαν να ήταν κούκλες. Τις έντυνε, τις τάιζε ακόμα και αν δεν πεινούσαν, -κι εκείνες δεν έβγαζαν τσιμουδιά γιατί είχε πλάκα το πάρτυ με την μεγαλύτερη φίλη τους-, τους χτένιζε τα μαλλιά και τους έκανε διάφορα περίτεχνα χτενίσματα που μόνο τα δεκάχρονα ξέρουν να κάνουν.

Για να τις ντύσω εγώ διαλέγαμε επί μια ώρα ρούχα που έπρεπε πρώτα να τα απλώσουμε όλα στο κρεβάτι. Φυσικά και δεν φορούσαμε ποτέ όχι τα ίδια μεταξύ μας, αλλά ούτε καν παρόμοια οπότε ξεκινούσε η μάχη του «Εγώ το είδα πρώτη!», «Ναι αλλά εγώ το διάλεξα!», «Συνέχεια κάνεις ότι κάνω κι εγώ, με ζηλεύεις που είμαι πιο όμορφη!», «Μαμάαα, με λέει άσχημηηη», και πάντα αυτό το τελευταίο είχε πολλά επαναλαμβανόμενα φωνήεντα στο τέλος κάθε λέξης, πολλούς λυγμικούς ήχους και πολλά δάκρυα, μύξες και σάλια! Για να τις ταΐσω εγώ, με πότιζαν κώνειο και με έβαζαν στόχο με το κουτάλι ή το πιρούνι που τα χρησιμοποιούσαν στην θέση Βυζαντινού πετροβόλου. Για να τις χτενίσω εγώ είχαμε δράματα… Ναι, αλλά στην Δήμητρα μπροστά οι κόρες μου κλαρίνο και το διασκέδαζαν κι από πάνω!

Προσπαθούσα να κρατήσω αναμνήσεις απ την εποχή που ο Μανώλης και η Δήμητρα έζησαν μαζί μας και τις έκλεισα σαν θησαυρό στο μυαλό και την καρδιά μου. Το πιο αστείο ήταν όταν οι μικρές μου δοκίμαζαν να πουν τα ονόματα των φιλοξενούμενών μας…

-Δεν θέλω να μου διαλέξεις εσύ τι ρούχα θα φορέσω μαμά, θέλω το κοριτσάκι να μου ταιριάξει τα ρούχα μου!

-Το κοριτσάκι έχει όνομα αγάπη μου!

-Ναι το λένε Δήτρα, χμμμ, να δεις πως το λένε… Ντίτρα! Και το αγοράκι Μανώλη αλλά πιο ωραίο είναι το Μάνη! Να σε φωνάζω Μάνη, ε τι λες Μανώλη;

Ο γιός μου ο Γιώργος ερωτεύτηκε παράφορα ‘το κοριτσάκι που θα είναι αδελφή μας για λίγο καιρό’, ήταν ο πρώτος του έρωτας και περνώντας ο χρόνος την θυμόταν ακόμα πιο όμορφη, πιο τέλεια, πιο κορίτσι των ονείρων κάθε άντρα!

Την τέταρτη μέρα του δύο χιλιάδες τηλεφώνησε ο παππούς των παιδιών. Ήδη από την προηγούμενη ο Μανώλης μου είχε εμπιστευτεί τα πάντα, -τελικά αυτό το παιδί είχε διαίσθηση, ήξερε πως εγώ και ο Άτλαντας ήμασταν εκεί για να βοηθήσουμε αυτόν και την αδελφή του.

-Καλησπέρα, άκουσα μια πολύ ευγενική φωνή, θα ήθελα να μιλήσω με τον Μανώλη.

-Καλησπέρα κύριε, ονομάζομαι Δάφνη-Φημονόη Κουρούτη-Περισσού-Βούρου και είμαι η κοινωνική λειτουργός που έχει αναλάβει τα εγγόνια σας…

Το να χρησιμοποιώ ένα σκασμό ονόματα και επίθετα σαν Ισπανίδα ηθοποιός, τρόμαζε συνήθως αυτούς που έπρεπε να τρομάξουν. Το να του πετάξω όμως στα μούτρα πως ήξερα ποιος ήταν και τα οικογενειακά τους άπλυτα πρέπει να τον τρόμαξε αρκετά.

-…Ο Μανώλης και η Δήμητρα δεν επιθυμούν να επικοινωνήσουν ξανά μαζί σας. Σε αντίθετη περίπτωση γνωρίζετε φαντάζομαι τον αντίκτυπο. Από εδώ και πέρα θα μιλάτε αποκλειστικά και μόνο μαζί μου και θα σας παρακαλούσα να μην προσπαθήσετε να πάρετε την υπόθεση από εμένα, είμαι πολύ γνωστή σαν άτομο που δεν χάνει μάχες όταν εμπλέκονται παιδιά που έχω αναλάβει.

Κι έτσι βρέθηκε ο ‘τριτοξάδελφος του θείου του κουμπάρου’ της μάνας που δεν συγχώρεσε τα παιδιά της και δεν τα είδε ούτε ζωντανά μα ούτε και πεθαμένα. Ζούσε είκοσι χρόνια μετανάστης στο Σικάγο και πληρώθηκε ένα απίστευτο ποσό για την εποχή για να τηλεφωνήσει και να ζητήσει να αναλάβει τα μακρινά του ανίψια, παιδιά της ξαδέλφης του που έμαθε αργοπορημένα πως απεβίωσε.

Τα πρώτα χρόνια ο Σωκράτης ο Φωτίου δούλευε σε Ελληνικά εστιατόρια σαν ‘πιατάς’. Υποχρεώσεις δεν είχε αφήσει πίσω στην Ελλάδα κι έτσι ότι έβγαζε τα μάζευε και τα έβαζε στην τράπεζα. Τις Κυρικές πήγαινε στην Ελλήνο-Ορθόδοξη εκκλησία για να γαληνέψει η ψυχή του, μιας που από μικρός ήταν θρησκευόμενο παιδί. Στα τέλη του τέταρτου χρόνου παραμονής το αποφάσισε! Πήγε στην Ιερά Μητρόπολη Σικάγου και δήλωσε πως ήθελε να γίνει ιερέας. Τα επόμενα πέντε χρόνια σπούδασε και αναγεννήθηκε σε Πατέρα Σωκράτη Φωτίου.

Όταν τον πλησίασαν και των ρώτησαν αν ήθελε να βοηθήσει τα δυο αδέλφια, ο καλός ιερέας δεν πήγε καθόλου να ρωτήσει τον Πανάγαθο Πατέρα αν συμφωνούσε να σωθούν δυο αθώες ψυχές. Δεν χρειαζόταν να στο πει κανένας Θεός κάτι τέτοιο, ίσα-ίσα αν χρειάζεσαι κάποια Ανώτερη Δύναμη να σου δώσει τέτοια διαταγή, τότε έχεις σοβαρά θέματα κι εσύ και η Θρησκεία σου και η Ψυχή σου. Στην αρχή ένιωσε πως ήταν προσβολή που του πρότειναν και ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό για να πάρει τα παιδιά στο σπιτικό του, όμως εδώ επενέβηκε η Ανώτερη Δύναμη, ή ίσως η λογική. Αν εμένα μου συμβεί κάτι πως θα επιβιώσουν τα παιδιά μου; Παιδιά του τα ονόμασε εντός του από την πρώτη μέρα που έμαθε την ιστορία τους, δέκα μέρες πριν τα δει για πρώτη φορά, και σαν παιδιά του τα παρουσίασε στο Ελληνικό σχολείο και στο ποίμνιό του.

Ήταν άτυχος όμως ο Πατέρας Σωκράτης Φωτίου και δεν τα χάρηκε όσο ήθελε τα παιδιά του. Ο γιος του ο Μανώλης είχε κλείσει τα δεκαοχτώ και ήταν πια παλληκαράκι που σπούδαζε στο δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο. Η κόρη του η μικρή και πολυγαπημένη ήταν κι όλας δεκατέσσερα χρονών κοπελάρα. Ο Σωκράτης ήταν ένας ευτυχισμένος γονιός που η μόνη του στενοχώρια ήταν πως δεν είχε προφτάσει να τα χαρεί από μικρά και πως μεγάλωναν ώρα με την ώρα ο Θεός να τα έχει καλά! Κοιμήθηκε με τέτοιες όμορφες σκέψεις, κι έτσι χαμογελαστό τον βρήκε Άγγελος Του Κυρίου του και τον πήρε μαζί του…

Ο Μανώλης ήταν ενήλικος, ανέλαβε την αδελφή του και μαζί πορεύτηκαν ενωμένοι σαν γροθιά κάθε φορά που είχαν να παλέψουν με ορατούς και αόρατους εχθρούς… Ανάγκη για χρήματα δεν είχαν, ο θείος τους είχε αφήσει μια καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία και το σπίτι στο Σικάγο. Κι όμως τ’ αδέλφια σαν μαθητές δούλεψαν τα καλοκαίρια όπως κάθε άλλο παιδί της ηλικίας τους στην Αμερική…

-Πόσα πολλά βιβλία έχεις, με ρώτησε με θαυμασμό, τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;

-Όσα δεν έχουν να κάνουν με παλαβά πράγματα όπως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, να έτσι νομίζω.

-Θα μου διαβάσεις απόψε ένα απ αυτά για να κοιμηθώ;

-Αμέ! Διάλεξε όποιο θέλεις!

-Να, αυτό εδώ που είναι μικρό και θα το τελειώσουμε σε μια νύχτα. Αύριο δεν θα είμαι εδώ…

Διάλεξε το Μαραμπού του Καββαδία… Το βιβλίο που συμβόλιζε για μένα το πρώτο μου ταξίδι στην Ιταλία, το άπλωμα των φτερών μου σε νέες εμπειρίες που μπορεί να σήμαινε ακόμα και ‘Κάψιμο και Πτώση’… Δεν το τελειώσαμε εκείνο το βράδυ, -η Δήμητρα ήταν πολύ κουρασμένη-, κι έτσι το έβαλα στην βαλίτσα του Μανώλη για να της συνεχίσει το διάβασμα στο Σικάγο…

-Και ποιο απ όλα τα ποιήματα θέλεις να διαβάσουμε; Για δες τους τίτλους και δείξε μου…

-Πωπώ, μερικά δεν καταλαβαίνω καν τι σημαίνει ο τίτλος τους. Να αυτό εδώ πρέπει να είναι εύκολο, ξέρω καλά τι σημαίνει…

Κι έτσι ξεκίνησα να διαβάζω και να εξηγούμε το ποίημα.

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
– όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες- 
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να ‘τανε, το γέρο παλαιοπώλη, 
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια, 
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες, 
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

Μέχρι να μιλήσουμε για Αφρικές, Αραπάδες, Αλγέρια και τον Γκόγια ευτυχώς η Δήμητρα ανάσαινε μ’ εκείνη την ανάσα των παιδιών που κοιμούνται κι ονειρεύονται όμορφους κόσμους. Ευτυχώς γιατί αν αρχίζαμε να λέμε για τον Δον Μπαζίλιο που η Δόνα Τζούλια τον έκανε τάρανδο, και τον Κόντε Αντόνιο που μάλλον είχε βάλει στο μάτι την περιουσία του αδελφού και τον έφαγε μπαμπέσικα για να μην το γυρίσουμε και στα εθνικιστικά με τον μακαρονά τον Ιταλό τον ναύτη που μας ξεπάστρεψε το παλληκάρι μας τον Έλληνα λοστρόμο, θα είχαμε ολονυχτίες της Δήμητρας να έχει εφιάλτες με μαχαίρια να την κυνηγούν και όχι να της αλείφουν σε ψωμί βούτυρο με μέλι!

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2000 ο ‘θείος’ των παιδιών ζήτησε την κηδεμονία τους και Σάββατο, 15 Ιανουαρίου ήταν η μέρα που τα συνοδεύσαμε στο αεροδρόμιο να φύγουν. Σε μια βδομάδα η Εκκλησία της Ελλάδος και η Μητρόπολη Σικάγου έκαναν το θαύμα τους. Η Δήμητρα είχε αρπαχτεί απ τα φουστάνια μου και παρακαλούσε να μην την διώξω από κοντά μου. Οι δίδυμες είχαν επίσης αρπαχτεί απ τα φουστάνια μου παρακαλώντας να κρατήσουμε την ‘Ντίτρα’. Ο γιός μου με κοιτούσε με μάτια πληγωμένου θανάσιμα κουταβιού. Κι εγώ έπρεπε να κρατηθώ στο ‘ύψος’ μου και να βάλω τα παιδιά στο αεροπλάνο να συναντήσουν το Μέλλον μας…

Μου τηλεφώνησε ο πατέρας Σωκράτης όταν έφτασαν από το σπίτι τους. Του εξήγησα πως ο ρόλος μου είχε τελειώσει και πως καλό θα ήταν να μην μιλούν πολύ για τις δεκαπέντε μέρες που έζησαν μαζί μας για να απαγκιστρωθούν από το παρελθόν.

Δεν μίλησα ποτέ ξανά με τον Μανώλη και την Δήμητρα, δεν με είδαν ξανά αν κι εγώ με τον Άτλαντα τους βλέπαμε κρυφά, κάθε φορά που ταξιδεύαμε για Αμερική…

BOOKS

 

  1. Ουροβόρος όφις

    Padova, Παρασκευή 23/11/1979

 -[Δεν γίνεται να γυρίσω πίσω στο εργαστήριο, το σκέφτομαι μέρες τώρα. Αν γυρίσω σημαίνει πως θα ξυπνήσω στο μέλλον, το 2031, ολοκληρωμένη, το σώμα μου, η αρχική συνείδηση σαν εν-συναίσθηση και επιπρόσθετα αυτή που μεταφέρθηκε στην Δάφνη το 1979, έχοντας πλήρη γνώση του τι έγινε όσο καιρό είμαι εδώ, μέσα σου. Θα έχουμε όμως αλλάξει την πρώτη πετυχημένη μεταφορά συνείδησης σαν εν-συναίσθηση σε προηγούμενο χρόνο, που ιστορικά ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2035 όταν δηλαδή ο Many και ο Jim θα κάνουν την επιστημονική ανακοίνωση, που δεν θα συμβεί έστω και σε μια Σχάση-Σύμπαν αν δεν γίνω πομπός το 2031!

Το δυστύχημα όπου σκοτώνεται ο Jim, ο Kevin, η Eva και η Marilyn είναι η δική μου ζωή, δεν επιδιορθώνεται, άρα δεν θα γυρίσω ποτέ να συναντήσω ζωντανή την οικογένειά μου. Στο δικό μου Σύμπαν, στο δυστύχημα σκοτώνεται ο άνδρας μου τα παιδιά μου και η ανεψιά μου κι εγώ πεθαίνω σ’ ένα αποτυχημένο πείραμα…

 Όμως εσύ μπορείς να τους σώσεις σε ένα σωρό άλλα Σύμπαντα ένας Θεός ξέρει πόσες πιθανότητες υπάρχουν να μην γίνουν σοβαρές σχάσεις και να μας βρεις στο μέλλον. Δεν είμαι από τούτο το Σύμπαν, το δικό σου… Αν ήμουν δεν θα μπορούσα να αλλάξω το Μέλλον γυρνώντας στο Παρελθόν… Αυτό μόνο οι Κοσμοταξιδιώτες σαν την κυρία Αναστασία το καταφέρνουν.]

Η Δήμητρα δεν θα μπορέσει να σώσει ποτέ την οικογένειά της στο δικό της Σύμπαν αφού τελικά δεν μπορεί να επιστρέψει να ειδοποιήσει τον αδελφό της. Μπορεί όμως να σώσει την ‘οικογένειά’ της σε ένα άλλο Σύμπαν, -στο δικό μου για παράδειγμα. Κάθε φορά που από τυχαία σχάση γίνεται πομπός δημιουργώντας νέα σχάση και νέο Σύμπαν ‘αυτοκτονεί’ για να σώσει κάποιους άλλους Jim, Kevin, Eva, και Marilyn αν στο Σύμπαν τους υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις και υπάρχουν, -γιατί αν συμβούν απρόβλεπτες σχάσεις μπορεί και να μην υπάρξουν ποτέ στο συγκεκριμένο Σύμπαν…Ηρωισμός είναι να δίνουμε την ζωή μας για να σώσουμε όχι τους αγαπημένους μας αλλά τους αγαπημένους κάποιων άλλων

Η πρώτη φορά που γίνεται η σχάση και η Δήμητρα πομπός το 2031 πρέπει όμως να συμβεί για να δημιουργηθούν οι άλλες πιθανές και τυχαίες σχάσεις για να δοθεί σε κάποια Σύμπαντα η ευκαιρία να σωθεί η οικογένεια, -ή μόνο ο άνδρας της-, ανάλογα με την σχάση και να προχωρήσει το πείραμα για να ακολουθήσει η παρουσίαση το 2035.

Σε κάθε Σύμπαν που πηγαίνει και γίνεται υποστέγαση με επιτυχία δεν είναι το δικό της, επομένως η κάθε Δάφνη θα συναντά στο μέλλον όχι την Δήμητρα που μπήκε εντός της αλλά την Δήμητρα του δικού της Σύμπαντος.

Η Δάφνη, η Δάφνη κάθε σχάσης-Σύμπαντος έχει άπειρες επιλογές για την στάση που θα κρατήσει. Μπορεί να αποβάλλει την τραυματική εμπειρία της εντός της υποστέγασης, να μην γίνει ποτέ Κοινωνική Λειτουργός, να μην συναντήσει τα παιδιά στο άλσος, να μην είναι εκεί το βράδυ που η Χριστίνα αυτοκτονεί σκοτώνοντας τον πατέρα τους.

Η Δάφνη, η Δάφνη κάποιας σχάσης-Σύμπαντος μπορεί να συνεχίσει την χρήση ουσιών και να πεθάνει κάποια στιγμή με μια βελόνα στο χέρι…

Η Δάφνη, η Δάφνη κάποιας σχάσης-Σύμπαντος μπορεί να μιλήσει με την Άννα και να την πείσει να κάνει εξετάσεις και να επιβιώσει.

Η Δάφνη, η Δάφνη κάποιας σχάσης-Σύμπαντος μπορεί να μην γεννήθηκε καν γιατί η μητέρα της αποφάσισε πως δεν ήθελε άλλο ένα παιδί την ώρα που ο γάμος της διαλυόταν…

-[Θεωρητικά ακόμα και στο πρωταρχικό Σύμπαν, σ’ αυτό απ όπου ήρθες μπορούν να σωθούν! Όχι από εσένα αλλά από κάποια άλλη Δήμητρα-σχάση που θα υποστεγαστεί στην Δάφνη του δικού σου Σύμπαντος!

BOOKS

 

  1. Σχάση-Σύμπαν 1597

Tucson, Κυριακή 15/12/2030

Το τσούρμο των αγρίων μικρών ανθρώπων ήρθε με το που τέλειωνα το στρώσιμο του τραπεζιού.

-Dad, να κοιμηθώ εδώ απόψε please; έκανε η ανεψιά μου. Θέλουμε να παίξουμε τα νέα ολογραμμικά παιχνίδια που αγόρασε η auntie Detra χτες!

Ανοιγόκλεισε τα μάτια όλο τσαχπινιά, σούφρωσε χειλάκια και φυσικά κανένας πατέρας δεν θα μπορούσε ποτέ να της χαλάσει χατίρι. Άτιμο θηλυκό δοκίμαζε συνειδητά τακτικές γοητείας πάνω στον δύστυχο πατέρα!

-Mommy, να ένα λουλούδι, έκανε όλο περηφάνια  για τα Ελληνικά της η μικρή μου.

Πρότεινε το χέρι της και μου έδωσε μια μαργαρίτα!

-Το λένε μαργαρίτα, που την βρήκες;

-Μου έδωσε η old lady που είναι new in the house across the street!

-Το απέναντι σπίτι αγοράστηκε; Μπα, πότε μετακόμισε, δεν είδα μεταφορική να έρχεται…

-Μας μίλησε Ελληνικά μαμά, είπε στην Eva να σου δώσει την μαργαρίτα.

-Δηλαδή τι είπε; 

-Είπε «δώσε την μαργαρίτα απ την Δάφνη στην Δήμητρα, Δήμητρα δεν την λένε την μαμά σου, Eva;»!

‘Δήμητρα’, κάποια άγνωστη ηλικιωμένη Ελληνίδα που την έλεγαν Δάφνη ήξερε το όνομά μου! Γύρισα σαν υπνωτισμένη να την κοιτάξω. Στεκόταν ακόμα εκεί στο τέλος του μονοπατιού που σε πήγαινε στο απέναντι σπίτι, -που για χρόνια πολλά δεν είχε ενοίκους και το φρόντιζε μια κτηματομεσιτική εταιρεία-, και μου χαμογελούσε. Σήκωσε το χέρι και με χαιρέτησε φιλικά.

-Come on, she must be a Greek who is an admirer of my πιτσουνάκι, γέλασε ο άντρας μου. Θα έχει διαβάσει το βιβλία της και τώρα θέλει να γίνουν φίλες! Και δεν είναι δύσκολο να βρει πως το Detra comes από το Δήμητρα!

-Α! ντροπή, είπα, είναι Ελληνίδα και μεγάλη γυναίκα και μόνη, Claire, πάμε να την καλέσουμε να μας τιμήσει με την παρουσία της στο δείπνο μας; πείραξα την γυναίκα του αδελφού μου που τα Ελληνικά της ήταν λίγο ‘ξύλινα’ μιας και τα έμαθε από βιβλία Ελληνικών για ξένους όταν πρωτογνώρισε τον Many.

Η κυρία Δάφνη ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος και πολύ μοντέρνα για τα εβδομήντα της χρόνια. Ήταν ψυχολόγος, συνταξιούχος βέβαια, αλλά «πρώτα φεύγει το χούι και μετά η ψυχή», όπως είπε γελώντας.

-Το σπίτι το είχαμε αγοράσει με τον άνδρα μου πριν είκοσι τόσα χρόνια κι έχουμε έρθει μια-δυο φορές, αλλά πάντα τύχαινε να λείπετε για διακοπές, δεν ξέρεις πόσο πολύ χαίρομαι που επί τέλους σας γνωρίζω!

Tucson, Δευτέρα 16/12/2030

 Ήταν ακριβώς την ώρα που τέλειωσα την βίντεο-ολογραμμική κλήση με την Claire που μου εξιστορούσε το επικό βράδυ που πέρασε με τον Many της, -«αχ Detra, thanks που κράτησες την Marilyn darling, το χρειαζόμασταν με τον τζουτζούκο μου, τον χάνω μέρες στο εργαστήριο, εσύ τι κάνεις με τον Jim;»-, που χτύπησε το κουδούνι.

-Αχ, συγνώμη που ενοχλώ τόσο πρωί, χρυσό μου, αλλά έμεινε το αμάξι μου στην Shannon. Γύρισα με τα πόδια, ευτυχώς δεν είναι μακριά που έμεινα, αριστερά στην Shannon στο ύψος της West Verona Place. Μπορεί να με πετάξει ο Jim την ώρα που πάει τα παιδιά στο σχολείο;

BOOKS

 

  1. Σχάση-Σύμπαν 144

Tucson, Κυριακή 15/12/2030

Το τσούρμο των αγρίων μικρών ανθρώπων ήρθε με το που τέλειωνα το στρώσιμο του τραπεζιού.

-Dad, να κοιμηθώ εδώ απόψε please; έκανε η ανεψιά μου. Θέλουμε να παίξουμε τα νέα ολογραμμικά παιχνίδια που αγόρασε η auntie Detra χτες!

Ανοιγόκλεισε τα μάτια όλο τσαχπινιά, σούφρωσε χειλάκια και φυσικά κανένας πατέρας δεν θα μπορούσε ποτέ να της χαλάσει χατίρι. Άτιμο θηλυκό δοκίμαζε συνειδητά τακτικές γοητείας πάνω στον δύστυχο πατέρα!

-Μίλησα το πρωί με τον μπαμπά-Άτλαντα, συνέχισε ο αδελφός μου, χθες βράδυ πέθανε η μαμά-Δάφνη… Του είπα πως θα βγάλω εισιτήρια για τους δυό μας να πάμε στην κηδεία. Μου τηλεφώνησε λίγο αργότερα η Αναστασία και μου είπε πως δεν προφταίνουμε, θα ήταν καλύτερα να είμαστε εκεί για τα σαράντα αν θέλουμε… Α! και της είπε να μας υπενθυμίσει την Δευτέρα το πρωί ο Jim να στρίψει αριστερά στην Shannon, είχε δει λέει άσχημο όνειρο.

Κι ύστερα σιγή… Αυτοί οι δυο άνθρωποι είχαν σταθεί πλάι μας σαν γονείς. Δεν σταματήσαμε ποτέ να δίνουμε το στίγμα μας και είχαμε περάσει απίστευτα καλοκαίρια μαζί είτε στην Ελλάδα, ή στην Αμερική. Η μαμά-Δάφνη ήταν η πιο παλαβή μαμά του κόσμου, αλλά εδώ και χρόνια είχαμε σταματήσει να αντιστεκόμαστε στις παραγγελιές της, ‘διαίσθηση’ τις έλεγε και μάλλον πρέπει να είχε δίκιο ,ένα σωρό φορές μας είχε γλυτώσει από περίεργες καταστάσεις. 

-Όποτε ‘έπαιξα’ με την μάμα-Δάφνη έχασα, δήλωσε ο άνδρας μου, την τελευταία της διαταγή δεν θα την παρακούσω…

BOOKS

 

  1. Σχάση-Σύμπαν 8

Tucson, Κυριακή 15/12/2030

Κοιτώ το σπίτι απέναντι, και περιμένω να δω τους ενοίκους του. Περιμένω ένα θαύμα σ’ ένα κόσμο που δεν γίνονται θαύματα…

Περιμένω να δω ποιον; Την Δήμητρα και τον Μανώλη; Αυτούς που χάθηκαν όταν το αεροπλάνο που τους πήγαινε για μια καλύτερη ζωή στην Αμερική έπεσε κάπου στον ωκεανό…

BOOKS

 

  1. Σχάση-Σύμπαν 4181

Tucson, Κυριακή 15/12/2030 

Η γριά γυναίκα μας γύρισε την πλάτη, προχώρησε στο μονοπάτι, έφτασε στο σπίτι, άνοιξε την πόρτα και γύρισε να μας κοιτάξει άλλη μια φορά. Χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο χαρά και  προσμονή, κούνησε τα ακροδάχτυλά της σε αποχαιρετισμό και μπήκε στο σκοτεινό σπίτι την ώρα που οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου βουτούσαν και χάνονταν στον ορίζοντα. Στο απέναντι σπίτι άναψε το φως της εισόδου και του καθιστικού μα ίσα που φώτισε με τα παράθυρα να είναι ντυμένα με βαριές κουρτίνες…

Όταν μετά από ώρα πολλή χτύπησε το κουδούνι ήξερα πως ήταν η παράξενη γηραιά κυρία…

-Γεια σου, μου είπε, είσαι η Πρωταρχική Δήμητρα αλλά προφανώς δεν το ξέρεις… Υπάρχουν βιβλία ιστορίας με καταγραφές για την πρώτη φορά που εσύ και ο αδελφός σου κάνατε την μεταφορά συνείδησης σαν εν-συναίσθηση με πομπούς και δέκτες ανθρώπους. Πρέπει να το διαβάσει απόψε, αύριο θα είναι αργά…

Μου έβαλε στα χέρια ένα βιβλίο, μπήκε στο αμάξι της και έφυγε χωρίς να με κοιτάξει ξανά…

Γύρισα στο σαλόνι, και άναψα το φως στο τραπεζάκι δίπλα απ την αγαπημένη μου πολυθρόνα. Απ το μέγεθος του βιβλίου θα ήταν μια μεγάλη νύχτα απόψε. Πήγα στην κουζίνα, και έκοψα μερικές ‘μπαμπάτσικες’ φέτες κέικ ενώ έφτιαχνα γάλα με σοκολάτα.

Κάθισα στην πολυθρόνα μου, έβγαλα τις παντόφλες μου και πήρα στα χέρια μου το βιβλίο. Τίτλος περίεργος: Συνεξέλιξη Εντός…

 

τέλος κι αρχή…

 

 

Advertisements