ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΔΗΜΗΤΡΑ

  1. Κάπου στην Αμερική

   α. Lazy Sunday

-I don’t want to go to the Greek school again! I hate the Greek alphabet, I hate writing those letters and I mean it! And I will hate for the rest of my life whoever makes me do it next Sunday! (Δεν θέλω να ξαναπάω στο Ελληνικό σχολείο! Μισώ την Ελληνική αλφαβήτα, μισώ το να γράφω εκείνα τα γράμματα και το εννοώ! Και θα μισώ για το υπόλοιπο της ζωής μου όποιον με αναγκάσει να το κάνω την επόμενη Κυριακή!)

-Εύα, όταν είμαστε όλη η οικογένεια μιλάμε πάντα Ελληνικά!

-Whatever mommy! Εγώ δεν πάω στον Ελληνικό σχολείο πάλι, δεν need to know how to write τα Ελληνικά γράμμα! Κι αν με πας την άλλη Κυριακή θα cry my eyes out!

Η μικρή μου κόρη συνέχισε να μοιρολογεί αλλάζοντας γλωσσικούς κώδικες κατά βούληση, -όπως κάθε εκ γενετής δίγλωσσο άτομο. Ήταν μόνο έξι χρονών κι όμως ήξερε ήδη τι της άρεσε και τι δεν θα έκανε όσο κι αν την πίεζα. Σε λίγα χρόνια θα έμπαινε στην εφηβεία και δεν ήθελα καν να σκέφτομαι τι θα τραβούσα με τούτο το απίστευτο πλάσμα.

Η Eva ήταν διαγνωσμένο rainbow child με απ ευθείας προέλευση της ιδιαιτερότητάς της από τον πατέρα της που ήταν επίσης επιστημονικά διαγνωσμένος crystal.

Ο άνδρας μου, ο πατέρας των δυο παιδιών μου ήταν απ εκείνους τους ξεχωριστούς ανθρώπους που είχαν γεννηθεί για να προσφέρουν στο σύνολο και να οδηγήσουν τον πλανήτη προς την σωστή κατεύθυνση: στο Συμπαντικό Καλό! Η μικρή μας κόρη, όμως όπως και όλα τα ουράνια παιδιά, δεν είχε ποτέ ενσαρκωθεί στον πλανήτη μας, και δεν ένιωθε κανένα φόβο να εκφράσει τις αλήθειες της μιας και ζούσε την πνευματική κορυφή που τα ιδιαίτερα αυτά παιδιά άγγιζαν και γεύονταν.

Αντίθετα ο μεγαλύτερος γιός μου ήταν ένα ‘νορμάλ’ παιδί. «Μαμά μην με λες παιδί, είμαι ήδη 14 χρονών» τον θυμάμαι να λέει και χαμογελώ μέσα μου. Ο Kevin μου ήταν κι όλας 14 χρονών παλληκάρι! Το αγόρι μου το πολυαγαπημένο ήταν ένας δεκατετράχρονος έφηβος!

-You’re a drama queen and a pain in you know where!

-Kevin!

-Μαμά αυτό δεν βγάζει έννοια στα Ελληνικά! Τι να πω; «Είσαι δραματική βασίλισσα και πόνος ξέρεις εσύ που;»

-Να πεις κάτι που να βγάζει νόημα!

-Right then, here you are: Εύα λες πολλά και μας τα έκανες τούμπανο τα τσουρέκια!

-Kevin! Που τα έμαθες αυτά εσύ;

-Από τα άλλα παιδιά στο Ελληνικό σχολείο, μανούλα!

Ο άθλιος το διασκέδαζε, κι εγώ ήλπιζα πως τουλάχιστον ο γιός μου δεν θα γινόταν κάποτε σαν τους φοιτητές μου στο πανεπιστήμιο…

Όχι δεν το γλύτωνα το εγκεφαλικό σήμερα… Οι βολές από παντού, λες και κόρη και γιός είχαν προσεκτικά σχεδιάσει την εξόντωσή μου! Βοήθεια από πουθενά, ο Jim ο άνδρας μου το διασκέδαζε ανάβοντας το τζάκι, ο αδελφός μου ο Many γελούσε και η κόρη του η Marilyn σίγουρα κάτι θα είχε να προσθέσει στο σχέδιο που προανέφερα, τι στο καλό ήταν μόνο ένα μήνα μικρότερη από τον Kevin και όπου ήταν ο ένας έβρισκες και την άλλη. Όποια πέτρα και να σήκωνες θα έβρισκες τα δυο αυτοκόλλητα ξαδέλφια από κάτω πάντα μαζί!

Μόλις είχε μπει ο Δεκέμβρης και σχεδόν έκανε κρύο, καιρός να ανάψουν τα μάλλον διακοσμητικά τζάκια στην Νότια Αριζόνα. Για μας ‘κρύο’ σημαίνει είκοσι βαθμούς όταν πέφτει ο ήλιος, και όταν είχαμε ‘παγετό’ κατεβαίνει και στους δέκα βαθμούς. Τα γέρικα κορμιά μας, -σε λίγες μέρες θα έμπαινα στα σαράντα ήμουν πλέον και σχεδόν επίσημα ‘γριά’-, αποζητούσαν την ζεστασιά με το που έπεφτε λιγάκι η θερμοκρασία! Ο Jim είχε περάσει το ‘κατώφλι γήρατος’ και ήταν σαράντα δυο. Ο Many ήταν ο γέρος της ‘φυλής’ μας, τα σαράντα-πέντε χρόνια που πατούσε σε τούτον τον πλανήτη ήταν τόσα πολλά που να τολμά ακόμα και η κόρη του η ίδια να τον αποκαλεί με περισσό θράσος ‘the old man’, που ευτυχώς το συνέχιζε αμέσως στο Ελληνικότατο ‘μπαμπακουλίνε μου’ για να γλυτώσει το στραβό-κοίταμα του …γερόλυκου!

Η αλήθεια ήταν πως μπαμπάς και κόρη είχαν μια σχέση αγάπης που πολλοί γονείς θα ήθελαν να είχαν με τις δεκατετράχρονες κόρες τους. Ο αδελφός μου και η Marilyn στήριξαν ο ένας την άλλη με απόλυτη συντροφικότητα σε όλη την σύντομη διάρκεια της αρρώστιας της Claire αλλά και μετά τον θάνατό της. Λύγισαν αλλά δεν έσπασαν, γραπώθηκε ο πατέρας απ την κόρη κι εκείνη απ τον γεννήτορά της και βγήκαν απ την κόλαση τραυματισμένοι αλλά ζωντανοί.

Ήμασταν όλοι εκεί, δίπλα τους, κι όταν η Claire ‘έφυγε’ ήξερε πως θα ήμασταν εκεί να παρηγορήσουμε τον άνδρα και την κόρη της.  Όμως αυτό που δεν μπορούσα να πολεμήσω ήταν οι ενοχές του Many.

-Πληρώνει τις αμαρτίες μου μια γυναίκα αθώα κι αυτό είναι άδικο! Γιατί δεν χτύπησε εμένα ο όποιος Θεός κρατάει την μοίρα μας;

-Αυτά που λες είναι χαζά! Δεν έκανες καμιά αμαρτία, γιατί αυτοτιμωρείσαι;

Γύρισε και με κοίταξε με πύρινα μάτια.

-Εσύ κι εγώ Detra (Ντίτρα) ξέρουμε, ποτέ δεν θα ξεχάσουμε, και ήρθε η στιγμή να πληρώσω το τίμημα. Η γυναίκα που αγάπησα πεθαίνει. Πληρώνει η γυναίκα μου αυτό που είμαι, αυτό που είμαστε κι αυτό που  έκανα. Αρνούμαι να γίνω όπως ‘εκείνος’, αν με δεις ποτέ με ποτό πυροβόλησέ με εδώ ανάμεσα τα μάτια!

-No can do! Δεν έχουμε όπλα στο σπίτι είμαστε εναντίον της οπλοκατοχής το ξέχασες;

-Μικρή σκατούα σ’ αγαπώ πολύ, το ξέρεις;

Δεν έλεγε την λέξη σωστά, παρέλειπε ένα λ και η ‘σκατούλα’, -λέξη βρωμερή και τρισάθλια-, μετατρεπόταν σε τρυφερό χαρακτηρισμό του μεγαλύτερου αδελφού προς την μικρότερη και προστατευόμενη. Ήμουν η ‘σκατούα’ του Many από τότε που ήταν πεντάχρονος κι εγώ νεογέννητη.

-Μαμά, το μωρό μας μυρίζει άσχημα, πιφφφφφφ, γέμισε τις πάνες της η μικρή σκατούα!

Και γελούσε η μαμά, και γελούσε ο μπαμπάς, και γελούσε η Χριστίνα που ήταν μεγαλύτερη από μένα δυο χρόνια, και γελούσε κι ο Μανώλης ο μεγάλος αδελφός μας που περνούσε τρία χρόνια την Χριστίνα και πέντε εμένα. Κι εγώ, το μωρό που μύριζε άσχημα, -η μικρή σκατούα-, γελούσα κι εγώ με γέλιο καρκαριστό μιας κι όλοι γύρω μου γελούσαν κι έπρεπε κι εγώ να μπω στο παιχνίδι της οικογένειας και να γίνω μέλος του συνόλου!

-Αχ Μανώλη μου, το ξέρω πως μ’ αγαπάς, ξέρω και δεν ξεχνώ αλλά αρκετά μας έφαγε τα σωθικά ο πόνος και στο παρελθόν και τώρα. Εσύ δεν είσαι σαν ‘εκείνον’, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ σαν ‘εκείνον’, εσύ είσαι ο πιο γλυκός και υπερπροστατευτικός αδελφός και πατέρας του κόσμου!

-Many, αυτό είναι το όνομά μου, ο Μανώλης έμεινε στην Ελλάδα, κι εκεί ‘πέθανε’!

-Many, Many μου, λατρεμένε μου αδελφέ, είμαι εδώ για σένα, είμαι εδώ για την Marilyn, το παρελθόν πέθανε, έμεινε εκεί πίσω, μας έχασε στον χρόνο, είμαστε ελεύθεροι, θυμάσαι τι μου είπες μόλις φτάσαμε στην Αμερική; «Εδώ, σήμερα, εσύ κι εγώ, είμαστε άνθρωποι νέοι, είμαστε άνθρωποι ‘καινούριοι’, ελεύθεροι απ το παρελθόν μας και το μέλλον μας θα το φτιάξουμε εμείς!»

-Κοιτούσαμε το Άγαλμα της Ελευθερίας από ψηλά ενώ το αεροπλάνο έκανε κύκλους πάνω απ την Νέα Υόρκη λίγο πριν προσγειωθεί! Μετανάστες του εικοστού πρώτου αιώνα, νέα φουρνιά, νέο είδος…

-Δεν τα περάσαμε κι άσχημα, δεν δουλέψαμε σε ανήλιαγα φαγάδικα να πλένουμε πιάτα δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο…

-Εσύ, μικρή μουσίτσα,  δεν έγινες ‘πιατού’! Εγώ δούλεψα στα Mc. Donalds!

-Κι εγώ στο Walmart! Υπάρχει χειρότερο;

-Oh! Tough one, now I am scared!

Μέναμε εκεί πότε στην κουζίνα, πότε στο καθιστικό αγκαλιασμένοι με τα κεφάλια ν’ ακουμπούν το ένα δίπλα στ’ άλλο να μεταφέρουμε μεταξύ μας χίλιο-ιδωμένες μνήμες, να θυμόμαστε προσπαθώντας να ξεχάσουμε. Ο Jim, η Claire και τα παιδιά ήξεραν πως ήταν στιγμές που έπρεπε να μας αφήσουν μόνους. Οι σύντροφοί μας είχαν αποδεχτεί πως ένα μέρος του ‘τότε κι εκεί’ πονούσε ακόμα και πως ίσως θα μιλούσαμε κάποτε γι αυτό όταν σταματούσε να πονά…

-Easy Roxy, take it easy crazy girl! άκουσα τον Kevin απ την κουζίνα και την Marilyn και την Eva να γελούν και να τρέχουν από δωμάτιο σε δωμάτιο κυνηγώντας το σκυλί μας που προφανώς είχε αρπάξει κάποια λιχουδιά απ το τραπέζι. Έλεος μ’ αυτό τη σκυλί, ότι μύριζε καλά είχε κάθε δικαίωμα να το φάει αν ήταν σε κοινή θέα και αφύλακτο! Με φρίκη θυμήθηκα πως είχα βγάλει το ταψί με τις δυο κότες με πατατίτσες λεμονάτες στον φούρνο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας! Τι να άρπαξε αυτή την φορά ο ‘εξαποδώ’ μεταμορφωμένος σε σκύλο που ζούσε μαζί μας;

-Out, take the dog έξω! προσπάθησε φιλότιμα να δώσει διαταγή χρησιμοποιώντας έστω και μια Ελληνική λέξη o δύστυχος άνδρας μου. Take her for a βόλτα, a long one, a very long one!

Αλαλαγμοί, ποδοβολητά, γέλια, άνοιγμα πόρτας, απρόσεκτο και βίαιο κλείσιμο πόρτας, τρεχοβολητό στα πετραδάκια της μπροστινής αυλής, -Θεέ μου γιατί αυτά τα παιδιά δεν περπατούν πάνω στο μονοπάτι με τις πλάκες από την πόρτα μέχρι τον δρόμο;-, χαρούμενο γάβγισμα σκύλου, και μετά τα γέλια, το γαύγισμα και τα τρεχοβολητά να απομακρύνονται και να χάνονται στο τέλος του δρόμου που οδηγούσε στο πάρκο της γειτονιάς μας.

Μείναμε οι ενήλικες, -τα γερόντια-, να καθόμαστε σιωπηλοί στον μεγάλο καναπέ μπροστά στο τζάκι μέχρι που ο Jim αποφάσισε να σπάσει την σιωπή.

-Ένα κρασάκι είναι ότι πρέπει Many, ε; Και κάτι ‘βαρύ’ για σένα αγάπη μου, σωστά;

Το ότι οτιδήποτε είχε αλκοόλ με αρρώσταινε το θεωρούσαν όλοι αστείο. Χάχα, τι ωραία, η Detra is ‘ethanol not tolerant’ -μη ανεκτική στην αιθανόλη-, σπάνια, επίκτητη πάθηση που με έκανε να μην μπορώ ούτε καν να μυρίσω κάποιες φορές αλκοολούχα ποτά.

Το ποτήρι μου, -ποτήρι κρασιού-, γεμάτο με χυμό μήλου αχλαδιού και μπανάνας το στόλιζε μια γιορταστική πολύχρωμη ομπρελίτσα καρφωμένη σε μια ροδέλα μπανάνας! Τα δυο ‘αγόρια’ έπιναν κόκκινο κρασί, «μόνο ένα» για τον Many, «γιατί θα οδηγήσω απόψε με την μικρή να πάμε σπίτι». Ο αδελφός μου έπινε σπάνια, σε κοινωνικές εκδηλώσεις του πανεπιστημίου που έπρεπε να δηλώνει παρών ή όταν κάποια βράδια είχε συζήτηση με τον συνεργάτη του, τον άνδρα μου δηλαδή.

Τα ‘αγόρια’ μου ήταν προβληματισμένα απόψε. Το ήξερα, το έβλεπα, το μύριζα στον αέρα. Ήταν έτοιμοι να το σκάσουν απόγευμα Κυριακής και με μια απίθανη δικαιολογία να οδηγήσουν μέχρι το πανεπιστήμιο για να κλειστούν στο εργαστήριο ή το γραφείο και να γεμίζουν πίνακες με αριθμούς και σχήματα ακαταλαβίστικα για ένα νορμάλ εχέφρονα άνθρωπο σαν εμένα. Εγώ ασχολήθηκα με την αλφαβήτα, τον λόγο, την γραμματική, την σύνταξη, τις γλώσσες και εκεί έδωσα τις δυνάμεις μου: Να διδάσκω την Νέο-Ελληνική γλώσσα στο ίδιο πανεπιστήμιο που ο άνδρας και ο αδελφός μου έκαναν πενταετή έρευνα πάνω στην μεταφορά συνείδησης σαν εν-συναίσθηση σε ποντίκια. Πφφφ, δηλαδή τι έλεγαν τα ποντίκια μετά; «Μπήκε η συνείδησή μου στον εγκέφαλο του γείτονα στο διπλανό γυάλινο κλουβί και του έκαψα τις φλάντζες!»; Και σε τι γλώσσα να πει κάτι τέτοιο ένα ποντίκι που γεννήθηκε, μεγάλωσε και θα πέθαινε σε ένα γυάλινο κλουβί;

Μπα, άπαπα! Καλύτερα αυτό που έκανα εγώ. Άνοιγα το κεφάλι των δικών μου πειραματόζωων και τους πετούσα μέσα Ελληνικά και γραμματική και σύνταξη, κι έκλεινα μετά το καπάκι, -κάτι σαν Halloween αλλά σε πιο τρομακτικό δηλαδή!-, και περίμενα το θαύμα. Και το θαύμα γινόταν, κι όλοι αυτοί οι φοιτητές που άλλοι έπαιρναν Modern Greek 101 και 102 γιατί ο παππούς και η γιαγιά ήταν από Ελλάδα και τους μάθαιναν να αγαπούν την ξεχασμένη πατρίδα, κι άλλοι που ήθελαν να επισκεφτούν την Ελλάδα για να πάρουν μέρος σε ανασκαφές μιας κι ακολουθούσαν κλασσικές σπουδές και ονειρευόταν να ανακαλύψουν τον τάφο του Μέγ-Αλέξανδρου, άρχιζαν να μαθαίνουν Ελληνικά και να μιλούν και να γράφουν και να νιώθουν πως ναι! τα Ελληνικά είναι μια όμορφη γλώσσα! Κι έβλεπα με κρυφή χαρά αυτούς που είχαν ξεκινήσει μόνο για τα βασικά 101 και 102 να έρχονται και την επόμενη χρονιά και να γεμίζουν τμήματα 103 και 104 και να συνεχίζουν… Τι μπορεί να κάνει πιο ευτυχισμένο έναν δάσκαλο πέρα απ αυτό; Ναι ήμουν ευτυχισμένη και περήφανη δασκάλα στο τέλος της μέρας! Ευτυχώς ο Kevin ήταν πια αρκετά μεγάλος και η Eva είχε ξεπεταχτεί και είχα χρόνο και για την δεύτερη απασχόλησή μου, την συγγραφή.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα πέρασε σχεδόν απαρατήρητο μέχρι που το πήρε πακετάκι Χριστουγεννιάτικο δωράκι -από την ξαδέλφη της στην Αστόρια-, η κεντρική παρουσιάστρια κάποιου πρωινάδικου, κάποιου Ελληνικού τηλεοπτικού καναλιού και αν και ξανθιά το διάβασε. Και ξεκίνησαν οι συνεντεύξεις με live link στην τηλεόραση και κάποιοι εκδοτικοί οίκοι που μύρισαν κέρδος, -ταλέντο το ονόμαζαν αλλά δεν ήμουν χθεσινή για να μασήσω-, μου έκαναν τις καλύτερες προτάσεις. Κάναμε οικογενειακό συμβούλιο με τον Many και καταλήξαμε πως τα αδέλφια Many και Detra Fotiou που είχαν μεγαλώσει στο Chicago, είχαν από χρόνια απαγκιστρωθεί από τον Εμμανουήλ και Δήμητρα Παράσχου, δυο παιδιά που έζησαν την φρίκη σ’ ένα διαμερισματάκι του τρίτου ορόφου στην Κυψέλη κάπου εκεί στις αρχές του αιώνα…  Τριάντα χρόνια ξέπλυναν τα δάκρυα και θόλωσαν τις μνήμες κι έμεινε ο πόνος βουβός να ξυπνά σαν αρρώστια κάθε τόσο εκεί που νόμιζες πως είχε ξεριζωθεί απ τα σωθικά σου και να σε στοιχειώνει κάποια βράδια… Εκείνα τα βράδια που ήθελες να είσαι μόνος σου και κανείς απ όσους σ’ αγαπούσαν κι αγαπούσες σήμερα δεν μπορούσαν να νιώσουν το κάψιμο, το μούδιασμα, το αόρατο παγωμένο χέρι ν’ αρπάζει την ύπαρξή σου και την καρδιά σου να χτυπάει τόσο δυνατά που έλεγες πως θα ξυπνήσει όλη η Πολιτεία από το εντός σου ρολόι. Εκείνα τα βράδια που οι εικόνες και οι μυρουδιές της θύμησης σε αρρώσταιναν κι αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν μόνον εσύ να μυρίζεις στο δωμάτιο φτηνό αλκοόλ και την Χριστίνα σε μια γωνιά να κλαίει με άηχους λυγμούς…

-Αγόρια σας βλέπω εδώ και ώρα, θέλετε να πείτε τα δικά σας! Εγώ, το γυναικάκι λέω να πάω στην κουζίνα μου να ετοιμάσω για νιάμ-νιάμ γιατί σε λίγο θα ρθουν τρία πεινασμένα θηρία και ένας σκύλος με τον εξαποδώ εντός του και δεν την βλέπω να την παλεύω!

Σηκώθηκα απ τον καναπέ, κούνησα τον πισινό μου σαν ‘υπηρεσία με προσόντα’ γύρισα και κοίταξα με νάζι τον άνδρα μου που σφύριξε με θαυμασμό και μετά συνωμοτικά τον αδελφό μου που έσκασε στα γέλια.

-΄Ει, φιλαράκο αυτή είναι η αδελφή μου, έλα λίγο σεβασμό!

-Έι, φιλαράκο, αυτή είναι η γυναίκα μου κι αν δεν σφυρίξω με υπονοούμενα θα πάει να κουνηθεί σε όποιον άλλον σφυρίξει, με πιάνεις;

Και σκάσαμε όλοι στα γέλια, κι ήταν στιγμή χαράς πραγματικά και γέλιου αβίαστου. Για σαραντάρα μια χαρά περνούσε η μπογιά μου! Αχ Many μου, αχ να σε δω για άλλη μια φορά να ξεπετάγεσαι απ τις στάχτες σου…

Το τσούρμο των αγρίων μικρών ανθρώπων ήρθε με το που τέλειωνα το στρώσιμο του τραπεζιού.

-Dad, να κοιμηθώ εδώ απόψε please; έκανε η ανεψιά μου. Θέλουμε να παίξουμε τα νέα ολογραμμικά παιχνίδια που αγόρασε η auntie Detra χτες!

Ανοιγόκλεισε τα μάτια όλο τσαχπινιά, σούφρωσε χειλάκια και φυσικά κανένας πατέρας δεν θα μπορούσε ποτέ να της χαλάσει χατίρι. Άτιμο θηλυκό δοκίμαζε συνειδητά τακτικές γοητείας πάνω στον δύστυχο πατέρα!

-Mommy, να ένα λουλούδι, έκανε όλο περηφάνια  για τα Ελληνικά της η μικρή μου.

Πρότεινε το χέρι της και μου έδωσε μια μαργαρίτα!

-Το λένε μαργαρίτα, που την βρήκες;

-Μου έδωσε η strange old lady που είναι new in the house across the street!

-Το απέναντι σπίτι αγοράστηκε; Μπα, πότε μετακόμισε, δεν είδα μεταφορική να έρχεται…

-Μαμά είναι περίεργη πολύ, πετάχτηκε ο Kevin. Ξέρει τα ονόματά μας, και μας κοιτούσε με I don’t know how to describe it, like she knew us…

-Kevin, Ελληνικά!

-She is spooky aunt Detra… Πολύ spooky λέμε!

Κοίταξα απ την πόρτα της τραπεζαρίας που έβλεπε απέναντι και την είδα δίπλα απ το γραμματοκιβώτιο το καρφωμένο στον απεριποίητο μπροστινό κήπο να στέκεται στο δρομάκι που οδηγούσε στην κυρία είσοδο και να μας κοιτά μ’ ένα τρόπο που με τρόμαξε. Η άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα μας κοιτούσε με ένα τρόπο σαν να ρουφούσε με απόλαυση την σκηνή μέσα στην φωτισμένη τραπεζαρία μας, η άγνωστη ηλικιωμένη γυναίκα μας κοιτούσε με λαχτάρα…

-Μας μίλησε Ελληνικά μαμά, είπε στην Eva  να σου δώσει την μαργαρίτα.

-Δηλαδή τι είπε; Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωσα παγωμένο ιδρώτα να κυλάει στην σπονδυλική μου στήλη.

-Είπε «δώσε την μαργαρίτα απ την Δάφνη στην Δήμητρα, Δήμητρα δεν την λένε την μαμά σου, Eva;»!

‘Δήμητρα’, κάποια άγνωστη ηλικιωμένη Ελληνίδα που την έλεγαν Δάφνη ήξερε το όνομά μου! Γύρισα σαν υπνωτισμένη να την κοιτάξω. Στεκόταν ακόμα εκεί στο τέλος του μονοπατιού που σε πήγαινε στο απέναντι σπίτι, -που για χρόνια πολλά δεν είχε ενοίκους και το φρόντιζε μια κτηματομεσιτική εταιρεία-, και μου χαμογελούσε. Σήκωσε το χέρι και με χαιρέτησε φιλικά.

-Who the f@#$ is she and what the f@#$ does she want from us? πετάχτηκε ο Many που άκουγε την συζήτηση θυμωμένα. Και πως ξέρει πως σε λένε Δήμητρα; συνέχισε αναστατωμένος.

-Come on, she must be a Greek who is an admirer of my πιτσουνάκι, γέλασε ο άντρας μου. Θα έχει διαβάσει το βιβλία της και τώρα θέλει να γίνουν φίλες! Και δεν είναι δύσκολο να βρει πως το Detra comes από το Δήμητρα!

Η γριά γυναίκα μας γύρισε την πλάτη, προχώρησε στο μονοπάτι, έφτασε στο σπίτι, άνοιξε την πόρτα και γύρισε να μας κοιτάξει άλλη μια φορά. Χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο χαρά και  προσμονή, κούνησε τα ακροδάχτυλά της σε αποχαιρετισμό και μπήκε στο σκοτεινό σπίτι την ώρα που οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου βουτούσαν και χάνονταν στον ορίζοντα. Στο απέναντι σπίτι άναψε το φως της εισόδου και του καθιστικού μα ίσα που φώτισε με τα παράθυρα να είναι ντυμένα με βαριές κουρτίνες…

Κι ύστερα άκουσα μέσα στο μυαλό μου το τραγούδι… Ένα τραγούδι που καταλάβαινα τι έλεγε κι ας μην ξέρω Ιταλικά…

 

Io non posso stare fermo con le mani nelle mani,
tante cose devo fare prima che venga domani.
E se lei già sta dormendo io non posso riposare,
farò in modo che al risveglio non mi possa più scordare.
Perché questa lunga notte, non sia nera più del nero,
fatti grande dolce luna e riempi il cielo intero.
E perché quel suo sorriso possa ritornare ancora
splendi sole domattina come non hai fatto ancora…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα (Δήμητρα)

   α. Κυψέλη, 20/12/1996

Χτύπησα το κουδούνι μας, -το έβδομο από κάτω προς τα πάνω της δεξιάς κάθετης σειράς-, και περίμενα να μου ανοίξουν προσπαθώντας να αρπάξω με την γλώσσα τις αραιές νιφάδες χιονιού που έπεφταν χορεύοντας από ψηλά. Είμαι έξι χρονών κοπελάρα όπως λέει ο μπαμπάς, -η μικρή του κούκλα-, και πήγαινα στην πρώτη δημοτικού πια! Η Χριστίνα ήταν οκτώ και πήγαινε στην τρίτη και ο Μανώλης έντεκα και πήγαινε στην έκτη.

Η μαμά αργούσε να ανοίξει, περπατά αργά και κουράζεται πολύ να πάει από το κρεβάτι της μέχρι την πόρτα του διαμερίσματος να πατήσει το κουμπί για να ανοίξει η είσοδος της πολυκατοικίας. Περίμενα υπομονετικά, γιατί να χτυπάω θυμωμένα ενώ ήξερα πως έκανε ότι μπορούσε; Και μετά ήταν και η αγκαλιά της και τα τρυφερά της χάδια που θα ξεπλήρωναν την αργοπορία μόλις έμπαινα στο σπίτι μας!

Άκουσα το ζζζζζζζζ που έκανε η πόρτα που σήμαινε πως κάποιος πατούσε το κουμπί από κάποιο διαμέρισμα, -ήμουν σίγουρη πως ήταν η μαμά μου που μου άνοιγε-, κι έσπρωξα προς τα μέσα την βαριά σιδερένια με το διάφανο τζάμι πόρτα της εισόδου. Δεν έπαιρνα ποτέ το ασανσέρ αν ήμουν μόνη μου, -«απαγορεύεται τα μικρά παιδάκια να παίρνουν το ασανσέρ ασυνόδευτα»- έγραφε το χαρτί που ήταν κολλημένο στον καθρέφτη του ασανσέρ. Το χαρτί υπήρχε εκεί από πάντα, το θυμάμαι σαν τρομακτική απειλή ακόμα και πριν πάω στα νήπια. Ανέβηκα τρέχοντας τους τρεις ορόφους με τις σκάλες και έφτασα φουριόζικα στην πόρτα μας, δίπλα δεξιά απ το ασανσέρ. Η μαμά άνοιξε αμέσως, περίμενε στηριγμένη το τραπεζάκι-μινιατούρα στην αριστερή πλευρά της εισόδου. Χώθηκα στην αγκαλιά της κι έτσι αγκαλιασμένες σαν ένα πλάσμα με δυο κεφάλια τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και δυο καρδιές να χτυπούν σαν μια, προχωρήσαμε μέχρι το καθιστικό.

-Μόνη σου γύρισες μωρουδέλι μου; Γιατί δεν περίμενες να τελειώσει ο Μανώλης; Αφού έχω μιλήσει με την δασκάλα του να σε κρατάει στην τάξη της αν τελειώσεις πιο νωρίς.

-Με έφερε η μαμά της Τατιάνας. «Δεν φεύγω ποτέ απ το σχολείο μόνη, δεν μιλάω σε κανέναν ότι και να μου πει, δεν τρώω και δεν πίνω ότι κι αν μου δώσουν», επανέλαβα τον ‘νόμο του έξυπνου παιδιού’ που μας είχαν μάθει οι γονείς μου.

-Μπράβο πανεμορφάκι μου, τι έξυπνο παιδί έχω εγώ! Κάθισε στην πολυθρόνα της την κουνιστή και με τράβηξε κοντά της. Σκαρφάλωσα στην αγκαλιά της και της χάιδεψα με τα δάχτυλά μου την κόκκινη λαχουρένια μπαντάνα που έκρυβε τα μαλλιά  της ενώ μου έβγαζε το κίτρινο πλαστικό αδιάβροχο που με κάλυπτε απ το κεφάλι μέχρι τους αστραγάλους. Είχα πλάκα όταν φορούσα την κουκούλα, έμοιαζα σαν κίτρινο καναρινάκι όπως έλεγε η μαμά. Όμως σίγουρα δεν ήμουν καναρινάκι! Φορούν τα καναρινάκια κόκκινες γαλότσες;

Η Τατιάνα ήταν η καλύτερη φιλενάδα μου, καθόμασταν στο ίδιο θρανίο, ακόμα και τις ξυλομπογιές μας μοιραζόμασταν! Ήμασταν ‘κολλητές’ απ τα προ-νήπια και θα ήμαστε μαζί για πάντα και τίποτα δεν θα μας χώριζε ούτε καν αν μας άρεσε το ίδιο αγόρι!

-Μαμά, λέει η μαμά της Τατιάνας να έρθει να με πάρει το απόγευμα να παίξουμε με την Τατιάνα και μετά να φάμε και να κοιμηθώ εκεί. Παρασκευή είναι, αύριο δεν έχουμε σχολείο, ότι ώρα θέλουμε ξυπνάμε!

-Και δεν θα σου λείψει καθόλου η μανούλα αγαπάκι μου; Μην αρχίσεις τα κλάματα κατά τις δώδεκα το βράδυ «θέλω την μαμά μου, θέλω τον μπαμπά μου, θέλω την Χριστίνα, θέλω τον Μανώλη» και αναγκαστεί να τρέχει να σε φέρει στο σπίτι ο μπαμπάς…

-Δεν είμαι πια στα νήπια, απάντησα ντροπαλά, και μετά έκλαιγα γιατί νομίζω πως είδα τον μπαμπούλα και φοβήθηκα!

-Δεν υπάρχει ο μπαμπούλας σκατούα μου! Αυτά είναι χαζά για να τρομάζουν τα μικρά παιδάκια! Έλα να τον διώξουμε απ τον μυαλό μας εγώ κι εσύ.

Ακουμπήσαμε κεφάλι με κεφάλι, μέτωπο με μέτωπο, κοιτώντας η μία την άλλη με λατρεία και τρίβοντας τα το ένα κόντρα στο άλλο είπαμε τα μαγικά λόγια:

-Δεν υπάρχει μπαμπούλας, δεν υπάρχει μπαμπούλας, που να σκάσει ο μπαμπούλας δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

Το ίδιο τραγούδι το λέγαμε για την κακιά μάγισσα, αλλά αλλάζαμε την λέξη μπαμπούλας με το ‘κακιά μάγισσα’. Και μετά σειρά είχε ο δράκουλας των Καρπαθίων κι η νυχτερίδα του και όλοι έπαυαν να υπάρχουν αφού τους ξορκίζαμε. Εδώ είχα αμφιβολίες αν την νυχτερίδα με το ξόρκι μπορούσαμε να την αποθάνουμε κι να σκάσει με ένα μεγάλο πουφ στον αέρα. Το καλοκαίρι είχαμε δει μια νυχτερίδα να κρέμεται απ ένα κλαδί ανάποδα στο πάρκο του άλσους που είχε και το θέατρο. Τρέξαμε από κάτω της εγώ, η Χριστίνα και ο Μανώλης και ξεκινήσαμε το ξόρκι για όλα τα κακά!

-Δεν υπάρχει νυχτερίδα, δεν υπάρχει νυχτερίδα, που να σκάσει η νυχτερίδα δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

Προς μεγάλη μας έκπληξη η νυχτερίδα δεν έδειξε καμιά διάθεση να ‘σκάσει να πλαντάξει’, αλλά εμείς απτόητοι ξανατραγουδήσαμε το ξόρκι πιο δυνατά μην τυχόν εκτός από τυφλή ήταν και κουφή.

-Δεν υπάρχει νυχτερίδα, δεν υπάρχει νυχτερίδα, που να σκάσει η νυχτερίδα δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

Κόσμος περνούσε κάνοντας την βόλτα τους, σταματούσαν λίγο πιο πέρα και μας κοιτούσαν, αλλά εμείς, ‘το τρίο Παράσχου’ συνεχίζαμε απτόητοι!

-Δεν υπάρχει νυχτερίδα, δεν υπάρχει νυχτερίδα, που να σκάσει η νυχτερίδα δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

Και το ξόρκι μας ‘κάπως’ έπιασε! Η νυχτερίδα τίναξε τα φτερά της απαγκιστρώθηκε απ το κλαδί και πέταξε σε μέρη του πάρκου πιο σκοτεινά, προφανώς ενοχλημένη από το φιλοθεάμον κοινό! Πουφ να σκάσει πάντως δεν έκανε κι ούτε εξαφανίστηκε μονομιάς, απλά πέταξε ενοχλημένη, αλλά κάτι ήταν κι αυτό απ το καθόλου, ε;

Οι περαστικοί γελούσαν, οι γονείς μας πιασμένοι χέρι-χέρι χαμογελούσαν με περηφάνια. Οι γονείς μου γελούσαν πολύ και δυνατά και συχνά. Γελούσαν με τα πάντα και γελούσαν με τα καμώματά μας. Και οι γονείς μου περπατούσαν στον δρόμο πιασμένοι χέρι-χέρι! Κι ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι, κι όλοι γελούσαμε, κι όλο γελούσαμε, κι όλο πιανόμασταν χέρι-χέρι κι αγκαλιαζόμασταν και δενόμασταν σαν οικογένεια όλο και πιο πολύ.

Όμως εκείνα τα Χριστούγεννα του ’96 δεν γελούσαμε πολύ, δεν γελούσαμε δυνατά και δεν γελούσαμε συχνά. Στο σπίτι επικρατούσε σιωπή, -πολλή σιωπή-, για να κοιμάται η μαμά και να ξεκουράζεται.

Η αλήθεια είναι πως η ζωή μας και οι συνήθειές μας άλλαξαν απ το καλοκαίρι που μας πέρασε. Τότε, -μόλις είχα τελειώσει την δεύτερη τάξη στα νήπια και θα πήγαινα την επόμενη χρονιά στην πρώτη δημοτικού-, η μαμά και ο μπαμπάς άρχισαν να κάνουν βόλτες στο Έλενα. Εγώ αυτά δεν τα καταλάβαινα και καλά. Η κυρία Ευανθία, η νηπιαγωγός μας, -που την είχαμε δυο χρόνια και εμπιστευόμουν τις γνώσεις της και την αγαπούσα πολύ μα πολύ-πολύ!-, μας έλεγε πως οι λέξεις ο θηλυκές παίρνουν στον ενικό αριθμό το άρθρο ‘η’ και όχι το άρθρο ‘το’. Μετά όμως ο Μανώλης, -που μόλις είχε τελειώσει την πέμπτη τάξη και είχε πάρει σε όλα δέκα-άριστα-, μου είπε πως ήταν ‘το νοσοκομείο που το έλεγαν Έλενα’ κι αυτό έβγαζε νόημα γιατί το νοσοκομείο είναι ουδέτερο, είναι κτίριο και είναι και άψυχο και γι αυτό το Έλενα ήταν ‘το’, πληθυντικός ‘τα’. Η μαμά, μετά από τις πρώτες βόλτες που έκανε στο Έλενα-,  τελικά έμεινε εκεί αρκετές μέρες, -νομίζω δέκα-πέντε αν μετρούσα καλά την κάθε μέρα που μου έλλειπε η μαμά και έκλαιγα-, κάπου εκεί στα τέλη του Ιούλη.

Όλον εκείνο τον καιρό ο μπαμπάς ερχόταν στο σπίτι λίγο, έτσι κι αλλιώς κι εμείς δεν μέναμε πολλές ώρες μόνα μας στο σπίτι για να πω την αλήθεια. Μας ξυπνούσε νωρίς κατά τις έξι, ότι ώρα κι αν είχε γυρίσει από το Έλενα το προηγούμενο βράδυ, -και πολλές φορές γυρνούσε πολύ μετά τις δώδεκα που ήταν πραγματικά αργά για μένα που μόλις είχα τελειώσει τα νήπια. Μέχρι τις εφτά είχαμε πλύνει χεράκια-μουτράκια και βουρτσίσει δοντάκια, είχαμε χτενιστεί στην τρίχα, είχαμε φάει πρωινό και ήμασταν έτοιμα να μοιραστούμε σε σπίτια φίλων. Πρώτος έμπαινε στο μπάνιο ο Μανώλης που ξυπνούσε πάντα πριν από μας τα κορίτσια. Εμείς οι δυο οι σουσουράδες απ έξω να του κάνουμε τον βίο αβίωτο:

-Μανώληηηη, αργείς και θα κατουρήσω τα πόδια μου!

-Μανώληηηη, σ’ ακούμε να τραγουδάς!

-Μανώληηηη, πορδή ήταν αυτή που ακούσαμε;

-Μανώληηηη, σε βλέπουμε απ την τρύπα της κλειδαρότρυπας! -Μανώληηηη, τι κάνεις καλέεεεε;, άντε να μπούμε κι εμείς!

Μέχρι που τέλειωνε η υπομονή του Μανώλη και ούρλιαζε:

-Μπαμπά, πάρε τις καρακάξες έξω απ το μπάνιο ούτε τα κακά μου να κάνω δεν μ’ αφήνουν!

Πιφ, πιφ, πιφ! Τι τυχερά κορίτσια που ήμασταν! Πρωί-πρωί θα κάναμε την τουαλέτα μας με ‘μυρωδιές πολυτελείας’ όπως έλεγε η μαμά που ψέκαζε κάθε φορά μισό μπουκάλι αποσμητικό χώρου στο μπάνιο μπας και δεν λιποθυμήσουμε εμείς ‘η επόμενη βάρδια’ στην τουαλέτα!

Η Χριστίνα κι εγώ μπαίναμε στο μπάνιο πάντα μαζί και ποτέ δεν μπλεκόταν η μια στα πόδια της άλλης. Μπορούσαμε να καθόμαστε στο μπάνιο και να χασκογελάμε με τις ώρες. Η Χριστίνα έπλενε το δικό της πρόσωπο και μαζί και το δικό μου. Γέμιζαν τα πρόσωπά μας αφρούς από το μοσχοσάπουνο, αφρούς που κάθονταν στην άκρη της μύτης μας σαν φουσκαλίτσες-διαμαντάκια και τις σκάγαμε πλιτς-πλατς με τα ακροδάχτυλά μας και γελάγαμε σαν παλαβωμένα λες κι είχαμε ακούσει το καλύτερο ανέκδοτο. Έτσι κάναμε πάντα, ακόμα και πριν πάει η μαμά στο Έλενα, μόνο που τότε ήμασταν κι οι τρεις μας στο μπάνιο και γελάγαμε ασύστολα κι οι τρεις μέχρι που μας κόβονταν η ανάσα. Παίρναμε άλλη μια βαθειά ανάσα, κι άντε πάλι ‘παρτσακλογέλια’ όπως έλεγαν η μαμά κι ο μπαμπάς!

Κι ύστερα η Χριστίνα ξέπλενε το πρόσωπό της, -πρώτα με άφθονο νερό ζεστό και παγωμένο μετά να μην γίνει η μούρη μας ‘πλισέ’ όταν πατήσουμε τα πενήντα όπως μας είχε μάθει η μαμά-, και μετά ξέπλενε και το δικό μου. Να πω την αλήθεια με το που άρχιζαν τα πρώτα κρύα πολλές φορές είχα σκεφτεί πως μια μούρη πλισέ στα πενήντα ήταν καλύτερη από παγωμένο νερό στην παιδική μου μούρη! Και μετά ποιος μου επιβεβαίωνε πως σίγουρα θα γινόταν η μούρη μου πλισέ στα πενήντα; Και επίσης ποιος μου επιβεβαίωνε πως θα έφτανα σίγουρα στα πενήντα; Πφφφφ, λόγια ήταν όλα για να μας βάζουν να πλενόμαστε με παγωμένο νερό!

Σαν παιδί περίεργο πάντως είχα πείσει την Χριστίνα να ρωτήσουμε την κυρία Ελευθερία του κυρ’ Αρίστου που είχε το μίνι-μάρκετ δίπλα απ το σουβλατζίδικο-ουζερί του μπαμπά. Αυτή σίγουρα θα ήξερε να μας πει την αλήθεια αφού η μούρη της ήταν πλισέ έτσι κι αλλιώς από τότε που την θυμάμαι! Κατεβήκαμε τα δυο σκαλάκια της εισόδου του μπακάλικου-μίνι-μάρκετ και σοβαρές-σοβαρές την πλησιάσαμε που έβαζε απορρυπαντικά πλυντηρίου στο ράφι.

-Κυρία Ελευθερία να σε ρωτήσουμε κάτι; ξεκίνησα εγώ.

-Βρε καλώς τα Παράσχο-κόριτσα! Ότι θέλετε κούκλες μου!

-Το πρόσωπό σου το έπλενες με ζεστό ή κρύο νερό όταν ήσουν μικρό κορίτσι;

-Όταν ήμουν μικρό κορίτσι στο νησί, -η κυρία Ελευθερία ήταν απ την Πάρο-, δεν είχαμε κόρες μου ζεστό νερό στις βρύσες, παρεκτός κι αν το βράζαμε. Και νερό βράζαμε μόνο για να κάνουμε μπάνιο μια φορά την βδομάδα όλη η οικογένεια ο ένας μετά τον άλλον στον καμπινέ έξω απ το σπίτι!

-Τότε γιατί έγινε η μούρη σου πλισές κυρά Ελευθερία;

Μετά από την πρώτη έκπληξη η γηραιά γυναίκα έβαλε τα γέλια.

-Δεν φταίει το κρύο ή το ζεστό νερό κόρες, φταίει που ο Θεός αντί να μου κόβει την γλώσσα κάθε φορά που έλεγα ότι μου κατέβαζε η κούτρα μου, μου χάριζε και μια ρυτίδα στο πρόσωπό μου. Καλέεεε, -έσκυβε το πρόσωπό της στο ύψος των δικών μας παιδικών προσώπων και μας κοιτούσε προσεχτικά και εξονυχιστικά με τρόμο-, τι είναι τούτο μαθές, από μωρά ξεκινήσατε να έχετε ρυτίδες; Άλλο και τούτο! πετούσε τις ‘μπηχτές’ της για την αδιακρισία μας.

Αφού πλέναμε με τις ώρες τις μούρες μας εγώ και η Χριστίνα, σειρά είχαν τα δοντάκια μας. Της Χριστίνας της έπεφταν τα πρώτα παιδικά, είχε ήδη κάνει και την πρώτη ‘κουφάλα’ σ’ ένα παιδικό δόντι και την είχε πάει η μαμά στον οδοντίατρο να της το περιποιηθεί.

-…Και ξεκίναγε το τρυπάνι, Δήμητρα, βζζζζζζ, ζζζζζζζζ, και μου το ακουμπούσε στο δόντι, Παναγίτσα μου-Παναγία, τι μαρτύριο!

Κι όλο μου βούρτσιζε τα δόντια και μου έκανε μουστάκια με οδοντόπαστα η Χριστίνα η αδελφή μου κάνοντας απειλητικά, βζζζζζζ, ζζζζζζζζ, κάθε φορά που δεν την άφηνα να μου βουρτσίσει τα δόντια μου σχολαστικά, και σκάζαμε κι οι δυο στα γέλια.

Κι αφού ήμασταν καθαρά, περιποιημένα και είχαμε φάει άρχιζε το μοίρασμα και η διάλυση της οικογένειας. Εγώ έμενα στης Τατιάνας και δεν έχω παράπονο. Και παίζαμε και η μαμά της με αγκάλιαζε και με φιλούσε όσο και την Τατιάνα, αλλά εμένα μου έλλειπε η μαμά μου η Άννα και ο μπαμπάς μου ο Βασίλης, εγώ δεν ήμουν το παιδί της Κατερίνας και του Γιάννη που είχαν την μοναχοκόρη την Τατιάνα!

Η Χριστίνα και ο Μανώλης πήγαιναν να μείνουν με τον Κώστα τον Ντούλμπαση και την γυναίκα του την Κρινιώ που δούλευαν και στο μαγαζί μας, εκείνος έψηνε με τον μπαμπά και σέρβιρε στα τραπέζια κι εκείνη έπλενε τα πιάτα και κάθε τόσο έλεγε: «Να δεις που στην επόμενη ζωή μου θα είμαι ‘πιατού’ στην Αστόρια!» Δεν ξέρω τι θα είναι στην επόμενη ζωή, αλλά δεν παρέμεινε ‘πιατού’ γι πολύ σ’ αυτήν την ζωή. Μεταλλάχτηκε σε συνιδιοκτήτρια ουζερί-σουβλατζίδικου λίγα χρόνια αργότερα και πιάτο δεν ξανάπλυνε με τα χέρια στην ζωή της!

Όλον εκείνο τον καιρό που ο μπαμπάς ερχόταν αργά το βράδυ στο σπίτι για λίγο και έφευγε πάλι το πρωί για το Έλενα και γυρνούσε αργά το απόγευμα – νωρίς το βραδάκι για να δουλέψει στο μαγαζί μας, δεν ήμασταν καθόλου ευτυχισμένοι αν και χαμογελούσαμε ψεύτικα όλοι μας.

Το μαγαζί το άνοιγαν κατά τις πεντέμισι ο Κώστας και η Κρινιώ ενώ τον παλιό καιρό το άνοιγε ο μπαμπάς απ το μεσημέρι. Ο Κώστας τούτες τις δύσκολες εποχές έκανε τις δουλειές που συνήθιζε να κάνει ο μπαμπάς, -μιας και ο Κώστας παλιά απλώς βοηθούσε-, συν τις δικές του υποχρεώσεις. Ετοίμαζε τα σουβλάκια, έβαζε τον γύρο στην θέση του να σιγοψηθεί, γέμιζε τα λαδόξυδα και τα αλατοπίπερα και τα καραφάκια και γέμιζε τα ψυγεία με κόλες, αναψυκτικά, νερά και μπύρες. Η Κρινιώ πήγαινε με το φορτηγάκι μας στον φούρνο που μας ετοίμαζε ψωμί κι έφερνε τις φρατζόλες και μετά εξαφανιζόταν στον χώρο της εκεί που έπλενε και στέγνωνε τα πιάτο-πότηρο-μαχαιροπήρουνα. Το μαγαζί μας είχε τα καλύτερα τηγανητά σε πιπεριές, κολοκυθάκια, πατάτες, κεφτεδάκια και φριτάτες της Κυψέλης και η Κρινιώ συνήθως βοηθούσε τον μπαμπά και τον Κώστα μόνο αν είχε χρόνο, αλλά τώρα είχε αναλάβει σχεδόν όλη την ‘επιχείρηση τηγανητά’.

Κατεβαίναμε κι εμείς στο μαγαζί μας, -ήταν δυο τετράγωνα απόσταση από το σπίτι μας-, για να βοηθήσουμε αλλά μόνον ο Μανώλης που ήταν πια μεγάλος δούλευε και ήταν περήφανος γι αυτό! Κάθε που ερχόταν μια παρέα ο αδελφός μου άρπαζε ένα ψάθινο κοφινάκι με μια χαρτοπετσέτα στον πάτο του και έβαζε μερικές φετούλες ψωμί και το πήγαινε και το απίθωνε στην μέση του τραπεζιού. Αν ήταν μέχρι τέσσερα άτομα ένα κοφινάκι ήταν αρκετό, αν ήταν πιο πολλά το μάτι του αδελφού μου έκοβε την κατάσταση και αντιδρούσε ανάλογα. Σειρά είχαν τα μαχαιροπήρουνα, αλλά αυτό ήταν εύκολο, τόσα μαχαιροπήρουνα όσα και οι πελάτες, μέχρι κι εγώ το ήξερα. Πήγαινε γύρω-γύρω απ το τραπέζι και πάντα απ την δεξιά πλευρά του πελάτη και άφηνε ένα μαχαίρι κι ένα πιρούνι πάνω στην χαρτοπετσέτα που ακουμπούσε πρώτα, απ εκείνες που κρατούσε στο αριστερό του χέρι.  Σειρά είχαν τα ποτήρια και το τραπέζι ήταν έτοιμο! Το μόνο που έκανε ο Κώστας ήταν ν’ αφήσει για ένα λεπτάκι την θέση του πίσω απ την ψησταριά για να πάει στο τραπέζι να πάρει τις παραγγελίες. Στις καλές μέρες πριν αρρωστήσει η μαμά οι θέσεις του μπαμπά και του Κώστα ήταν καθορισμένες αλλιώς. Ο μπαμπάς έψηνε και κρατούσε ταμείο  και ο Κώστας σερβίριζε. Ευτυχώς που ο αδελφός μου ο Μανώλης ήταν πια μεγάλο παιδί και βοηθούσε κι όλο τον κανάκευε γεμάτος περηφάνια ο μπαμπάς μόλις ερχόταν απ το Έλενα κατά τις οχτώ με το που σκοτείνιαζε ο Θεός τον κόσμο του.

-Τι γιό παλληκάρι έχω εγώ που με βγάζει ασπροπρόσωπο το αγόρι μου το καλό! έλεγε και κοκορευόταν ο μπαμπάς και του χάιδευε τα σγουρά ξανθά μαλλιά του. Ο πιο καλός υπάλληλος! τι λες Κώστα να του κόψουμε μισθό απόψε;

-Αμέ!!! φώναζε ο Κώστας με ίδιο ενθουσιασμό κι εκείνος. Δεν βρέθηκε πελάτης να κάνει το παραμικρό παράπονο για τον ‘τζούνιορ’!

-Και τι λες να κεράσω και τα κορίτσια μου από μια πορτοκαλάδα που ήρθαν και περίμεναν εδώ σαν μικρές κυριούλες χωρίς να ενοχλούν καθόλου;

-Αμέ, αφεντικό! Και από μια μερίδα με κεφτεδάκια σπέσιαλ με πατατίτσες και κολοκυθάκια τηγανητά και χωριάτικη με φετούλα απ την καλύτερη και ελαιόλαδο έξτρα-φίνο! συνέχιζε με τον ίδιο ενθουσιασμό ο καλός μας ο Κώστας.

Κι έτσι εμείς, -τα τρία Παρασχοαδέλφια-, πιάναμε το τραπέζι το πιο κοντινό στην πίσω είσοδο του μαγαζιού που έβγαζε στην πίσω αυλή του μαγαζιού μας την γεμάτη γλάστρες με αναρριχητικά που σκαρφάλωναν στους τοίχους κι άλλα φυτά κι αγιόκλημα και βασιλικό και πρασινάδες που έκαναν την αυλή του μαγαζιού μας τον ιδιωτικό μας Παράδεισο.

Ο μπαμπάς μας έφερνε ψωμί που το έψηνε με λάδι αρωματισμένο με σκορδάκι και ριγανίτσα στα κάρβουνα και μαχαιροπήρουνα και ποτήρια και ξεκινούσε το σερβίρισμα σε πιατέλες με χωριάτικη σαλάτα που έκοβε ο ίδιος με τρία τεράστια κομμάτια τυριού φέτας και πολλές-πολλές ελίτσες που άρεσαν σ’ εμένα και πολύ κρεμμυδάκι ψιλοκομμένο που άρεσε στην Χριστίνα και δεν άφηνε σχεδόν καθόλου για μας τα υπόλοιπα αδέλφια της! Του Μανώλη του άρεσαν οι ‘βούτες’ με ψωμί στο λάδι, και η ντοματούλα κι αυτή τίγκα στο λάδι, ο καθένας μας είχε τις προτιμήσεις του. Κι ακολουθούσαν οι πιατέλες με το κυρίως φαγητό, κι εκεί σκοτωνόμασταν και έπεφταν και καυγάδες, -μέχρι και κλάμα και μουτράκια σουφρωμένα επιστρατεύαμε-, για το ποιος θα φάει τα πιο πολλά κεφτεδάκια-μπουκίτσες και τηγανητές πατάτες και κολοκυθάκια. Εκείνες τις στιγμές ξεχνούσαμε πόσο πολύ μας έλλειπε η μαμά…

Η μαμά επέστρεψε στο σπίτι μας αρχές Αυγούστου. Την περιμέναμε ανυπόμονα μπροστά στην είσοδο του σπιτιού μας και μόλις είδαμε το ταξί να ανηφορίζει τον δρόμο μας και να σταματάει μπρος μας κοιτάξαμε με λαχτάρα μέσα απ τα κλειστά τζάμια να την δούμε και να σιγουρευτούμε πως επί τέλους είχε γυρίσει για πάντα. Καθόταν στο πίσω κάθισμα και  φορούσε την ροζ την υφασμάτινη την νυχτικιά της την αμάνικη κι από πάνω τη ασορτί ρομπίτσα με το κοντό μανικάκι που έδενε στον λαιμό με ροζ-τριανταφυλλί φιόγκο και μας χαιρετούσε χαμογελώντας μας τρυφερά με το λεπτό το χεράκι της το κρινένιο και μου φάνηκε πολύ πιο όμορφη κι απ τις πριγκίπισσες των παραμυθιών.

Έτσι κι αλλιώς η μαμά ήταν έτσι ακριβώς όπως ζωγράφιζαν στα παραμύθια τις πριγκίπισσες των παραμυθιών. Είχε μακριά πλούσια ξανθοκάστανα μαλλιά που έφταναν σχεδόν μέχρι την μέση της, γαλάζια μάτια και ήταν λεπτή και ψηλή όπως έπρεπε να είναι μια πριγκίπισσα. Είμαι σίγουρη πως ο παππούς και η γιαγιά μου, -οι γονείς της-, ήταν βασιλιάδες σε κάποιο μακρινό βασίλειο γιατί εμείς ούτε από την Αθήνα ήμασταν, ούτε κι από κάποιο χωριό -μιας και ποτέ δεν είχαμε πάει για Πάσχα ‘στο χωριό μας’ όπως γινόταν κάθε χρόνο κι έφευγαν φίλοι και  γνωστοί κι ερήμωνε η Αθήνα! Για να λέμε την αλήθεια εμείς τα παιδιά δεν ξέραμε από πού κρατούσε η σκούφια μας γιατί ούτε από που καταγόταν ο μπαμπάς ξέραμε κι όταν ρωτούσαμε η μαμά μας έλεγε μια ιστορία πως εμείς όλοι μαζί φυτρώσαμε μια μέρα σ’ ένα πεζοδρόμιο της Κυψέλης άρα ήμασταν Κυψελιώτες γέννημα-θρέμμα.

Όμως κι ο μπαμπάς μας δεν ήταν άσχημος άντρας, το αντίθετο θα έλεγα. Ήταν κι εκείνος ψηλόλιγνος και τα σγουρά μαλλιά του το καλοκαίρι γινόταν πιο ξανθά κι απ της μαμάς αλλά τον χειμώνα γινόταν καστανά σκούρα ενώ τα μάτια του ήταν γκρίζα.

Ήμασταν ‘ομορφόσογο’, όλοι είχαν να το λένε στην γειτονιά! Ο Μανώλης ήταν σγουρομάλλης ξανθός -αλλά ξανθός χειμώνα καλοκαίρι, όχι ‘ντεμί-ξανθός’ όπως ο μπαμπάς!-, και είχε πάρει τα γκρίζα μάτια του μπαμπά. Εγώ είχα τα ‘χειμωνιάτικα καστανά’ μαλλιά του μπαμπά αλλά μακριά και ολόισα σαν της μαμάς και μάτια μελιά, -πιο γλυκά κι απ του μελιού όπως έλεγε η μαμά. Η Χριστίνα όμως ήταν το πιστό αντίγραφο της μαμάς μας, ‘φτυστή η Άννα’ όπως έλεγαν όλοι: Πλούσια καστανόξανθα μακριά μαλλιά, γαλάζια μάτια και κατακόκκινα χείλια λες και η αδελφή μου μόλις είχε φάει φράουλες και δεν είχε σκουπίσει ακόμα τους χυμούς και το χρώμα τους απ το στόμα.

Η μαμά βγήκε αργά απ το ταξί, -γιατί δεν πήγε να την πάρει με το φορτηγάκι μας ο μπαμπάς;- κατεβάζοντας πρώτα το δεξί πόδι που φορούσε την μαλακιά ροζ παντοφλίτσα με την φουντίτσα στο κλείσιμο του φινιρίσματος του υφάσματος που μου άρεσαν πολύ-πολύ-, και στηρίχτηκε στο χέρι του μπαμπά που καθόταν στην θέση του συνοδηγού και είχε πεταχτεί να την βοηθήσει πριν καν σταματήσει το ταξί. Μετά έστριψε το σώμα της στην θέση που καθόταν όλο δεξιά και έβγαλε και κατέβασε και το άλλο της πόδι. Ο μπαμπάς την αγκάλιασε απ την μέση και την βοήθησε να ανεβεί στο πεζοδρόμιο. Ο ταξιτζής κατέβηκε και άφησε δίπλα τους ένα σακ-βουαγιάζ, -πράγματα της μαμάς θα ήταν σίγουρα-, και είπε ‘περαστικά σας και γρήγορα!’, έτρεξε στην θέση του κι έβαλε μπρος ακούγοντας τον εξάψαλμο των οδηγών πίσω του: «Κοίτα τον ταρίφα ρε που βρήκε να σταματήσει στην μέση του δρόμου σε ανηφόρα της Κυψέλης! Πρρρρ ρε μουρτζόβλαχε!»

Αγκαλιάσαμε την μαμά εκεί στο πεζοδρόμιο γελώντας και κλαίγοντας.

-Αχ μανούλα πόσο μας έλειψες, γιατί να μην μας φέρει ο μπαμπάς να σε δούμε στο Έλενα;

-Στο Έλενα; ποτέ, ποτέ σε τέτοια μέρη τα μωρά μου τα τριανταφυλλένια μου, μας χάιδευε και μας φιλούσε η μαμά κι όλο όσο την βοηθούσαμε να ανέβει τα δυο σκαλάκια της εισόδου και την πήγαμε σχεδόν σηκωτή μέχρι το ασανσέρ συνέχισε να μας φιλά και να μας χαϊδεύει. Αφήσαμε τον μπαμπά και την μαμά να ανεβούν με το ασανσέρ και τρέξαμε σαν παλαβά τρεις ορόφους για να προφτάσουμε να την βοηθήσουμε απ το ασανσέρ μέχρι το διαμέρισμά μας κι ύστερα μέχρι το υπνοδωμάτιο του μπαμπά και της μαμάς στο τέρμα του διαδρόμου δεξιά. Απέναντι απ το δωμάτιό τους ήταν το δωμάτιο του Μανώλη ενώ δίπλα ήταν το μπάνιο. Δίπλα απ το δωμάτιο του Μανώλη ήταν η κουζίνα που ήταν τόσο μεγάλη και συνδεόταν με την τραπεζαρία το σπιτιού χωρισμένη με ‘πάσο’. Δίπλα απ την κουζινοτραπεζαρία ήταν το δωμάτιο που μοιραζόμασταν εγώ και η Χριστίνα κι απέναντι το σαλόνι μας. Υπήρχε ένα άνοιγμα, χώρος που οδηγούσε στην είσοδο του διαμερίσματος, κάτι σαν ευρύχωρο, χωλάκι μ’ ένα καλόγερο για τα ρούχα μας και μια ομπρελοθήκη δεξιά μπαίνοντας στο διαμέρισμά μας μπροστά απ την αποθηκούλα που είχε πόρτα-φυσαρμόνικα, -πίσω απ τον καλόγερο. Στην αριστερή πλευρά της εισόδου υπήρχε ένα τραπεζάκι μινιατούρα και πάνω ακριβώς κρεμαστρούλες για τα κλειδιά των μελών της οικογένειας. Απέναντι απ την είσοδο ένας διπλός ολόσωμος χτισμένος καθρέφτης κι από κάτω του ένα μακρύ πατάκι για τα παπούτσια μας που αφήναμε τα παντόφλια μας και βρίσκαμε τα παπούτσια μας σαν βγαίναμε απ το σπίτι.

Το διαμέρισμά μας ήταν διαμπερές με μπαλκόνια και μπρος και πίσω και τα καλοκαίρια έκανα ποδηλατομαχίες μέχρις εσχάτων με αντίπαλο τον εαυτό μου στο πίσω μπαλκόνι που έβλεπαν τα δωμάτια του Μανώλη, της κουζίνο-τραπεζαρίας και το δικό μας, -‘των κοριτσιών’ όπως το λέγαμε-, όσο τα αδέλφια μου μάζευαν τα παιχνίδια τους πριν πέσει λίγο ο ήλιος και ξεκινήσουμε για το πάρκο με την μαμά. Στο μπαλκόνι το μπροστά, το ‘καλό’ εμείς τα παιδιά δεν είχαμε εύκολα πρόσβαση μιας και έβλεπε το δωμάτιο των γονιών μας και το σαλόνι. Σ’ αυτό το μπαλκόνι, το καλό, υπήρχαν ένα σαλονάκι από μπαμπού και μαξιλάρες και γλάστρες με λουλούδια και πρασινάδα και φαναράκια με κεράκια για να κάνουν ατμόσφαιρα και να κοιτούν οι απέναντι απ τα μπαλκόνια τους και να ζηλεύουν.

Κυψέλη, Παρασκευή είκοσι Δεκέμβρη του ’96 δυο το μεσημέρι. Με την μαμά χουχουλιάζαμε στην κουζίνα, εγώ τρώγοντας κέικ βανίλιας και πίνοντας καυτή σοκολάτα κι η μαμά πασχίζοντας να κατεβάσει μερικές γουλιές χαμομήλι που της είχα ετοιμάσει πριν φτιάξω την δική μου σοκολάτα. Για να πούμε την αλήθεια εκείνη μου έλεγε κι εγώ έκανα και ήμουν υπάκουο παιδάκι και δεν της αντιμιλούσα. Η μόνη μας διαφωνία ήταν αν θα έφτιαχνα πρώτα το χαμομήλι κι έπειτα την σοκολάτα! Φυσικά κι έγινε το δικό μου και πρώτα έφτιαξα το δικό της ρόφημα, έτσι κι αλλιώς φαινόταν πως εκείνη το είχε πιο πολύ ανάγκη.

-Λοιπόν ‘Μιμίκα’ ομορφάκι μου, -η μαμά πάντα με φώναζε τρυφερά Μιμίκα ομορφάκι της-, άνοιξε το ντουλάπι πάνω απ τον νεροχύτη, εκεί θα βρεις το μπρίκι το μεσαίο, δεν θέλω πολύ χαμόμηλο είναι νωρίς ακόμα. Γέμισέ το με νερό αλλά άσε ένα δάχτυλο, -δυο δικά σου καρδούλα μου-, να μην αγγίζουν το χείλος του μπρικιού. Βάλτο τώρα στο μάτι το δεξί στην κουζίνα και γύρνα το στρογγυλό κουμπί ακριβώς κάτω απ αυτό το μάτι προς τα δεξιά, έτσι όπως πάνε οι δείχτες του ρολογιού αγάπη μου, να φτάσει στον αριθμό δυο. Μπράβο κοπελάρα μου. Τώρα πας εκεί που βάζω το κουτί με το χαμομήλι και το ακουμπάς δίπλα απ την κουζίνα. Άνοιξε το συρτάρι που έχουμε τα μαχαιροπήρουνα και βγάλε ένα κουταλάκι του γλυκού. Άχαχα, όχι αυτό είναι της σούπας Μιμίκα μου, το άλλο το μωρό το κουταλάκι είναι του γλυκού…

Κι έτσι φτιάξαμε μαζί τα ροφήματά μας, έκοψα και δυο φέτες  κέικ βανίλια που είχαμε στο τραπέζι της κουζίνας, τα έβαλα σ’ ένα πιατάκι και κάθισα απέναντί της «να κολατσίσουμε κάτι κι εμείς τα δυο καλά κορίτσια πριν φάμε το μεσημεριανό μας» όπως είχε προτείνει η μαμά. Έξω χιόνιζε πια χοντρές νιφάδες, μέχρι να ρθουν απ το σχολείο ο Μανώλης και η Χριστίνα θα το έστρωνε στα σίγουρα, χιόνια στην Κυψέλη, θα κάναμε επί τέλους για πρώτη φορά άσπρα Χριστούγεννα!

Φέτος όμως η μαμά δεν θα μας πήγαινε παραμονή Χριστουγέννων να πούμε τα κάλαντα, όπως πέρσι και πρόπερσι. Η μαμά ήταν άρρωστη φορούσε κι εκείνη την κόκκινη λαχουρένια μπαντάνα που καθόλου δεν μου άρεσε στο κεφάλι κι έκρυβε -όπως έλεγε-, μέσα της όλα της τα μακριά μαλλιά της γιατί ήταν άλουστη. Δεν πειράζει μαμά θα πάμε του χρόνου που θα είσαι καλά και πάλι. Για μια στιγμή μου ήρθε να της εξομολογηθώ αυτό που μας είπε ο Μανώλης πριν λίγες μέρες μα συγκρατήθηκα. Γιατί να την στενοχωρήσω αν ήταν κι όλας λάθος του αδελφού μου που έβλεπε δράκους και φαντάσματα; 

-Είδα την μαμά το πρωί πριν βγει απ το δωμάτιο, φορούσε το νυχτικό της μόνο και δεν είχε βάλει ακόμα την μπαντάνα. Παρά λίγο να ουρλιάξω, το κεφάλι της ήταν φαλακρό, ξυρισμένο και γυαλιστερό!

-Έλαααα, γιατί λες τέτοια; παραπονέθηκε η αδελφή μου έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Η μαμά δεν θα κούρευε ποτέ τα μαλλιά της είναι τόσο όμορφα! Απλά τα σκεπάζει γιατί είναι άλουστη!

-Νομίζω πως η μαμά χάνει τα μαλλιά της κάθε φορά που κάνει χημειοθεραπεία…

-Όχι ρε Μανώλη, εντάξει αρρωσταίνει και είναι αδύναμη και την πειράζει στο στομάχι και κάνει εμετούς αλλά σιγά μην χάνει τα μαλλιά της! Πωπώ ρε Μανώλη έκανες την τρίχα τριχιά, έλεος πια με τις αρλούμπες σου…

Κι εκεί που ήμουν έτοιμη να μαρτυρήσω στην μαμά τις μυστικές μας συζητήσεις με τ’ αδέλφια μου, χτύπησε το κουδούνι μας κι ήταν σίγουρα τ’ αδέλφια μου μιας που είχε πάει σχεδόν δυόμισι! ΄Ετρεξα και πατώντας στις άκρες των δαχτύλων μου πάτησα το κόκκινο κουμπί στο θυροτηλέφωνο που άνοιγε την κάτω είσοδο της πολυκατοικίας! Ζζζζζζζζ έκανε, κι άκουγα καθαρά απ το ακουστικό, -κι ύστερα στις σκάλες-, τις φωνές του μπαμπά, του Μανώλη και της Χριστίνας. Σήμερα θα τρώγαμε γιουβαρλάκια που μοσχομύριζαν στην βαθιά κατσαρόλα στο μεγάλο μάτι της κουζίνας. Είχε ξεκινήσει να τα μαγειρεύει από νωρίς το πρωί ο μπαμπάς αμέσως αφού μας πήγε στο σχολείο, έτσι όπως μας το είχε υποσχεθεί ανεβαίνοντας την Δοϊράνης.

Σε δυο μέρες είχαμε Χριστούγεννα και μόλις είχε κλείσει το σχολείο για τις διακοπές.

Χτες στην γιορτή του σχολείου ήταν όλες οι μαμάδες και χειροκροτούσαν τα παιδιά τους που έλεγαν ποιήματα και Χριστουγεννιάτικα τραγούδια και έπαιρναν μέρος σε σκετς. Όλες οι μαμάδες ήταν εκεί εκτός από μια, την δική μου… Ήταν η πρώτη χρονιά που έλεγα ποίημα στο δημοτικό σχολείο και είχαμε κάνει τόσες πρόβες με την μαμά να το πω όμορφα και να χρωματίσω την φωνή μου, κι όταν πια το έλεγα τόσο τέλεια που τελειότερα δεν έπαιρνε, κάλεσαν την παραμονή της μέρας της γιορτής του σχολείου την μαμά για χημειοθεραπεία την ίδια ώρα με την ώρα της γιορτής.

Η μαμά δεν ήρθε στην γιορτή των Χριστουγέννων για να μ’ ακούσει να λέω το ποίημα, η μαμά δεν ήρθε να μ’ ακούσει σε καμιά επόμενη γιορτή Χριστουγέννων…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Αμερική, ξανά

   α. Tucson, Δευτέρα 16/12/2030

Το μισούσα αυτό το ξυπνητήρι, το μίσησα την ώρα που το διάλεξα και ήξερα πως τίποτα δεν θα έκανε αυτό το μίσος ηπιότερο με το πέρασμα του χρόνου!

‘Clock on wheels’, το πιο αντιπαθητικό ανθρώπινο δημιούργημα! Φτιαγμένο από μη εύθραυστο, πυρίμαχο και αδιάβροχο υλικό που με το που ξεκινούσε να χτυπά ρολάριζε σε όχι προκαθορισμένη διαδρομή πάνω στις δυο ερπύστριες του στο πάτωμα του δωματίου. Δεν υπήρχε περίπτωση να προφτάσεις να απλώσεις το χέρι στο πάτωμα και να του βγάλεις μάτια και σωθικά για πολλούς και διάφορους λόγους, όλους καλά μελετημένους απ τους σχεδιαστές του! Ξεκινούσε την τρελή πορεία του δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει να χτυπάει για να ξυπνήσει το σύμπαν, οπότε δεν πρόφταινε ο εγκέφαλος να δώσει διαταγή στο χέρι: «αρπάξτε τον εχθρό!» Ακόμα και στην περίπτωση που ‘του την είχες στήσει’ και είχες προφτάσει να το αρπάξεις όποια κι αν ήταν η τιμωρία του επιβίωνε μιας και ήταν μη εύθραυστο, πυρίμαχο και αδιάβροχο! Ακόμα κι αν προσπαθούσες να του κάνεις τα έντερα κομπολόι και να του βγάλεις τις μπαταρίες δεν είχες καμιά τύχη μιας που λειτουργούσε χωρίς μπαταρίες αλλά με πολύ-υπαρξιακούς βιο-ενεργειακούς νάνο-νευρώνες που μπορούσες να τους δώσεις την εντολή ‘στοπ’ μόνο όταν ο εγκέφαλός σου ήταν σε πλήρη εγρήγορση για τριάντα δευτερόλεπτα. Με άλλα λόγια το Κινέζικο γκατζετάκι το σταλμένο κατ’ ευθείαν απ την Κόλαση σού ξεκινούσε άλλη μια μέρα με χαρά και όρεξη για δημιουργική εργασία…

Καλημέρα Detra, είναι κι όλας έξι τα χαράματα κι έχεις δυο δεκατετράχρονα με τάσεις βιοπυρηνικής έκρηξης  εφηβικών ορμονών εντός τους, που απειλούσαν και τον εκτός τους κόσμο.

Καλημέρα Detra, είναι κι όλας έξι τα χαράματα κι έχεις κι ένα ουράνιο εξάχρονο να αμφισβητεί την ύπαρξή σου, και την πολυπλοκότητα των νόμων του Σύμπανος, -ακόμα και της ύπαρξη του Σύμπαντος του ίδιου. 

Καλημέρα Detra, είναι κι όλας έξι τα χαράματα κι έχεις να αντιμετωπίσεις αυτά τα λατρεμένα τέρατα της ζωής σου σε ελάχιστα λεπτά! Ντουζ ή να προετοιμάσω πρωινό; Δεν βαριέσαι, η οικογένεια πάνω απ όλα, φόρα μια ρόμπα, φόρα τα παντόφλια σου τα υφασμάτινα και βουρ στην κουζίνα!

Γάλα χλιαρό, -όχι ζεστό ούτε κρύο-, για την Eva, τηγανητά αυγά με πολύσπορα κριτσίνια και λεπτοκομμένες φέτες κίτρινο τυρί 2% για τον Kevin και την Marilyn, -σιγά μην έτρωγαν κάτι διαφορετικό αυτά τα δυο!

Να ετοιμάσω το κάτι τις να πάρουν και τα τρία παιδιά στο σχολείο, να στύψω χυμό πορτοκάλι-μήλο-μπανάνα-ροδάκινο, να φρυγανίσω φέτες ψωμιού για μένα και τον Jim, να φτιάξω από δυο τουλάχιστον κούπες folgers classic roast και για τους δυο μας και μια διπλή κούπα ακόμα να την βάλω σε θερμός να έχει στο αμάξι μέχρι το εργαστήριο.

Να ετοιμάσω pancakes και να βάλω στο τραπέζι μέλι, βούτυρο και φρυγανιές. Είμαι σίγουρη πως κάτι ξέχασα, τι όμως; Πωπώ είμαι μόνο σαράντα χρονών και ξεχνάω σαν γριά ογδοντάρα…

‘Γριά’, χμμμ, λέξη κλειδί, ποια στην ευχή ήταν εκείνη η γριά απέναντι; Ή μήπως δεν ‘ήταν’ καν και απλά την ονειρεύτηκα λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι; Φυσικά και δεν ‘ήταν’, δεν ‘υπήρξε’ βρε χαζή Detra! Κανείς δεν σε ξέρει σαν Δήμητρα, ακόμα κι εσύ το έχεις σχεδόν ξεχάσει το όνομα! Πρέπει να ψάξω στο εντός μου intra-internet για πιθανές περιπτώσεις παραισθήσεων από βιο-ενεργειακά ξυπνητήρια, έλεος φτάσαμε να είμαστε στο 2030 και τα ‘Κινέζικα’ να είναι ακόμα κάκιστης ποιότητας! μήπως να κάνω μια καταγγελία αν προφτάσω σήμερα μέσα από το intra-internet μου;

-Έχετε V.H.C (Video Hologram Call), -βίντεο-ολογραμμική κλήση-, από Many Fotiou με ενημερώνει η φωνή κλήσεων του κεντρικού μόνιτορ.

-Αποδεκτή, απαντώ και το ολόγραμμα του αδελφού μου σε πραγματικό μέγεθος εμφανίζεται εμπρός μου. Όσο κι αν το παλεύει το βλέπω πως δεν είναι καλά. Και πόσο καλά να είναι ένας άνθρωπος που ο Διάβολος του τράβηξε το χαλί κάτω απ τα πόδια και του άρπαξε την γυναίκα του με καλπάζοντα καρκίνο εγκεφάλου μέσα σε τρεις μήνες; Ένα εξάμηνο πριν είχαν ξεκινήσει οι πόνοι στα μάτια, ποιος να το φανταζόταν;

-Καλημερούδια, θα πας εσύ τα παιδιά το σχολείο ή να περάσω να τα πάρω εγώ;

-Σήμερα ξεκινάω μαθήματα στις δυο το μεσημέρι!

-Σήμερα είναι Δευτέρα και ξεκινάς μαθήματα στις δέκα όπως και κάθε Δευτέρα!

-Σήμερα οι φοιτητές Κλασσικών Σπουδών έχουν το πρωί εκλογές για να βγάλουν πρόεδρο. Τα μαθήματα ξεκινούν στις δύο! Και δεν είναι ανάγκη να ρθεις να πάρεις εσύ τα θηρία, θα τα στείλω πακέτο με τον Jim και θα κλείσω ραντεβού με την μπανιέρα μου και με άλατα και αιθέρια έλαια! Προτείνω κάτι παρόμοιο και για σένα, τα μαύρα σου τα χάλια έχεις… Έλα το βράδυ για φαγητό και ριλαξάρισμα, θα πάρω τα παιδιά εγώ απ το σχολείο, τι λες;

-Μια χαρά είμαι…

-Είμαι απόλυτα σίγουρη πως είσαι σωματικά και ψυχολογικά στην καλύτερη φάση της ζωής σου! Τι έκανε όλο το βράδυ; Πάρτυ με ολογραμμικά οικογενειακά βίντεο;

-Ας μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια… Πόσο κουρασμένη ήταν η φωνή και η όψη του…

-Να μην αρχίσω πάλι τα ίδια, έχεις ένα κορίτσι που έχει ανάγκη τον πατέρα της, έλα Many, στην μνήμη της Claire…

-Θα τα πούμε το βράδυ, sis, χίλια ευχαριστώ που μου προσέχετε το μωρό μου εσείς οι δυο!

Κι έτσι βιαστικά ο αδελφός μου έκλεισε την βίντεο-ολογραμμική κλήση απ την πλευρά του κι ήμουν σίγουρη πως το έκανε για να μην τον δω να δακρύζει…

-Ο μπαμπάς μου ήταν; άκουσα την φωνή της ανεψιάς μου απ το τέλος του διαδρόμου. Μοσχομύριζε πρωινό σαπούνι και εφηβικό άρωμα φρέσκων λουλουδιών το αγαπημένο της άρωμα που κουβαλούσε πάντα στην τσάντα της.

-Θέλεις να του μιλήσεις, να του κάνουμε κλήση;

-No, really, it’s ok auntie, I’m fine! έκανε διστακτικά.

-Ήθελες να του πεις κάτι μωρουδέλι μου;

Δάγκωσε το εσωτερικό του  δεξιού της μάγουλου με τον ίδιο χαριτωμένο τρόπο που το έκανε η μαμά της. Χαμογέλασε αχνά και:

-Να του πω πως τον αγαπώ! είπε σκύβοντας το κεφάλι με εφηβική συστολή, but don’t bother, I’ll tell him tonight!

-Κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα αναβάλλουμε, ίσως να μην έχουμε την ευκαιρία να τα κάνουμε αργότερα και ίσως να μην έχουν την ίδια βαρύτητα.

-Θα τον τηλεφωνήσω αργότερα απ το σχολείο…

-Θα ‘του’ τηλεφωνήσω!

-Πφφφφφφ, εντάξει θα του του του τουτουτουυυυυυυυ τηλεφωνήσω αργότερα απ το σχολείο!

Κι ξαφνικά το σπίτι μου σείστηκε από ουρλιαχτά και παράπονα!

-Μαμάαααααα, πες του Kevin μπήκε πρώτος στο μπάνιο και θα κλάνει και θα μυρίζει κλανίλες!

-Για όνομα του Θεού τρεις τουαλέτες έχουμε Eva! Πήγαινε σε μια άλλη!

-But I want to go to this one!

Κάτι κληρονομικό είχε τρυπώσει στο DNA των παιδιών μου, κάτι κληρονομικό που είχε να κάνει με λέξεις του παρελθόντος κάτι που είχε να κάνει με λέξεις που βρώμαγαν,  άλλη εξήγηση δεν υπήρχε!

Κι έτσι ξεκίνησε άλλη μια μέρα της ζωής μου. Από τα χαράματα ξυπνούσε μέσα μου  η ‘Μαίρη Παναγιωταρά’ αλλά μια Μαίρη Παναγιωταρά συνειδητά ευτυχισμένη με όλα τα όμορφα και τα λιγότερο όμορφα που μου έφερνε η ζωή. Ήμουν η αξιαγάπητη και χαριτωμένη φίλη των ελάχιστων επιλεγμένων φίλων μου αλλά και το κέντρο του ενδιαφέροντος σε ευρύτερους κύκλους. Αλλά οι άνθρωποι που ήταν κοντά μου και με ‘διάβαζαν’, -ο Many και ο Jim δηλαδή και όπως υποψιάζομαι τα παιδιά και η ανιψιά μου-, ήξεραν πως είχα μια κάποια δυσκολία να εμπιστευτώ, να αγαπήσω και να το δείξω. Από πολύ τρυφερή ηλικία ήμουν ‘επιζών’, και είχα μάθει να μην εμπιστεύομαι εύκολα τους ανθρώπους και να συνδέομαι συναισθηματικά με ελάχιστους.

Ο Jim μπήκε στην κουζίνα και με άρπαξε απ την μέση, μ’ έφερε μια γύρα σε πολύ -προκαταβολικά- αποτυχημένο ταγκό στυλ Fred Astaire – Ginger Rogers και παραλίγο να σκάσω στο πλακάκι εκεί που με μαεστρία προσπάθησε να με λυγίσει παράλληλα προς το έδαφος φιλώντας τα χείλη μου με πάθος!

Φιλαράκο μια στιγμή να σου εξηγήσω: Μια Μαίρη Παναγιωταρά που φοράει παντούφλα υφασμάτινη από το Walmart, που με το που ξύπνησε κυνηγούσε κάτω απ το κρεβάτι ξυπνητήρια του διαβόλου που κόβουν βόλτα στο πάτωμα, που είναι ακόμα με την τσίμπλα στο μάτι, που ετοιμάζει πρωινό για πέντε εκ των οποίων οι τρεις είναι ο φόβος και ο τρόμος της κάθε σαραντάρας μάνας, είναι αδύνατον να ακολουθήσει τα κέφια ενός σαραντάρη που έκανε φανταστικό σεξ το προηγούμενο βράδυ και πιθανώς θέλει να το επαναλάβει και στα πλακάκια της κουζίνας το επόμενο πρωινό!

Φιλαράκο, -για να μην παρεξηγηθούμε-, αν φορούσα δωδεκάποντη γόβα στιλέτο αυτή την στιγμή ίσως να είχες κάποια τύχη, έλα όμως που φοράω φλατ παντούφλες! Ατύχησες μωρό μου, better luck tonight αν πάρει τα παιδιά ο αδελφός μου αφού σας ταΐσω όλον τον λόχο απόψε και καταφέρω να βρω στο τέρμα της ντουλάπας, -εκεί στα ξεχασμένα από μήνες ρούχα-, εκείνο το κόκκινο φουστάνι με τις δωδεκάποντες γόβες που προανέφερα!

Απτόητος, -αφού κατάφερε να με αναστηλώσει χωρίς να υποστώ πολλές και συντριπτικές καταστροφές-,  συνέχισε να φιλά τα μαλλιά μου, τα μάτια μου, και να καταλήγει στο τέλος της μύτης μου. Δεν ξέρω αλλά έχω την υποψία πως ο τύπος τελικά με αγαπούσε…

-Old people kissing eww, how disgusting! άκουσα την κόρη μου που έμπαινε στην κουζίνα. Μπορείτε να κάνετε τέτοια όταν δεν βλέπουν παιδιά; Έξι χρονών ‘σκατό’ και μας δούλευε!

Ήμασταν σχεδόν ευτυχισμένοι, αν ήταν εδώ και ο Many με την Claire θα ήμασταν μια πολυπολιτισμική οικογένεια βγαλμένη από Αμερικάνικο καρτ-ποστάλ…

Τα παιδιά έπεσαν σαν ακρίδες σε ότι καλούδι βρήκαν στο τραπέζι, το σκυλί μας τα βοήθησε δεόντως με τα αλλαντικά που δεν ήταν και η πρώτη τους προτίμηση, κι εμείς το ‘παραστρατημένο’ ζευγάρι γονιών -που στο μυαλό των παιδιών τους απέκτησαν απογόνους απλά με το να κοιτιούνται στα μάτια και που ούτε καν ένα χειροφίλημα δεν επιτρεπόταν-, απολαύσαμε τον καφέ μας με τοστάκια και χθεσινοβραδινά ντόνατς έχοντας τα ακροδάχτυλά μας να αγγίζουν κάτω απ το τραπέζι για να αποφύγουμε την καζούρα των μικρών διαόλων! Ναι μπορεί ακόμα και στα σαράντα να είσαι ερωτευμένος με το ταίρι σου, «εγώ τουλάχιστον είμαι», αποφάσισαν οι σκέψεις μου «και είμαι σχεδόν σίγουρη πως κι εκείνος τα ίδια παθαίνει», συνέχισαν να μου μιλούν, και πολύ μου άρεσε πως άκουγα φωνές στο μυαλό μου και δεν χρειαζόμουν οπωσδήποτε ψυχίατρο για την συγκεκριμένη περίπτωση!

Κι ύστερα όλες αυτές οι όμορφες στιγμές στον χωροχρόνο μας  τελείωσαν κι ο άνδρας μου έφυγε πρώτος για να βγάλει το αμάξι του απ το γκαράζ για να τρέξουν τα παιδιά με τις πολύχρωμες τσάντες τους να πάρουν τις συνηθισμένες θέσεις τους, ο Kevin συνοδηγός περήφανος με την αποδοχή του ενήλικου άντρα σε έφηβο άντρα από την πλευρά του πατέρα του, και τα δυο κορίτσια πίσω, στην δεξιά θέση η μικρή μου Eva και δίπλα της η Marilyn να πασχίζουν όλοι να δέσουν τις ζώνες τους.

Αχ βρε Jim, τι θα έκανες στην ζωή σου χωρίς εμένα;

-Τον καφέ σου, φώναξα, λες και δεν μπορούσε να σταματήσει στο πρώτο starbucks πριν βγει στην Ι10 (Interstate 10 = διαπολιτειακή εθνική οδός 10).

Φρενάρισε και έκανε όπισθεν μέχρι το δρομάκι που οδηγούσε στην είσοδο του σπιτιού μας. Κατέβασε το παράθυρο απ την πλευρά του γιού μας, του έδωσα το θερμός και το έβαλε στην θήκη δίπλα του για να μην το ξεχάσει βγαίνοντας για να πάει στο εργαστήριο. «I love you» μου έκανε άηχα με τα χείλη για να αποφύγουμε μια ακόμα καζούρα, και μετά «see you tonight, love», με φωνή με κανονικό ήχο, -αυτό ήταν πάντα πιο ουδέτερο και αποδεκτό από την παιδομαρίδα που μας μάστιζε-, και ξεκίνησε το αμάξι.

Κούνησα ζωηρά το χέρι σε χαιρετισμό και κόρναρε μια φορά σε απάντηση. Τους παρακολούθησα μέχρι που έφτασαν στο τέλος του δρόμου μας, εφτά σπίτια από την απέναντι πλευρά και τέσσερα από την δική μας-, και έστριψαν δεξιά στην Shannon για να πάρει όταν συναντούσε την Ina. Εγώ πάλι προτιμούσα να αποφεύγω τα φανάρια ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου σαν την Ina. Έστριβα αριστερά στην Shannon ξανά αριστερά στην Orange Grove και πάλι αριστερά στην Mona Lisa για να βρεθώ στη Ina πολύ κοντά στα σχολεία των παιδιών.

Απέναντι η γηραιά άγνωστη είχε κι εκείνη βγει στο δικό της δρομάκι και στεκόταν ακίνητη δίπλα από το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού της το μπηγμένο στο έδαφος λες και ήθελε να αποχαιρετήσει την οικογένειά μου. Με κοιτούσε και κάτι σκοτεινό υπήρχε στα μάτια της, κάποιος πόνος, κάτι αναπόφευκτο… «Όχι, δεν θέλω να σε ξέρω, μην με κοιτάς, θα σε αγνοήσω», ούρλιαξε το μυαλό μου και το σώμα μου υπάκουσε και της γύρισα την πλάτη αποφασιστικά ακολουθώντας το δρομάκι για να μπω στο σπίτι μου, εκεί που η άγνωστη δεν μπορούσε να μας κάνει κακό.

Γύρισα αναγκαστικά για να κλείσω την πόρτα πίσω μου και την είδα μέσα απ το τζάμι του παραθύρου τεσσάρων τετάρτων -δίπλα απ την είσοδο του σπιτιού μας-, να κοιτά δεξιά απ το τέλος του δρόμου μας λες κι έβλεπε την διασταύρωση της Shannon με την Ina εκεί που έπρεπε να είχε πια φτάσει με το αμάξι του ο άντρας μου οδηγώντας τα παιδιά και την ανεψιά μας στο σχολείο. Κοιτούσε λες κι έβλεπε τον δρόμο, λες και το βλέμμα της διαπερνούσε τους τοίχους των σπιτιών που υπήρχαν ανάμεσα, λες κι έβλεπε την πρωινή κίνηση, λες κι έβλεπε τα φανάρια…

Έκλεισε τα μάτια -λες και το περίμενε με τρόμο να συμβεί-  δευτερόλεπτα πριν ακουστεί ο ήχος της σύγκρουσης, η εκκωφαντική έκρηξη, και να φανούν οι φλόγες να υψώνονται στον ουρανό εκεί που ήταν η διασταύρωση των δρόμων.

Η γηραιά άγνωστη είχε βγει να ‘αποχαιρετήσει’ την οικογένειά μου, η γηραιά άγνωστη ήξερε πως η οικογένειά μου θα σκοτωνόταν, η γηραιά άγνωστη σκότωσε την οικογένειά μου. Την ονόμασα Θάνατο…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Αμερική, ξανά

   β. Tucson, Δευτέρα 23/12/2030

Έκλαιγα στον ύπνο μου όλη την τελευταία βδομάδα, κι είχα να το κάνω πάνω από είκοσι-πέντε χρόνια. Ξυπνούσα σχεδόν κάθε ώρα κι ας κατέβαζα ηρεμιστικά -που έπρεπε να με είχαν ρίξει σε λήθαργο για μέρες-, χωρίς σταματημό. Πρέπει να είχα φάει μόνο τρεις με τέσσερις φορές όλες αυτές τις μέρες, κι αυτό επειδή με τάισαν με το ζόρι γείτονες, φίλοι, μαζί με τα πεθερικά και την κουνιάδα μου που είχαν έρθει απ την Αλάσκα για την κηδεία του γιού και αδελφού και των εγγονών και ανεψιών τους και για να με παρηγορήσουν και να παρηγορηθούν. Η αδελφή του άνδρα μου, -η Lisa-, έφυγε χτες το πρωί γιατί η δική της οικογένεια την είχε ανάγκη. Οι γονείς της όμως θα έμεναν μέχρι… μέχρι ένας Θεός ξέρει πότε γιατί εκείνοι έλεγαν πως θα έμεναν μέχρι να σταθώ και πάλι στα πόδια μου ενώ εγώ ήξερα πως μέρα με την μέρα πέθαινα και σίγουρα δεν θα στεκόμουν ποτέ ξανά στα πόδια μου. Δεν υπήρχε λόγος να σταθώ στα πόδια μου, ο κόσμος μου είχε πεθάνει, οι τρεις λόγοι ύπαρξης μου είχαν πεθάνει, μέσα μου είχα πεθάνει και η ύλη μου πέθαινε ώρα με την ώρα…

Κάθε μέρα ξυπνούσα έχοντας για δευτερόλεπτα την εντύπωση πως ο κόσμος μου δεν είχε γκρεμιστεί και η καθημερινότητά μου ήταν έτσι όπως την είχα εδώ και χρόνια χτίσει εγώ, ο άνδρας μου τα παιδιά μας και ο αδελφός μου με την οικογένειά του. Το φρούριό μου ήταν απόρθητο και δεν υπήρχαν εχθροί να πολεμήσουμε και να μας πολεμήσουν. Τίποτα δεν μπορούσε να περάσει τα οχυρά και τα στεγανά μου. Το παρελθόν μου είχε διδάξει να μην ξανοίγομαι, να μην επιτρέπω εξωτερικούς παράγοντες να αλλάξουν την καλά προστατευμένη μου ιδιωτικότητα. Όταν ο υπόλοιπος κόσμος, -ο εκτός και τριγύρω-, δεν μπορεί να σε αγγίξει, δεν μπορεί ούτε και να σε πληγώσει και για να μπει κάποιος στον κόσμο μου περνούσε από πολλές ‘εξετάσεις’. Ο ‘κόσμος’ μου ήταν περιορισμένος και διασφαλισμένος αν και ο υπόλοιπος κόσμος δεν είχε ιδέα πως ήταν καλά κλεισμένος εκτός του ιδιωτικού μου.

Για όσους με γνώριζαν ήμουν το τέλειο μοντέλο ανθρώπου γένους θηλυκού, ένα άτομο χαριτωμένο, ευγενικό, και ευχάριστο στον κύκλο μας. Στην πραγματικότητα ήμουν ένας ψευδοκοινωνικός άνθρωπος απίστευτα ανίκανος να ξανοιχτεί και ν’ αγαπήσει πέρα απ όσους της αρκούσαν και είχε επιτρέψει να χωρέσουν στα σκοτάδια της σπηλιάς της.

Το ελάχιστο φως του ήλιου που έμπαινε μέσα απ τις κουρτίνες χάιδεψε το πρόσωπό μου. Η ιδέα πως έπρεπε να ανοίξω τα μάτια μου και να ζήσω άλλη μια ολόκληρη μέρα με τρόμαξε και αποφάσισα να γυρίσω την πλάτη μου στον ήλιο και στην ζωή. Στριφογύρισα στην αγκαλιά του αδελφού μου που ακόμα και μέσα στον ύπνο του με έσφιγγε προστατευτικά. Άλλη μια φορά μόνοι οι δυο μας στα δύσκολα. Άλλη μια φορά οι δυο μας σε στάση δυο παιδιών σε εμβρυακή στάση το ένα να περικλείει το άλλο…

Ο Many δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση από μένα. Ο αδελφός μου είχε χάσει μέσα σε ένα χρόνο γυναίκα, κόρη, τον καλύτερο φίλο του και τα ανίψια του.

Με κοίταξε, -ήταν ήδη ξύπνιος αν είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ καθόλου-, και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου. Αχ πόσο πολύ ήθελα να γινόμασταν πάλι παιδιά και οι τρεις μας να τραγουδούσαμε το ξόρκι για όλα τα κακά να νικήσει τούτο το τελευταίο κακό που μας βρήκε.

-Δεν υπάρχει Θάνατος, δεν υπάρχει Θάνατος, που να σκάσει ο Θάνατος δεν υπάρχει, τραλαρά τραλαρό!

-Ήθελε να σου μιλήσει εκείνο το πρωί. Ήθελε να σου πει πως σ’ αγαπάει αλλά τελείωσες την επικοινωνία στην βίντεο-ολογραμμική κλίση πριν σου μιλήσει.

-Μου το είπες χιλιάδες φορές, το ξέρω πως με αγαπάει.

Δεν τολμούσαμε να μιλάμε για τους αγαπημένους μας σε παρελθόντα χρόνο λες και θα τους προσβάλαμε και θα ερχόταν το απόγευμα να μας ζητήσουν τον λόγο.

-Δεν υπάρχει λόγος να ζω… Το σκέφτομαι σοβαρά να το κάνω…

-Να κάνεις τι, Detra;

-Θέλω να πεθάνω, θέλω να πάω μαζί τους… ψιθύρισα ξεψυχισμένα.

-Πρέπει να μιλήσει με σύμβουλο πένθους, με ψυχολόγο, να σου συστήσουν αγωγή…

-Εσύ πως αντέχεις να ζεις, πως μπορείς ακόμα να ανασαίνεις;

-Εγώ έχω να φροντίσω εσένα!

-Κι αν δεν υπήρχα; Αν δεν είχες άλλη ‘υποχρέωση’;

-Σταμάτα! Αυτά που λες είναι τρελά! Είσαι άρρωστη, χρειάζεσαι βοήθεια!

-Χρειάζομαι την οικογένειά μου, χρειάζομαι τον άντρα μου, χρειάζομαι τα παιδιά μου και είναι θαμμένοι κάτω απ το χώμα! Τους θέλω πίσω, κι αν δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσουν θέλω να πάω μαζί τους!

-Σταμάτα, σταμάτα, σταμάτα!

Πετάχτηκε απ το κρεβάτι ουρλιάζοντας.

-Άκου τι θα γίνει, άκουσέ με καλά. Σήμερα μας δίνω άλλη μια μέρα να το συνηθίσουμε. Αύριο το πρωί θα ξυπνήσουμε και θα πάμε στις δουλειές μας. Εκείνοι έφυγαν, εμείς είμαστε εδώ και πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Δεν μπορεί να μην υπάρχει λόγος, δεν μπορεί!

-Ναι υπάρχει! Η τιμωρία μας! Θυμήσου ποιοι είμαστε, θυμήσου τι είμαστε. Εμείς οι δυο δεν έπρεπε να υπάρχουμε,  είμαστε το ύψιστο βδέλυγμα της φύσης κι όμως επιβιώσαμε ξέροντας τι είμαστε. Τολμήσαμε να προσπαθήσουμε να γίνουμε ευτυχισμένοι ξέροντας τι είμαστε! Έπρεπε να πηδήξουμε απ το μπαλκόνι τότε κι εμείς! Εμείς, εσύ κι εγώ, είμαστε αμαρτία! Εμείς, εσύ κι εγώ, όσο υπάρχουμε σκοτώνουμε κάθε τι καλό γύρω μας! Εμείς οι δυο, εσύ κι εγώ, σκοτώνουμε ότι μας αγαπάει και αγαπάμε. Η Claire πέθανε, η Marilyn πέθανε, ο Jim πέθανε, ο Kevin πέθανε, η Eva πέθανε, who the f@#$ is next before you get it?

Με χτύπησε στο μάγουλο δυνατά πριν συνεχίσω. Κι ενώ κατέρρεα με πήρε στην αγκαλιά του και δεν σταμάτησε να με παρηγορεί όση ώρα έκλαιγα. Κι όταν σταμάτησα με έβαλε στην πολυθρόνα και κάθισε στα γόνατα του εμπρός μου.

-Θα σου πω ποιοι και τι είμαστε αν και το ξέρεις κι εσύ πολύ καλά. Είμαστε θύματα, κι είμαστε παιδιά ενός μεγάλου έρωτα πέρα από νόμους και κανόνες. Κάπου η ζωή μας στράβωσε, κάποιος πήρε λάθος δρόμο και πλήρωσε τις επιλογές του με την ζωή του. Εμείς οι δυο, εσύ κι εγώ όμως, είμαστε θύματα, επιβιώσαμε, είμαστε μαχητές. Κάναμε οικογένειες, αγαπήσαμε και μας αγάπησαν. Και τους χάσαμε, και πονάμε. Να πεθάνεις; Θέλεις να πεθάνεις; Αυτό λες να ήθελε για σένα η Χριστίνα; Η Χριστίνα πέθανε για να ζήσεις εσύ! Το να αυτοκτονήσεις είναι η ύψιστη προσβολή στην μνήμη της. Ναι, υπάρχει λόγος που ζούμε, αλλά δεν είναι κάποια συμπαντική τιμωρία, ένα κάρμα που μας καταδιώκει. Τραγωδίες συμβαίνουν στον κόσμο, συμβαίνουν στους ανθρώπους, συμβαίνουν ακόμα και στον διπλανό μας, απλά δεν μοιράστηκε τον πόνο του με μας. Θυμάσαι το τραγούδι που μας τραγουδούσε η μαμά;

Κι εκεί, στο δωμάτιό που μοιραζόμουν με τον νεκρό άνδρα μου λες κι άνοιξε μια τρύπα στον Χρόνο και τον Χώρο και με γύρισε σε εποχές ξέγνοιαστες και είδα την μάνα μου την Άννα καθισμένη στο κρεβάτι της αδελφής μου της Χριστίνας να της πλέκει κοτσίδες τα μαλλιά της και να μας τραγουδά.

Σύντροφέ μου σε άκουσα πάλι τον άνεμο να ρωτάς:

Ποιος να ξέρει στο βλέμμα Του πίσω τι κρύβει ο Θεός για μας;

Αν μπορείς την απάντηση δώσε πως βρέθηκες και που πας,

Ποιος να ξέρει στο βλέμμα Του πίσω τι κρύβει ο Θεός για μας;

Ποιος να ξέρει πως έχει μοιράσει τις μέρες μας της χαράς;

Ποιος να ξέρει στο βλέμμα Του πίσω τι κρύβει ο Θεός για μας;

-Μαμά για όλους κάτι κρύβει το βλέμμα του Θεού;

-Ναι Μιμίκα αγαπουλάκι μου, για όλους, για μένα, για σένα για την Χριστίνα, για όλους μας;

-Και για τον μπαμπά και τον Μανώλη μας;

-Για όλους μας μικρό μου κουραμπιεδάκι!

-Και γιατί δεν μας το λέει να ξέρουμε;

-Αν ήξερες δεν θα είχε η ζωή σου εκπλήξεις αγαπούλα μου. Και θα είχε και φόβο προκαταβολικό για ότι άσχημο θα ήξερες πως θα σου συμβεί. Μα πάνω απ όλα δεν θα χαιρόσουν τις μικρές  χαρές της ζωής περιμένοντας με ανυπομονησία τις μεγάλες. Κι έτσι θα έχανες τις μικρές ανάσες Ζωής…

-Λες να ήθελε η μαμά να μας προετοιμάσει για το Μέλλον;

-Αυτό δεν κάνουν πάντα οι γονείς;

-Εννοώ το δικό μας το Μέλλον, κάποτε θα μαθαίναμε πως δεν φυτρώσαμε όλοι σε ένα πεζοδρόμιο της Κυψέλης…

-Οι γονείς μας θα φρόντιζαν να μας προστατεύσουν, πάντα αυτό δεν έκαναν;

-Όχι, όχι πάντα!

-Μιλάς για έναν άνθρωπο νεκρωμένο, άρρωστο…

-Που δεν μας προστάτεψε, ίσα-ίσα…

-Δήμητρα, κοπελάκι μου, μάθε να συγχωρείς και να αφήνεις το παρελθόν να πεθάνει στο παρελθόν. Είναι εύκολο να σπάσει κανείς, κι εγώ έτσι νιώθω, κι εγώ έτσι λύγισα όταν έχασα την Claire. Χάσαμε τα πάντα, χάσαμε όσους αγαπήσαμε και δεν είναι η πρώτη φορά, αλλά Μιμίκα μου ποιος να ξέρει στο βλέμμα Του πίσω τι κρύβει ο Θεός για μας;

-Δεν πιστεύω πως υπάρχει Θεός!

-Υπάρχει κάποια Συμπαντική Δύναμη που τείνει προς το Καλό.

-Που εμάς τους δυο όμως ούτε να μας δει ούτε να μας ακούσει, για φτύσιμο μας έχει!

-Να αρχίσουμε να φιλοσοφούμε; Ξέρω κάνα δυο φοιτητές μου που έχουν καλό πράμα να καπνίσουμε, θα βοηθούσε πολύ!

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Αμερική, ξανά

   γ. Tucson, Δευτέρα 08/03/2031

-Dr. Fotiou is still in his lab, and probably going to starve if you don’t feed him, με προειδοποίησε η Marta, μια από τις διδακτορικές φοιτήτριές του.

Μικρή γλυκιά Marta, ερωτευμένη με τον καθηγητή της, είχε γίνει τους τελευταίους μήνες η σκιά του, έτοιμη να προσφέρει ότι είδους εξυπηρέτηση ζητούσε ο αδελφός μου. Η Marta ήταν το κλασσικό είδος γυναίκας που εύκολα θα έπεφτε θύμα αν συναντούσε τον λάθος άνδρα κι ευτυχώς για εκείνη ο Many δεν ήταν ο λάθος τύπος άνδρα για να την εκμεταλλευτεί.

-Μου έρχεται κάποιες φορές να της δώσω δυο σφαλιάρες να έρθει το μυαλό της στην θέση του! Δεν μπορώ να το πιστέψω ένα τόσο brilliant mind να υποτάσσεται σε έναν άνδρα απλά και μόνο επειδή τον έχει εξιδανικεύσει! Η γυναίκα είναι επιστήμονας, οι ιδέες της στην H.P.B.N.R. (Holographic Principle of the Bio Nano Robotics), -ολογραφική αρχή της βιονανορομποτικής-, είναι επαναστατικές και ανοίγουν ανεξερεύνητους επιστημονικούς ορίζοντες. Φαντάζομαι κάποτε να παίρνει τo Nobel και να ρωτούν εμένα τον μέντορά της, -γέρο με άσπρα μαλλιά-, και να τους λέω τι Detra μου; «Ήταν ένα τσακλοκούδουνο; Ένα μεγάλο μυαλό αλλά απελπιστικά ανώριμο συναισθηματικά κορίτσι που επέτρεπε να την πατούν σαν χρησιμοποιημένη τσίχλα»; Μάλλον μια μέρα πρέπει να καθίσω σαν πατέρας με κόρη να της πω πέντε πράγματα!

-Η Marta δεν σε βλέπει σαν πατέρα καθόλου, μάλλον σαν πατέρα των παιδιών της σε ονειρεύεται!

-Έχω ένα παιδί δεν χρειάζομαι άλλα και κυρίως όχι παιδιά με την Marta. Στο DNA της υπάρχει η πληροφορία της υποταγής σαν τρόπο αντιμετώπισης στην ζωή. Τέτοια παιδιά να μου λείπουν!

-Προτιμάς μια Marilyn να σου κάνει τον κόσμο σου άνω-κάτω, ε;

-Το κοριτσάκι μου που το ξέβρασε το απόλυτο Χάος και μου το έφερε για παιδί; Δεν το αλλάζω με καμιά άλλη πληγή του Φαραώ!

Όλα αυτά τα ωραία και χαριτωμένα που μας έκαναν να γελάμε τα λέγαμε τις καλές εποχές, τότε που η Claire ακόμα δεν είχε αρρωστήσει και παρίστανε την ζηλιάρα σύζυγο του γοητευτικού κυρίου καθηγητή που άρχιζαν οι κρόταφοί του να ασημίζουν, πωπώ τι άντρας είναι τούτος να τον πιείς στο ποτήρι!

Το εργαστήριο του Many και του Jim είχε ένα ξεχωριστό χώρο, ένα χώρο-γραφείου, που ‘έβλεπε’ στον αποκλειστικά εργαστηριακό-πειραματικό χώρο. Ο αδελφός μου και ο άνδρας μου είχαν από ένα γραφείο ο καθ ένας, το ένα να ακουμπάει την μπροστινή του πλευρά με την μπροστινή του άλλου κερδίζοντας έτσι μεγαλύτερο χώρο να απλώσουν σημειώσεις και ολογραμμικούς νάνο ρομποτικούς χώρους αποθήκευσης και προβολής που αντικατέστησαν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των προηγούμενων δεκαετιών.

Οι διάφορες ολογραφικές τεχνικές που είχαν αναπτυχθεί επέτρεψαν την δημιουργία ολογραμμάτων με φυσικά χρώματα και με τα ολογραφικά είδωλα να αιωρούνται μπρος ή πίσω από το ολόγραμμα αναπαράγοντας ακόμα και την κίνηση.

Στα εργαστήρια έρευνας αναπτύχθηκε η ολογραφία μέσα σε κρυστάλλους. Σε κάθε κρύσταλλο εγγράφονται χιλιάδες τρισδιάστατες εικόνες με σκοπό να τοποθετούμε ένα τέτοιο κρύσταλλο στο ‘ολοσκόπιο’ για να παρακολουθήσουμε ένα τρισδιάστατο φιλμ ή να ανατρέξουμε σε εκατομμύρια σελίδων πληροφοριών. Δυο γνωστές από τον εικοστό αιώνα εταιρείες ήδη πουλούσαν ολογραφικές τηλεοράσεις και βίντεο και το σετ ήταν το όνειρο κάθε οικογένειας αν και οι τιμές ήταν απαγορευτικές για το μέσο Αμερικάνικο νοικοκυριό.

Θυμήθηκα τον Jim να προσπαθεί -δυστυχώς με μικρή επιτυχία-, να μου εξηγήσει την Ολογραφική Αρχή και τις δυνατότητες που μας έδινε η επιστήμη της Ολογραφίας.

-Η ολογραφία σήμανε μια καινούργια εποχή για τον τρόπο που όλοι επιστήμονες και μη αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Οι φιλοσοφικές προεκτάσεις της δεν άφησαν ανεπηρέαστη την σκέψη των σύγχρονων στοχαστών που ανέπτυξαν θεωρίες για την ολογραφική δομή του σύμπαντος, του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου.

Σύμφωνα με την Ολογραφική Αρχή, το σύμπαν είναι σαν ένα ολόγραμμα. Όπως το φως μας επιτρέπει να απεικονίσουμε ένα τρισδιάστατο είδωλο πάνω σε ένα επίπεδο φιλμ, έτσι και το φαινομενικά τρισδιάστατο σύμπαν μπορεί να είναι τελείως ισοδύναμο με κάποια κβαντικά πεδία και φυσικούς νόμους, ‘σχεδιασμένους’ σε μια τεράστια μακρινή επιφάνεια. Η φυσική των μαύρων τρυπών μας δίνει κάποια ένδειξη ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι αληθές. Η μέγιστη εντροπία, η πληροφορία αυτών των περίεργων αντικειμένων, είναι ανάλογη με την επιφάνειά τους, και όχι με τον όγκο τους. Ίσως λοιπόν και ολόκληρο το Σύμπαν να είναι σαν ένα γιγάντιο ολόγραμμα. Με  ακολουθείς μωρό ή με έχασες απ τις πρώτες προτάσεις;

-Δεν μπορώ να πω πως είναι και το φόρτε μου αλλά μέχρι στιγμής νομίζω πως τα βασικά τα έχω καταλάβει!

-Όταν ρωτήσουμε κάποιον, από τι είναι κατασκευασμένος ο κόσμος, η πιο συνηθισμένη απάντηση που θα πάρουμε είναι: από ύλη και ενέργεια. Για όποιον όμως έχει μια σχετική παιδεία στη μηχανική, τη βιολογία και τη φυσική, η πληροφορία είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό συστατικό του κόσμου. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν επιστήμες όπως η μηχανική, η βιολογία και η φυσική, η τάση που εγκαινιάστηκε από τον John A. Wheeler, είναι να θεωρούμε τον κόσμο ως αποτελούμενο από πληροφορία, με την ενέργεια και την ύλη ως πρόσθετα συστατικά του.  

Η νεωτεριστική αυτή άποψη για τον κόσμο γέννησε και νέα ερωτήματα. Η χωρητικότητα σε πληροφορία των μηχανικών μέσων αποθήκευσης, όπως είναι οι σκληροί δίσκοι, έχει αυξηθεί αλματωδώς. Πού θα σταματήσει αυτή η πρόοδος; Ποια είναι η τελική χωρητικότητα σε πληροφορία μιας συσκευής που ζυγίζει ας πούμε λιγότερο από ένα γραμμάριο, και καταλαμβάνει όγκο λιγότερο από ένα κυβικό εκατοστόμετρο; Πόση πληροφορία χρειάζεται για να περιγράψουμε ένα ολόκληρο Σύμπαν; Θα χωρούσε αυτή η περιγραφή στη μνήμη ενός υπολογιστή; Θα μπορέσουμε ποτέ,- όπως έθεσε το θέμα ο William Blake,- να δούμε όλον τον κόσμο σ’ ένα κόκκο άμμου, ή κάτι τέτοιο αποτελεί μόνο μια ποιητική μεταφορά;

Οι δυνατότητες της ολογραφίας τόσο στο Σύμπαν όσο και στον δικό μας, τον μικρόκοσμο των ανθρώπινων όντων…

Το Σύμπαν σαν ολόγραμμα με άφηνε παγερά αδιάφορη! Εκείνο που με συντρόφευε ήταν τα ολογράμματα του άντρα και των παιδιών μου που μου ‘ξεκλείδωνε’ με το που έμπαινα στο σπίτι η πανάκριβη ολογραφική τηλεόραση-βίντεο που είχα αγοράσει για να με βοηθάει να επιβιώνω την κάθε μέρα που περνούσε. Ο άντρας μου δεν θα γερνούσε ποτέ μαζί μου, τα παιδιά μου θα έμεναν για πάντα παιδιά τουλάχιστον για λίγο καιρό. Υπήρχαν όμως στην ζωή μου έστω και σαν ολογράμματα! Έτσι όπως προχωρούσε η τεχνολογία όλο και κάποιος θα έκανε ακόμα και τα ολογράμματα να αποκτούν αυτό-βούληση, να αντιδρούν έξω απ τις καταγραμμένες βιντεακές τους στιγμές, να γερνούν και να ανασταίνονται. Υπομονή Detra, υπομονή κι ίσως τελικά σε πενήντα χρόνια να πέθαινες σ’ ένα σπίτι μαυσωλείο στα ολογραμμικά χέρια των παιδιών σου που θα είχαν κι εκείνα ολογραμμικά πατήσει τα εξήντα!

-Dr. Fotiou is still in his lab, and probably going to starve if you don’t feed him, μιμήθηκα την ένρινη φωνή της Marta!

-Γεια σου, sis, τι έγινε, ήρθες να ταΐσεις τον πεινασμένο γέρο αδελφό σου;

Μέσα σε τρεις μήνες τα μαλλιά του αδελφού μου είχαν ασπρίσει τελείως. Προσπαθούσαμε κι οι δυο να μαζέψουμε τα κομμάτια μας, παριστάναμε πως όσο περνούσε ο καιρός το παλεύαμε, στον κύκλο μας χαμογελούσαμε ευχαριστώντας ευγενικά ανταποκρινόμενοι σε κάθε ένδειξη συμπαράστασης.

Στην αρχή ήταν η Ελληνική κοινότητα και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Σχεδόν κάθε απόγευμα η ομάδα γυναικών είτε μας τηλεφωνούσαν με λόγια παρηγοριάς ή μας επισκέπτονταν με φαγητά και γλυκά για να πιούμε καφέ και να θυμηθούμε τους αγαπημένους μας που τόσο άδικα χάσαμε. Ο ιερέας της εκκλησίας μας και η πρεσβυτέρα δεν έχαναν την ευκαιρία να είναι πάντα δίπλα μας πριν καν ζητήσουμε την βοήθειά τους. Από μέσα μου ούρλιαζα «αφήστε με να πενθήσω, με πνίγετε, δεν σας θέλω εδώ, θέλω την μοναξιά μου και τα ολογράμματά μου για παρέα!» Κι εκείνοι, -επειδή προφανώς είχαν υποψιαστεί πως παρά την υγιή συμπαράσταση πραγματικών ανθρώπων βυθιζόμουν σε ένα κόσμο με ολογράμματα-, επέμεναν ακόμα πιο πολύ! Μέχρι που στην αρχή άρχισα να απαντώ όλο και πιο σπάνια στις κλήσεις τους και όλο και πιο σπάνια άνοιγα την πόρτα όσο κι αν χτυπούσαν όσοι με επισκέπτονταν.

Άνοιγα την πόρτα του κόσμου μου μόνο όταν χτυπούσε ο αδελφός μου συνθηματικά όπως χτυπούσαμε τότε στο διαμέρισμα της Κυψέλης. Ένας ήχος σύντομος, ένας διαρκείας, δύο σύντομοι κι ένας ακόμα διαρκείας. Αλλά κι αυτό δεν χρειαζόταν μιας κι ο Many είχε το κλειδί της εξώπορτας για περίπτωση ανάγκης. Τι περίπτωση ανάγκης μπορεί να συνέβαινε δηλαδή; Το πολύ-πολύ να πέθαινα κι εγώ από ακατάσχετη δυστυχία, big deal!

Άλλη μια ‘πληγή’ ήταν ο κύκλος μας, οι φίλοι κι οι γνωστοί. Αυτοί όμως πήραν το μήνυμα πιο γρήγορα και με ενοχλούσαν μόνο στο γραφείο μου τηλεφωνώντας, επικοινωνώντας ολογραμμικά, ή κάνοντας επισκέψεις.

Η άγνωστη γηραιά κυρία του απέναντι σπιτιού εξαφανίστηκε αμέσως μετά το δυστύχημα, -όπως μου είπε μια γειτόνισσα αρκετές μέρες αργότερα.

-Θυμάσαι εκείνη την άγνωστη που ήρθε δυο μέρες πριν το δυστύχημα στο σπίτι απέναντί σας; Παράξενη φιγούρα, με φόβισε έτσι όπως την είδα την πρώτη φορά που πάρκαρε και βγήκε από το αμάξι της. Μια παρουσία συννεφιασμένη, μια γυναίκα βγαλμένη από μυθιστόρημα του Stephen King! Με το που τρέξαμε όλοι να δούμε τι συμβαίνει, πέρασα μπρος της και την κοίταξα τυχαία. Είχε ένα ύφος μαύρο, πένθιμο, κι όμως χαμογελούσε με αγαλλίαση! Ήταν δακρυσμένη κι ‘όμως χαμογελούσε… Χαμογελούσε και πονούσε, δεν έχω ξαναδεί τέτοια έκφραση, δεν πίστευα πως υπάρχουν τέτοιες μάσκες! Με κοίταξε κι εκείνη κι ήταν σαν να μην με είδε, σαν να μην υπήρχα, σαν να κοιτούσε μέσα από τα μόρια της ύπαρξης μου… Μπήκε στο αμάξι της και βγήκε απ το δρομάκι της χωρίς να νοιαστεί να κλείσει την πόρτα του σπιτιού της. Άφησε το σπίτι της ανοιχτό και έφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ! Ήρθαν και το έκλεισαν την επόμενη από την εταιρία που το επιβλέπει εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Είχαμε ρωτήσει πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια όταν παντρεύτηκε η κόρη μου αν νοικιαζόταν ή πουλιόταν, -πολύ θα μας βόλευε να μένουμε στον ίδιο δρόμο μερικά σπίτια πιο πέρα-, αλλά μας είχαν πει πως η ιδιοκτήτρια δεν επιθυμούσε να νοικιάσει ή πουλήσει την περιουσία της. Ούτε το όνομά της δεν επιθυμούσε να μοιραστεί μαζί μας, περίεργη γυναίκα, σκοτεινή σαν τον Θάνατο, ωχ! συγνώμη γλυκειά μου…

Τέλη Γενάρη επισκεφτήκαμε με τον Many την εταιρεία που επιβλέπει το απέναντι σπίτι. Αυτή η άγνωστη γηραιά κυρία, η συννεφιασμένη παρουσία που εμφανίστηκε δυο μέρες πριν ξεκληριστεί η οικογένειά μας και εξαφανίστηκε αμέσως μετά  ήξερε το όνομά μου. Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού απέναντι απ το δικό μου -ιδιοκτήτρια σχεδόν όσα χρόνια ζούσα στην Αμερική-, είχε να δώσει πολλές εξηγήσεις στα πολλά ερωτήματα που είχαμε να της κάνουμε. Η απάντηση που πήραμε ήταν η ίδια μ’ εκείνη που είχε πάρει η γειτόνισσά μας δεκαπέντε χρόνια πριν: «Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού δεν επιθυμούσε να πουλήσει ή νοικιάσει την περιουσία της και ούτε επιθυμούσε να δεχτεί οποιαδήποτε επικοινωνία με οποιονδήποτε ή να δώσει τα στοιχεία της σε όποιον ενδιαφερόταν.» Ο Many συνέχισε την έρευνα, -οποιαδήποτε ιδιοκτησία στην Αμερική μπορεί κανείς πληρώνοντας ένα αντίτιμο στο κτηματολόγιο να βρει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της. Τζίφος και πάλι. ‘Ιδιοκτήτρια’ ήταν τελικά κάποια εταιρεία συνεργατών-ψυχολόγων με έδρα την Αθήνα, που είχε ιδρυθεί το 1999, τρέχα-γύρευε!

-Λοιπόν τι έφερες να με ταΐσεις σήμερα;

-Greek mouzakas, darling!

-Πωπώ, χάρη θα θέλεις για να ξόδεψες τόσο χρόνο για να φτιάξεις μουσακά!

-Φέρε πιατάκια και πιρουνάκια, έφερα και ψωμί φουρνιστό, σε δυο ώρες έχω μάθημα!

-Πλαστικά κάνουν; Τα ασημένια δεν πρόφτασα να τα πλύνω! Έλα, βάλε ένα κομμάτι διπλό για το πεινασμένο αδέλφι σου! Έλα Detra, μην το λυπάσαι, δεν θα πάει χαμένο!

Πήρα την καρέκλα του Jim, -ήμουν η μοναδική που τολμούσε να την χρησιμοποιήσει, ακόμα και ο Many σεβόταν την καρέκλα του συνεργάτη του-, και κάθισα δίπλα του.

-Πως πας με την έρευνα;

-Χμμμ, δύσκολα, πολύ δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα, ας μην το συζητήσουμε…

-Ας το συζητήσουμε!

-Τι να πούμε; Δεν προχωράει, δεν θέλω να προχωρήσει ίσως, μου λείπει ο συνεργάτης μου, ο φίλος μου, ο άλλος Νους που ήταν μέσα στον δικό μου κι εγώ μέσα στον δικό του. Ντρέπομαι που το λέω, εσύ έχασες τον άντρα σου, τον έρωτά σου, εγώ έχασα κομμάτι του ‘εγώ μας’… Εκεί που είχαμε την κλειστή χορδή της συνείδησης σαν εν-συναίσθηση σε ένα θεωρητικό επίπεδο να μεταπηδά σε άλλη διάσταση ο Jim έφυγε! Θεωρητικά το καταφέραμε, και έμεινα μόνος μου να κάνω το θεωρητικό μέρος, πράξη. Μόνος μου να αποδείξω στην πράξη αυτό που μελετούσαμε χρόνια…

-Δεν νομίζω πως ακολούθησα τους συνειρμούς σου, ούτε καν την σκέψη σου!

-Θεωρητικά, -πρόσεξε πως επιμένω στην λέξη θεωρητικά-, η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση του Jerry μπορεί να μεταπηδήσει σε άλλη διάσταση ύπαρξης του Terry.

-Μιλάμε για τα ποντίκια σας, σωστά;

-Δεν είναι ποντίκια, είναι ‘ζεύγη’ που αποτελούνται από ένα πομπό και ένα δέκτη.

-Είναι ποντίκια που το ένα είναι πομπός και το άλλο δέκτης, αυτό λέω κι εγώ! Στο ένα κλουβί έχετε τους Jerry και σε ένα άλλο τους Terry, που ούτε καν Jerry και Terry δεν είναι αφού είναι κοριτσάκια!

-Detra!, stop fucking with what I say! Πάντα όταν ‘θύμωνε’ με μάλωνε στα Αγγλικά!

-Ωραία, και πως -εκτός από θεωρητικά-, θα αποδείξεις πως ο Jerry μπήκε στον Terry;

-Οι Jerry εκπαιδεύονται από την γέννησή τους να αντιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο σε κάποιο ερέθισμα ενώ οι Terry με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο στο ίδιο ακριβώς ερέθισμα. Αν ένας Terry υποστεί την μεταπήδηση συνείδησης σαν εν-συναίσθηση ενός Jerry και αντιδράσει στο ερέθισμα σαν Jerry, τότε το μόνο που απομένει είναι η επανάληψη του πειράματος τόσες φορές ώστε να εξαλειφθεί η πιθανότητα του τυχαίου.

-Κι αυτό το ‘σε άλλες διαστάσεις’ που κολλάει;

-Στην Τελική Θεωρία την Πάντων!

-Για κάντο αυτό σε 101! (101 είναι οποιοδήποτε μάθημα σε επίπεδο αρχαρίων).

-Δεν γίνεται να σου αναλύσω την ενοποιημένη Μ-θεωρία σε δυο ώρες, sis!

-Είμαι έξυπνο κοριτσάκι, δοκίμασέ με!

-Μπα, θα ρθω απόψε μετά τις οχτώ να σου εξηγήσω την θεωρία και πάνω σε ποιο ακριβώς κομμάτι της δουλεύαμε με τον Jim.

Κι έτσι, εκείνο το βράδυ Δευτέρας του Μάρτη του 2031, η ζωή μου χόρεψε πάνω στις Χορδές των Συμπάντων…

-Γεια σου, sis, δεν άργησα, ε;…

-…Γιατί τόσο σκοτεινό το σπίτι; Άναψε κάνα φως ρε μικρή!

-Φαίνονται πιο όμορφα τα ολλογράμματα των ανθρώπων όταν δεν είναι πολύ φωτισμένος ο χώρος!

-Detra, αυτό που κάνεις είναι αρρωστημένο βρε μικρό μου! Δεν μπορείς να ζεις στα σκοτάδια με ολογράμματα! Come on girl, you don’t make sense! Seriously, με τρομάζει αυτό που σου συμβαίνει!

-Είμαι μια χαρά! Κάθομαι και βλέπω βιντεάκια με την οικογένειά μου, πόσο κακό είναι δηλαδή;

-Οδηγείσαι σε ψύχωση, τόσο κακό!

-Κρασάκι με αρνί φρικασέ;

-Αρνί φρικασέ οχτώ το βράδυ;

-Σιγά μην σε τάιζα το μεσημέρι μουσακά και το βράδυ αρνί φρικασέ. Έχω όμως έναν τραχανά με λουκάνικο και φέτα απίστευτο!

Με άρπαξε στην αγκαλιά του και με σήκωσε στον αέρα λες και ήμουν πούπουλο! Τραχανάς ξινός με λουκάνικο και φέτα ήταν το αγαπημένο του πιάτο.

-Φέρε την κατσαρόλα και δυο κουτάλια, φρυγάνισε χοντρές φέτες ψωμί κι έλα να σου κάνω M-theory 101! Κι ίσως να μην σου φανεί και τόσο ‘ξένη’ εσένα που σπούδασες φιλοσοφία…

Θα ξεκινήσω με το μια φορά κι ένα καιρό, για να πάμε στο σήμερα σιγά-σιγά, οκ μικρή σκατούα;

-Ξεκίνα εσύ μέχρι να φρυγανίσω τις πρώτες φέτες!

-Οι Θεωρίες των Χορδών δεν ήταν κάτι που γεννήθηκε τον εικοστό αιώνα, απλά υπήρχε σαν Γνώση που την ανασύραμε αιώνες μετά από την πρώτη της αναφορά. Γνώση που οι αρχαίοι σοφοί ήρθαν σε επαφή μέσω ενόρασης και μελέτης του σύμπαντος και του μικρόκοσμου.

Ο παππούς μας ο γέρο-Πυθαγόρας μελετούσε τις Χορδές και πίστευε στη Μουσική των Ουράνιων Σφαιρών, δηλαδή με απλά λόγια πίστευε πως η υφή του σύμπαντος αποτελείται από συχνότητες.

Οι αρχαίοι σοφοί δήλωναν ότι την Επιστήμη, -ή σωστότερα τη Γνώση-, τη ‘διάβασαν’ για πρώτη φορά στον ουρανό: οι τέλειοι κύκλοι και όλα τ’ άλλα γεωμετρικά σχήματα είναι ζωγραφισμένα στον ουρανό, στέκονται εκεί και μας κοιτούν.  Εκεί τα είδε ο άνθρωπος για πρώτη φορά κι έτσι άρχισε να σκέφτεται με μαθηματικούς όρους, ξεκινώντας την πορεία της ανάπτυξης της βασικής Γνώσης της ανθρωπότητας. Η φιλοσοφική ή συμβολική προσέγγιση, -από την αρχαιότητα ακόμα-, εύκολα συνέλαβε την ύπαρξη ‘ανώτερων σφαιρών’ και ο Πλάτωνας δεν ήταν στην πραγματικότητα ο πρώτος διδάξας, αλλά ο πρώτος απ’ τους Δασκάλους-Μύστες, του οποίου τα γραπτά διασώθηκαν.

Κι έτσι τα χρόνια και οι αιώνες πέρασαν και όσοι αργότερα έγραψαν την ιστορία, -οι νικητές και οι ‘κρατούντες’-, απέδωσαν την Γνώση σε ανθρώπους που στην πραγματικότητα την ανέσυραν από το παρελθόν, την ‘ανέστησαν’ και την εξέλιξαν ή την έντυσαν με μανδύες ιερατείων.

-Να βάλω από μια φέτα κίτρινο τυρί να λιώνει στο ψωμί;

-Ωχ Παναγία μου θα το πάθω το εγκεφαλικό απόψε μ’ όλα αυτά που ετοιμάζεις! Βάλε, τι ρωτάς; Λοιπόν συνεχίζω να λέω, ε;

Η Γνώση λοιπόν η σχετική με τις Θεωρίες των Χορδών είναι σίγουρα παλιότερη από το εβραϊκό ιερατείο και ανάγεται στα Ερμητικά Κείμενα, -πιθανώς απ’ την Αίγυπτο-, ή απ’ την αρχαία Βαβυλώνα. Οι Εβραίοι στις ατέρμονες περιπλανήσεις τους πέρασαν από Αίγυπτο και Βαβυλώνα και ενσωμάτωσαν στη δική τους κουλτούρα την Γνώση σε όποια μορφή την συναντούσαν και την ‘αναγεννούσαν’ μέσα από τα ‘ιερά τους κείμενα’. Έτσι το Καμπαλιστικό δένδρο της Ζωής αποτελείται από δέκα ή έντεκα διαστάσεις. Οι Σεφίρες, -ή Σφαίρες-, του Δέντρου, έχουν ακριβώς την έννοια διαστάσεων, η δε πραγματεία της Καμπάλα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα μοντέλο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο από μια μονοδιάστατη ‘σφαίρα’, σε αντιδιαστολή με το αδιάστατο ‘σημείο’, προκύπτει ο παρατηρούμενος υλικός κόσμος του χωροχρόνου. Κατ’ αναλογία, οι Χορδές κατά την σύγχρονη θεωρία των χορδών είναι μονοδιάστατα εκτεταμένα αντικείμενα, σε αντίθεση με την παραδοσιακή έννοια των σημειακών και αδιάστατων στοιχειωδών σωματιδίων.

Κατά έναν αξιοσημείωτο τρόπο το Καμπαλιστικό Δένδρο της Ζωής μπορεί να τοποθετηθεί σε καθέναν από τους αποκαλούμενους Τέσσερις Κόσμους του Καββαλιστικού Εξελικτικού Σχεδίου. Το Δένδρο διαιρείται σε τέσσερις διαφορετικές περιοχές συνείδησης σαν εν-συναίσθηση, τέσσερα κοσμικά πεδία, στα οποία το Δημιουργικό Ρεύμα ή το Παλλόμενο Ρεύμα της Ζωής, εξαπλώνεται ενώ κατά μία πιθανή απάντηση των Θεωριών των Χορδών είμαστε δεσμευμένοι σε μία υπερ-μεμβράνη του πλήρους σύμπαντος τεσσάρων χωροχρονικών διαστάσεων.

-Αυτό μου θύμισε κάτι που συζητούσαμε με τον Jim πριν λίγο καιρό. Μιλούσαμε για παράδοξα και καταλήξαμε να αναρωτιόμαστε αν είναι η ανθρώπινη νόηση που έπλασε τον Χώρο των Ιδεών ή μήπως αυτός προϋπάρχει της εμφάνισης της δικής μας νοημοσύνης; Γενικότερα η κοινή λογική δοκιμάζεται στα άκρα της, όταν αντιμετωπίζει το ζήτημα ύπαρξης διαστάσεων ‘ανώτερων’ των τριών. Η λογική σκέψη αποδεικνύει την αξία της κι εξελίσσεται, μόνο εάν την εξερευνά κανείς στα όριά της και πέρα απ’ αυτά. Τα επεξηγηματικά μοντέλα είναι ιδιαίτερα χρηστικά αρκεί να θυμάται κανείς ότι απλά αποτελούν προσεγγίσεις της πραγματικότητας, αλλά δεν είναι αυτά καθ’ εαυτά η ίδια η πραγματικότητα.

Γέμισα το πιάτο με φρυγανισμένες φέτες ψωμιού με κίτρινο τυρί λιωμένο στην μια πλευρά και το έβαλα στο τραπέζι που συνηθίζαμε να τρώμε όλη η οικογένεια. Ο Many και η Claire και η κόρη τους κι εγώ με τον Jim και τα παιδιά μας. Γέμιζε η τραπεζαρία με κόσμο και γέλια και ζεστασιά και αγάπη ενώ σήμερα ήμασταν μόνο εμείς οι δυο, θλιβερά απομεινάρια μιας ένδοξης εποχής…

-Hold that thought we’ll be back to it! Κι εδώ αρχίζει η επιστήμη του σήμερα!

Οι πέντε Θεωρίες των Χορδών ή αλλιώς η ενοποιημένη Μ-θεωρία, η ‘Τελική Θεωρία των Πάντων’, είναι μια θεωρία που μπορεί να δώσει όλες τις απαντήσεις στην φυσική. Έχει όμως ένα πρόβλημα: δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πειραματικής μελέτης.

Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω ένα απολύτως επιστημονικό θέμα με εκλαϊκευμένο τρόπο για να εξηγήσω πως γεννήθηκε το ‘ιερό δισκοπότηρο’ της φυσικής, η δημιουργία ενός πλαισίου κανόνων, μια θεωρία που να εξηγεί το σύμπαν στο απείρως μεγάλο, στο απόλυτο μηδέν και σε ακραίες υψηλές θερμοκρασίες.

Έχουμε μάθει ότι τα μεγαλύτερα πράγματα στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες, -ακόμη και το σύμπαν καθ’ εαυτό-, εξηγούνται πολύ καλά από την γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Tα μικρά όμως πράγματα του σύμπαντος για παράδειγμα μόρια, άτομα, και λοιπά υποατομικά σωματίδια εξηγούνται καλά από μια άλλη θεωρία που ονομάζεται κβαντομηχανική. Tο περίεργο είναι πως κάθε μία από αυτές τις θεωρίες ισχυρίζεται ότι η άλλη θεωρία είναι λάθος! Yπήρχε ένας τρομερός ανταγωνισμός μεταξύ της γενικής σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, που για πάνω από πενήντα χρόνια προσπάθησαν να συμβιβάσουν οι άνθρωποι. Tελικά, ήρθαν οι Θεωρίες των Χορδών και μας έδειξε τον τρόπο που μπορεί να γίνει αυτό.

-Υπάρχει επίσης και ένας τρομερός ανταγωνισμός ανάμεσα στο κουτάλι σου με το δικό μου! Το χώνεις στο τσουκάλι και κάνεις ‘τάκλινγκ’ στο δικό μου για ν’ αρπάξεις τα μεγαλύτερα κομμάτια λουκάνικου και φέτας! Έλεος ρε φαταούλα!

-Σκάσε και τρώγε, στον τραχανά ‘παίζω βρώμικα’ πάντα, πρώτη φορά τρως μαζί μου; Συνεχίζω το ‘μάθημα’, μην με αποδιοργανώνεις!

Πριν από τις θεωρίες των χορδών οι φυσικοί πίστευαν πως τα θεμελιώδη δομικά συστατικά τη ύλης ήταν απλώς σημεία στον χώρο. Ξέραμε ότι τα μόρια και τα άτομα απαρτίζονται από μικρότερα σωματίδια: τα μικρά ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από τον πυρήνα. O πυρήνας με την σειρά του είναι φτιαγμένος από μικρότερα ακόμη σωματίδια: τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Για κάμποσο καιρό οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ιστορία τέλειωνε εκεί. Aλλά πιο εκλεπτυσμένα πειράματα έδειξαν ότι αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά μέσα σε ένα πρωτόνια ή ένα νετρόνιο, θα βρούμε ακόμη μικρότερα σωματίδια, τα ονομαζόμενα κουάρκ.

H βασική ιδέα της θεωρίας των χορδών είναι απλή και είναι τελικά μοντέλα της φυσικής στα οποία τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία είναι μονοδιάστατα εκτεταμένα αντικείμενα -οι Χορδές-, σε αντίθεση με την παραδοσιακή έννοια των σημειακών και αδιάστατων στοιχειωδών σωματιδίων. Οι Θεωρίες των Χορδών λένε πως υπάρχει ένα ακόμη χαμηλότερο επίπεδο. Aν κοιτάξουμε πολύ βαθιά μέσα σε ένα ηλεκτρόνιο ή μέσα σε ένα κουάρκ, θα βρούμε ένα μόνο συστατικό, ένα βασικό πράγμα, έναν μικρό βρόγχο ένα νηματίδιο ενέργειας που χορεύει και μ’ αυτό μπορούμε να εξηγήσουμε το Σύμπαν. Αυτό που θεωρούσαμε σημείο στον χώρο είναι ‘ίνα ενέργειας’, είναι μονοδιάστατη οντότητα ενέργειας που διαθέτει μόνο μήκος και καμιά άλλη διάσταση, με μέγεθος μικρότερο από κάθε στοιχειώδες σωματίδιο, ύλη, ή αγγελιαφόρου. Aυτόν τον μικρό βρόγχο τον αποκαλούμε Χορδή γιατί πραγματικά μοιάζει με ένα μικρό κομμάτι χορδής. Στην ουσία κάθε σωματίδιο είναι μια μοναδική χορδή που πάλλεται.

Κι εδώ αρχίζει η ποίηση και η μουσική του Σύμπαντος!

Πρόσεξέ με από δω και πέρα, δεν είναι δύσκολο, οι Θεωρίες των Χορδών είναι Επιστήμη και Φιλοσοφία μαζί, σχεδόν αγγίζουμε τα όρια της επιστημονικής φαντασίας!

Άφησε το κουτάλι του στο πιάτο με τα ψωμιά και με κοίταξε κατάματα.

-Mια χορδή μπορεί να ταλαντώνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όπως μια χορδή ενός βιολιού μπορεί να παίξει πολλές νότες. Kάθε διαφορετικό είδος ταλάντωσης αυτών των μικρών βρόγχων, λοιπόν δεν δίνει διαφορετικούς ήχους, δίνει διαφορετικά σωματίδια. Tο ηλεκτρόνιο δηλαδή στην πραγματικότητα είναι μία χορδή που ταλαντώνεται κατά ένα τρόπο, το κουάρκ είναι επίσης μια χορδή που ταλαντώνεται κατά διαφορετικό τρόπο. Το φωτόνιο, το γλουόνιο, το ηλεκτρόνιο και το κουάρκ καθώς και κάθε άλλο σωματίδιο είναι ένας διαφορετικός τρόπος με τον οποίον πάλλεται η χορδή. Kατά μία έννοια οι Θεωρίες των Χορδών ξαναφέρνουν στην ζωή την παλιά ιδέα της Μουσικής των Σφαιρών, αλλά σε μικροσκοπικό επίπεδο. Όπως οι χορδές ενός μουσικού οργάνου πάλλονται με διαφορετικό τρόπο και δημιουργούν τις νότες που με την σειρά τους με κατάλληλους συνδυασμούς φτιάχνουν την μουσική, έτσι και οι ‘κοσμικές’ χορδές ταλαντώνονται με διαφορετικές συχνότητες φτιάχνοντας όλα τα σωματίδια τα ύλης κι αυτά συνδυάζονται κατάλληλα ώστε να δημιουργήσουν την ύλη όπως την ξέρουμε. Οι διαφορετικοί τρόποι που μια θεμελιώδης χορδή δονείται καθορίζουν ποιο υποατομικό σωματίδιο παράγεται.

Οι χορδές μπορεί να έχουν άκρες και να μοιάζουν με σχοινί και τις ονομάζουμε ανοιχτές χορδές ή μπορεί να σχηματίζουν βρόχους και να μοιάζουν με λαστιχάκι και τις ονομάζουμε κλειστές χορδές. Αυτό κράτα το γιατί θα επιστρέψουμε σ’ αυτή την πληροφορία και πάλι, είναι σημαντική στην έρευνα που κάναμε με τον Jim!

-Ο.Κ. δεν νομίζω πως μέχρι εδώ δεν κατάλαβα κάτι, είσαι αστέρι δάσκαλος αδελφούλη!

-Κι εσύ δεν πας πίσω, μυαλό ξουράφι έχεις! Συνεχίζω σε πιο βαθειά νερά τώρα, εντάξει;

Για να έχουν νόημα οι χορδές απαιτούνται τουλάχιστον 10 χωρικές και 1 χρονική διάσταση, συνολικά 11 διαστάσεις. Το 1995 και λίγο πριν πεθάνει ο εικοστός αιώνας ο Edward Witten πρότεινε πως τα θεμελιώδη σωματίδια όχι μόνο πρέπει να είναι μονοδιάστατες χορδές αλλά μπορούν επίσης και να είναι δισδιάστατα επίπεδα ή και τρισδιάστατα πολύεδρα. Υποστήριξε πως οι θεμελιώδεις χορδές θα μπορούσαν να έχουν και 11 διαστάσεις, αν και οι θεωρητικοί των χορδών κρατούν στον νου τους μια θεωρία που λέει πως ο Κόσμος έχει τουλάχιστον δέκα διαστάσεις, -ή εικοσιέξι σύμφωνα με μερικές ερμηνείες. Ο Witten είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν ο Κόσμος θα μπορούσε να έχει τόσες διαστάσεις, γιατί δεν θα μπορούσαν και οι χορδές;

Το γεγονός ότι ο κόσμος μας είναι τρισδιάστατος έρχεται εκ πρώτης όψεως σε αντίθεση με τις 11 διαστάσεις. Οι πιθανές απαντήσεις σ’ αυτό το παράδοξο είναι δύο:

Μία πιθανή απάντηση είναι ότι οι υπόλοιπες 7 διαστάσεις είναι τόσο μικρές ώστε δεν είναι δυνατό να παρατηρηθούν. Εμείς, το ανθρώπινο είδος, αντιλαμβανόμαστε μόνο τρεις διαστάσεις χώρου και μια χρόνου και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις υπόλοιπες 7 που σύμφωνα με τις θεωρίες των χορδών δεν μοιάζουν μ’ αυτές που ξέρουμε αλλά είναι καμπυλωμένες, τυλιγμένες σ’ ένα χώρο με πολύ μικρό μέγεθος, στον κόσμο του υπερβολικά μικρού. Κατά συνέπεια σε μεγαλύτερες κλίμακες δεν βλέπουμε την καμπύλωση του χωροχρόνου ή τις επί πλέον διαστάσεις. Ας χρησιμοποιήσουμε μια αναλογία: Βλέπουμε από πολύ μακριά ένα τεντωμένο σχοινί. Βλέπουμε ένα μονοδιάστατο αντικείμενο το οποίο έχει μόνο μήκος και πάνω στο οποίο κάποιος μπορεί να κινηθεί μόνο μπρος-πίσω. Όμως για ένα μυρμήγκι πάνω στο σχοινί, η επιφάνεια φαίνεται δισδιάστατη, καθώς μπορεί να κινηθεί όχι μόνο μπρος-πίσω αλλά και δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα πάνω στην καμπύλη επιφάνεια του σχοινιού. Για μας, από μακριά, η διάσταση αυτή είναι καμπυλωμένη σε μια πολύ μικρή ακτίνα και δεν την αντιλαμβανόμαστε.

Η δεύτερη πιθανή απάντηση-λύση είναι ότι είμαστε δεσμευμένοι σε μία υπερ-μεμβράνη του πλήρους σύμπαντος τεσσάρων χωροχρονικών διαστάσεων. Στη μελέτη των Θεωριών των Χορδών περιλαμβάνονται όχι μόνο μονοδιάστατα αντικείμενα, αλλά και πολυδιάστατες οντότητες, αντικείμενα περισσότερων, -ας πούμε ν-,  διαστάσεων, που οι  θεωρητικοί σκέφτηκαν να ονομάσουν ‘μεμβράνες’ και να συντμήσεων το όνομα σε ν-βράνες που καταλαμβάνουν χώρους δυο ή περισσότερων διαστάσεων. Η Θεωρία συζητήθηκε να ονομαστεί μαγική μητέρα όλων των θεωριών, ή θεωρία πινάκων matrix, αλλά τελικά ονομάστηκε επίσημα Μ-θεωρία. Οι Neil Turok και Paul Steinhardt κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι εάν οι χορδές θα μπορούσαν να είναι μεμβράνες, γιατί δεν θα μπορούσε και ο Κόσμος; Στην ουσία η M-θεωρία πιστεύει ότι ένα σύμπαν -που παίρνει την μορφή μιας βράνης-, υπάρχει μέσα σε ένα πολυδιάστατο υπερχώρο, όπου εκεί μέσα υπάρχουν κι άλλες βράνες που αντιπροσωπεύουν άλλα σύμπαντα που υπάρχουν παράλληλα με το δικό μας σύμπαν χωρίς να υπάρχει καμία επαφή τους. Με άλλα λόγια υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα κι όταν δυο απ’ αυτές τις βράνες συγκρούονται, τότε ξεκινάει μια Μεγάλη Έκρηξη, ή ένα big bang. Στο μοντέλο σε βράνες των 5 διαστάσεων που έχουν εστιάσει οι ερευνητές ορισμένες βράνες που υπάρχουν σ’ αυτό τον αφηρημένο πενταδιάστατο χώρο μπορούν να αντιπροσωπευθούν με άπειρης έκτασης, παράλληλα επίπεδα και φαίνονται ότι έχουν μια στενή αντιστοίχηση με τον Κόσμο μας.

-Εντάξει, νομίζω πως τα κατάλαβα αυτά που είπες!

-Σήμερα επιστήμονες όπως ο Brian Green εργάζονται να αποδείξουν ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι θεμελιακές ιδέες, αλλά προϊόντα βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος. H ιδέα του χώρου και του χρόνου είναι προσεγγίσεις βαθύτερων οργανωτικών αρχών, αρχές που εμφανίζονται όταν το σύμπαν βρεθεί σε ακραίες καταστάσεις. Aυτό που προσπαθούμε τώρα να κάνουμε είναι να βρούμε ποιες είναι αυτές οι αρχές!

Ένα από τα πεδία που οι Θεωρίες των Χορδών βρίσκουν εξαιρετική εφαρμογή είναι οι μαύρες τρύπες. Oι μαύρες τρύπες, λόγω της τεράστιας μάζας τους, χρειάζονται την θεωρία της γενικής σχετικότητας. Λόγω του μικρού τους μεγέθους χρειάζονται την κβαντομηχανική. Xρειαζόμαστε δηλαδή τους νόμους του μεγάλου και τους νόμους του μικρού την ίδια στιγμή, ταυτόχρονα! Οι μαύρες τρύπες είναι πολύ μικρές περιοχές του διαστήματος όπου συγκεντρώνεται μεγάλη μάζα ύλης. Eίναι δε τόσο μεγάλη η συγκέντρωση της μάζας και τόσο μικρό το μέγεθός τους, που οι τεράστιες δυνάμεις βαρύτητας που αναπτύσσει, δεν αφήνει ούτε το φως να ξεφύγει. Eξ ου και το όνομά τους, ‘μαύρες τρύπες’.

Και τώρα πάμε πίσω εκεί που σου είπα πως θα επιστρέψουμε!

Οι ανοιχτές χορδές έχουν τα δυο άκρα τους στερεωμένα στην ‘επιφάνεια’ των βρανών κι έτσι δεν μπορούν να μεταπηδήσουν σε άλλες διαστάσεις. Αντίθετα οι κλειστές χορδές επειδή δεν έχουν ελεύθερα άκρα να πιαστούν, μπορούν να περνούν σε άλλες διαστάσεις. Δυο ‘σύμπαντα’ των τεσσάρων διαστάσεων μπορούν να έχουν κάποια κοινή περιοχή σαν δυο γραμμές του ίδιου επιπέδου που έχουν ένα κοινό σημείο. Σ’ αυτή την περίπτωση, ΄κάτι’ θα μπορούσε να περάσει από τον ένα ‘κόσμο’ στον άλλο! Η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση είναι κλειστή χορδή και κατά συνέπεια μπορεί να μεταπηδά, -να ταξιδεύει-, σε άλλες διαστάσεις, με άλλα λόγια μπορεί να γλιστρήσει από τον έναν κόσμο στον άλλο μέσα στη διάσταση του χρόνου!

Καταλαβαίνεις τώρα τι εννοούσα το μεσημέρι όταν μιλούσα για τους Jerry και τους Terry και τι σημαίνει να μεταπηδά η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση όχι από ένα έμβιο ον σε ένα ολογραμμικό νάνο ρομποτικό χώρο αποθήκευσης και προβολής, -τα εγγόνια των ηλεκτρονικών υπολογιστών-, αλλά σε άλλο έμβιο ον;

-Δεν είμαι και απόλυτα σίγουρη… Εννοείς πως οι σκέψεις και η γνώση που έχει ένας άνθρωπος, ότι θυμάται κι ότι έζησε μπορούν να μεταφερθούν σε άλλον άνθρωπο;

-Με πολύ επιστημονικής φαντασίας ‘σάλτσα’ κάτι τέτοιο, στο πολύ απώτερο μέλλον φυσικά.

-Και τι γίνεται με τον ‘δέκτη’, δεν καίει φλάτζες; Που χωράνε δυο ‘άνθρωποι’ σε ένα μυαλό;

-Ο Χριστός κι Δώδεκα Απόστολοι ρε μικρή σκατούα, τι εκφράσεις είναι αυτές; Άκου καίει φλάτζες! Κοίτα ο εγκέφαλος είναι πολύ πιο πολύπλοκος απ’ ότι υποψιαζόμασταν στις αρχές του Αιώνα. Αυτά πάλι είναι δικά σου ‘λημέρια’ είμαι σίγουρος πως την απάντηση την δίνει ο δικός σου χώρος Επιστήμης…

-Χμμμ, ξέρεις τι σκέφτηκα; Το μοντέλο της ‘Αναλογίας του Παγόβουνου’ στην μελέτη δίγλωσσων ή πολύγλωσσων παιδιών. Έτσι κι αλλιώς μιλάμε για γνώση, για διαχείριση γλώσσας και πληροφοριών, σωστά; Φαντάσου ένα παγόβουνο που έχει το κυρίως σώμα κάτω απ το νερό και μια, δυο ή περισσότερες κορυφές πάνω από την επιφάνεια. Ότι πληροφορία δέχεται η κάθε κορυφή μεταφέρεται και στον κυρίως όγκο κάτω από την επιφάνεια, και όποια πληροφορία υπάρχει στο κυρίως σώμα μπορεί να το επιδείξει η κάθε κορυφή. Αν οι κορυφές είναι δυο διαφορετικές συνειδήσεις σαν εν-συναίσθηση και ο κυρίως όγκος ο δέκτης, τότε και ο εγκέφαλός του και οι δυο συνειδήσεις σαν εν-συναίσθηση μπορούν να έχουν πλήρη λειτουργικότητα και ανάπτυξη, αλλά και ο εγκέφαλος του δέκτη να έχει πλήρη γνώση της κατάστασης που βρίσκεται. Αρκεί να μην κάψει φλάτζες την ώρα που του κατσικώνεται στο μυαλό με το έτσι το θέλω ο πομπός!

-Να δεις που σε μια εικοσαετία θα το παίζουν παιχνίδι τα δεκαπεντάχρονα για να περνάει η ώρα τους!

-Μόνο που τα δικά μας παιδιά δεν θα το παίζουν για να περνάει η ώρα τους…

Με πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του και με έσφιξε για να ζεστάνει την εσωτερική μου παγωνιά.

-Τα δικά μας παιδιά έφυγαν αγαπούλα. Δεν θα δουν τα θαύματα του μέλλοντος. Μην προσπαθείς να τα φέρεις πίσω με λάθος τρόπους που θα είναι ύβρις στην μνήμη τους…

Αγκαλιστήκαμε και κλάψαμε βουβά, έτσι όπως τότε σφιχταγκαλιασμένοι κλαίγαμε με την Αστυνομία και την Πρόνοια να έχουν σπάσει την είσοδο του διαμερίσματός μας στην Κυψέλη και να κοιτούν απ’ το πίσω μπαλκόνι τα σώματα του πατέρα και της αδελφής μας στον κοινόχρηστο, -τρεις ορόφους κάτω-, αγκαλισμένους μέσα σε μια λίμνη κοινού αίματος.

-Κοίτα την θέση των σωμάτων είπε η νεαρή, ψηλή γυναίκα στον Αστυνόμο. Το κοριτσάκι είναι από κάτω, προφανώς γλίστρησε και στην προσπάθειά του να το σώσει ο πατέρας το άρπαξε και παρασύρθηκε μαζί της. Τι τραγωδία!

-Σσσσς, ψιθύρισε στ’ αυτί μου ο Μανώλης. Αυτό βλέπουν κι αυτό θα πούμε κι εμείς. Η Χριστίνα γλίστρησε, εκείνος την άρπαξε για να την σώσει και τον παρέσυρε.

-Μα δεν είναι η αλήθεια Μανώλη, δεν έγινε έτσι.

-Αν πούμε την αλήθεια θα αρχίσουν να ψάχνουν το σώμα της Χριστίνας, όχι άλλο Μιμίκα μου, φτάνει, αρκετά υπέφερε!

Η νεαρή, ψηλή γυναίκα κάθισε στο πάτωμα απέναντί μας και μας αγκάλιασε και τους δυο. Μας έσφιξε έτσι όπως μόνο κάποιος που ήξερε τι θα πει πόνος μπορούσε να κάνει, μέχρι που καταλάγιασαν τα αναφιλητά μας. Μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου σήκωσε το πρόσωπο. Μου έσκασε το πιο όμορφο χαμόγελο που είχα δει -μετά από το χαμόγελο της μαμάς βέβαια-, μου καθάρισε τα μάτια από τα δάκρυα και μου είπε τρυφερά.

-Εσύ πρέπει να είσαι η Μιμίκα, ε; Τι όμορφο κοριτσάκι που είσαι μικρή σκατούα! Εμένα με λένε Δάφνη και είμαι κοινωνική λειτουργός. Θα κάνω ότι περνάει απ’ το χέρι μου να μην κλάψετε ποτέ ξανά εσύ κι ο Μανώλης!

Ήταν η πρώτη μέρα του 2000, μέρα των δέκατων γενεθλίων μου. Ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε με τον αδελφό μου πως η κοινωνική λειτουργός ήξερε τόσα πολλά για την οικογένειά μας, τα ονόματα, τα υποκοριστικά μας και πως ξαφνικά βρεθήκαμε δυο ανήλικα βαθιά τραυματισμένα ψυχικά, ορφανά και από τους δυο γονείς και χωρίς άλλους συγγενείς απ’ όσο ξέραμε…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Αμερική, ξανά

   δ. Tucson, Παρασκευή 12/03/2031

-Γεια σου, sis, δεν άργησα, ε;…

Τις Παρασκευές τα απογεύματα μετά τη δουλειά στο  πανεπιστήμιο γυρνούσαμε κι οι δυο στο σπίτι μου. Ήταν πια επίσημο αν και ανομολόγητο. Τον πρώτο καιρό ο Many από Πέμπτη απόγευμα ετοίμαζε μια βαλίτσα -με τα αναγκαία για να μείνει το Σάββατο-Κύριακο στο σπίτι μου-, και την φόρτωνε στο αμάξι του την Παρασκευή το πρωί. Μετά από μερικές βδομάδες κάποια Παρασκευή απόγευμα έφερε δυο τεράστιες βαλίτσες, τις πήρε στο δωμάτιο για τους φιλοξενούμενους και τις ξάπλωσε στο κρεβάτι. Έβγαλε τα ρούχα του, τα παπούτσια του, τις παντούφλες του, και ότι τον βόλευε για να κάνει κατάληψη το δωμάτιο και τα κρέμασε με προσοχή στην ντουλάπα. Έβαλε μετά με την σειρά χτένες, ξυριστικά, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες και ότι διαβόλι και τριβόλι χρειαζόταν και τα τακτοποίησε στο μπάνιο των φιλοξενούμενων. Κι αφού τέλειωσε, με αγριοκοίταξε που τον παρατηρούσα έκπληκτη και δήλωσε σοβαρά:

-Μην ξανακούσω εκείνα τα γελοία «Μανώληηηη, πορδή ήταν αυτό που άκουσα;», «Μανώληηηη, σε βλέπω απ την τρύπα της κλειδαρότρυπας!», «Μανώλη, αργείς και θα κατουρήσω τα πόδια μου!», γιατί μα τω Θεώ θα χεστούμε πατόκορφα! Πεντακόσια μπάνια έχεις στο σπίτι σου, ένα το δικαιούμαι λόγω απ αυτό ρε πως το λένε, που είμαστε αδέλφια!

Παρασκευές βράδυ μαγειρεύαμε παρέα, συνήθως μπελαλίδικα φαγητά για να τρώμε τον χρόνο μας προσπαθώντας να ξεχάσουμε πόσο μόνοι κι άδειοι νιώθαμε. Τρώγαμε βλέποντας τηλεόραση στο καθιστικό, -η τραπεζαρία είχε πολλές αναμνήσεις και μας πονούσαν-, την αποφεύγαμε. Κοιμόμασταν νωρίς, κάποια βράδια ξυπνούσα μόνη στο κρεβάτι μου και τα πρώτα δευτερόλεπτα έψαχνα δίπλα μου την ζεστασιά του κορμιού του άντρα μου αλλά μετά η σιγουριά πως σ’ ένα άλλο υπνοδωμάτιο του σπιτιού υπήρχε ο αδελφός μου με καθησύχαζε κάπως. Αλλιώς… αλλιώς θα είχα τρελαθεί απ τις πρώτες βδομάδες…

Περνούσαμε μαζί τα Σαββάτο-Κύριακά μας, πηγαίνοντας στους τάφους των αγαπημένων μας το πρωί του Σαββάτου πότε με το δικό μου και πότε με το δικό του αμάξι. Τους είχαμε και τους τέσσερις σε διπλανούς τάφους αλλά κι η  Claire έναν διάδρομο πιο κει ήταν. Ολόκληρο χωριό δικό μας έχουμε σε τούτο το νεκροταφείο, όπως έλεγε ο αδελφός μου…

Γυρνούσαμε το μεσημέρι και ξανά πάλι μαγειρεύαμε και περνούσαμε το υπόλοιπο της μέρας τεμπέλικα. Δεν μιλούσαμε πολύ, μας αρκούσε να ξέρουμε πως ήμασταν εκεί, εγώ για κείνον κι αυτός για μένα.

Οι Κυριακές ήταν πιο πολυάσχολες, το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία όποτε νιώθαμε να μας πνίγει η ντροπή που είχαμε να πατήσουμε καιρό και θα άρχιζαν τις κλήσεις από τον ιερέα, την πρεσβυτέρα, τους γνωστούς και τους φίλους. Φεύγαμε, -ξεφεύγαμε στην πράγματικότητα-, με την δικαιολογία του φόρτου εργασίας για το πανεπιστήμιο μετά τον καθιερωμένο καφέ και κουβεντούλα στην αίθουσα της Ελληνο-Ορθόδοξης κοινότητας.

Εκείνη η μια-μιάμιση ώρα του καφέ με όλους τους συμπατριώτες να έρχονται στο τραπέζι μας να μας συμπαρασταθούν, να μας πουν μια καλή κουβέντα και να μας σφίξουν στην αγκαλιά τους ήταν ένα μαρτύριο. Οι χειρότερες στιγμές ήταν όταν ερχόταν οι φίλοι των παιδιών μας. Παιδιά που μεγάλωναν με τα δικά μας, που ερχόταν στο σπίτι μου τουλάχιστον μια δυο φορές την εβδομάδα, έπαιζαν στην αυλή μου, βουτούσαν στην πισίνα μου και τους ετοίμαζα βουνά από χοτ-ντογκς, χάμπουργκερς και πατάτες τηγανητές με πλησίαζαν τώρα αμήχανα χωρίς να ξέρουν ούτε εκείνα ούτε κι εγώ πώς να φερθούμε. Παλιά αγκαλιαζόμασταν με οικειότητα κι όλο τα διόρθωνα με την προφορά ή την γραμματική τους στα Ελληνικά, -στο κάτω-κάτω η δασκάλα τους στο Κυριακάτικο Σχολείο ήμουν! Τώρα… τώρα όλα ήταν αλλιώς. Ευτυχώς η πρεσβυτέρα είχε αναλάβει τα μαθήματα, κάποια στιγμή έπρεπε να της πω πόσο πολύ εκτίμησα την κίνησή της…

Κυριακή μεσημέρι τρώγαμε σε κάποιο καλό εστιατόριο, -το κάναμε και τότε που η οικογένειά μας δεν είχε αποδεκατιστεί-, αλλά φροντίζαμε να επιλέγουμε εστιατόρια που δεν πηγαίναμε παλιά. Με το που γυρνούσαμε στο σπίτι ετοιμάζαμε υλικό για τα μαθήματα που είχαμε να παραδώσουμε, διορθώναμε γραπτά, όλο και κάτι θα υπήρχε να απασχολήσει το μυαλό μας.

Τρίτη πρωί μετά το Δευτεριάτικο ‘Μ-θεωρία 101’ μάθημα που μου έκανε ο Many, το ενδιαφέρον μου για την έρευνα του αδελφού μου και του άντρα μου έγινε ακόμα πιο έντονο, ιδιαίτερα όταν ο Many μου ανέφερε κάποιο ‘πρόβλημα’ που συναντούσαν κάθε φορά με το εκάστοτε ζεύγος πομπού-δέκτη Jerry και Terry. Ο δέκτης-Terry αντιδρούσε στο ερέθισμα σαν Jerry ώρες πριν η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση του πομπού-Jerry μεταφερθεί στον δέκτη-Terry!

-Και γιατί είναι κακό αυτό; Αποκλείεται ο Jerry νάχει από βραδύς πει στα ποντικικά τι φλάτζες έχει να κάψει του Terry την επόμενη;

-Αποκλείεται! Οι Τζερο-Τέρυδες δεν τα λένε μεταξύ τους για κάτι που δεν ξέρουν πως θα συμβεί, ιδίως όταν είμαι απομονωμένοι και σε χώρους διαφορετικούς. Το κάθε ζεύγος επιλέγεται μερικές ώρες πριν το πείραμα οπότε δεν έχουν έρθει σε …κοινωνική επαφή! Είναι η διάσταση Χρόνος που ‘φταίει’ από την στιγμή που τα δυο μέλη τοποθετούνται το καθ’ ένα στην κάψουλα του!

Η επόμενή μου ερώτηση έγινε όσο πιο αδιάφορα μπορούσα να την κάνω.

-Μόνο με ποντίκια κάνατε τα πειράματα;

-Σκεφτόμασταν να χρησιμοποιήσουμε το πρώτο ζεύγος πιθήκων τον Μάιο αν λύναμε το πρόβλημα με το χρόνο…

Κράτησα την αναπνοή μου, έκανα την προσευχή μου, και ρώτησα και πάλι όσο πιο αδιάφορα μπορούσα:

-Και ανθρώπους; Πότε θα χρησιμοποιούσατε ανθρώπους;

-Ουόου, ουόου, ουόου, τι λες τώρα; Ανθρώπους; Σε πενήντα χρόνια, σε εκατό, δεν ξέρω!

-Γιατί όχι την άλλη Δευτέρα, γιατί όχι εμένα κι εσένα;

Με κοίταξε στα μάτια, και γέλασε σχεδόν αβίαστα.

-I love you little girl, rising like a phoenix! Μα τω Θεώ αυτό το μυθιστόρημά σου θα κάνει τρελές πωλήσεις! Το γύρισες σε science-fiction τώρα;

-Εγώ πομπός κι εσύ δέκτης!

-Εγώ Many, εσύ μανιασμένη!

-Εγώ πομπός, εσύ δέκτης! Μπορείς να υπολογίσεις το πισωγύρισμα του χρόνου να είναι το αργότερο λίγο πριν μου τηλεφωνήσεις για να με ρωτήσεις ποιος θα πάει τα παιδιά στο σχολείο; Πρέπει να σε έχω ειδοποιήσει μέχρι τότε για το τι θα συμβεί!

-Αγαπούλα, δεν θα πάμε αύριο σε ψυχολόγο, θα πάμε σήμερα, θα πάμε τώρα! Χρειάζεσαι να δεις ειδικό μωράκι μου, έλα μην λες τρελά, με φοβίζεις!

-Δεν θα πάμε πουθενά, δεν λέω τρελά και το ξέρεις! Πόσα χρόνια δουλεύετε με τον Jim; Πόσες φορές κάνατε το ίδιο πείραμα ξανά και ξανά; Εσύ ο ίδιος μου έδειξες τα ολλογραμμικά σας σχέδια και αποτελέσματα!

-Ξέρεις την διαφορά του ποντικιού με τον άνθρωπο;

-Ξέρω πως απομακρυνόμαστε χρονικά απ το πρόβλημα του χρόνου που παρουσιάζεται. Θα το κάνουμε, και θα το κάνουμε τόσες φορές μέχρι που να μπω στο μυαλό σου την σωστή στιγμή. Γαμώτο Many, εσύ ο ίδιος το είπες «μετά απ το πείραμα τα ποντίκια κόβουν βολτίτσες υγιέστατα, συνταξιοδοτούνται και ζουν ζωή χαρισάμενη!»

Τις υπόλοιπες τέσσερις μέρες τις εβδομάδας ετοιμάσαμε και ετοιμαστήκαμε. Δήλωσα ασθενής, αφού μίλησα με φίλο γιατρό της πανεπιστημιακής κλινικής που μου έδωσε ένα μήνα άδεια. Ο Many ζήτησε άδεια απ το πανεπιστήμιο για να με προσέχει σε κατ’ οίκον θεραπεία. Κανείς δεν θα μας ενοχλούσε για έναν μήνα. Ο Many δήλωσε πως θα παρουσιαζόταν ελάχιστες ώρες στο εργαστήριο χωρίς να έχει στα πόδια του τους διδακτορικούς φοιτητές να μας ενοχλούν αφού τους έδωσε κι εκείνους άδεια! Στην πραγματικότητα ο αδελφός μου θα έκανε στο εργαστήριο το πείραμα για άλλη μια ακόμα φορά με ‘Jerry’ εμένα και ‘Terry’ τον εαυτό του. Από Πέμπτη απόγευμα έκανε ποιοτικές δομικές αλλαγές στις μετρήσεις που είχαν προηγούμενα γίνει στους HNRSPS, -holographic nano robotic storing and projection space ολογραμμικό νάνο ρομποτικούς χώρο αποθήκευσης και προβολής. Και βέβαια αύξησε τον χώρο της κάψουλας μιας και ήμουν πιο ογκώδης από ένα ποντίκι εργαστηρίου και με προετοίμασε με περισσότερη θεωρία για το μελλοντικό μου ταξίδι στο παρελθόν. Επόμενο μάθημα ‘συνείδηση σαν εν-συναίσθηση’ 101!

-Λοιπόν μικρή σκατούα, καιρός να μιλήσουμε για την συνείδηση σαν εν-συναίσθηση. Η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση έχει οριστεί ως ‘ατομική συνειδητοποίηση των μοναδικών μας σκέψεων, αναμνήσεων, συναισθημάτων, αισθήσεων και περιβάλλοντος’.

Η δική-μοναδική συνείδηση σαν εν-συναίσθηση του καθ’ ενός από εμάς ζει σε μια σειρά από εγκεφαλικά κύτταρα ή νευρώνες, οι οποίοι όταν υφίστανται σε ορισμένα μοτίβα, μας κάνουν να θυμόμαστε τις μνήμες, τα συναισθήματα, ακόμη και μυρωδιές και ήχους.

Μελέτες κατέληξαν πως η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση δεν ‘ζει’ σε ένα συγκεκριμένο μέρος του εγκεφάλου μας αλλά μάλλον προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο δισεκατομμύρια νευρώνες επικοινωνούν μεταξύ τους. Έτσι το να χαρτογραφηθεί με ακρίβεια μια μοναδική συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, και να το φορτωθεί σε ένα άλλο μυαλό έγινε ένα εγχείρημα πολύπλοκο που απαιτεί την συνεργασία πολλών και διαφορετικών επιστημών.

-Αχ μην μου αναφέρεις ξερές θεωρίες, μπες στο ζουμί, ο χρόνος μας τελειώνει…

-Αυτή την στιγμή, παράλληλα με την δική μας έρευνα υπάρχουν και άλλες με χορηγίες κυβερνητικές, στρατιωτικές αλλά και από ιδιώτες που θέλουν να ζήσουν αιώνια, -ή για να το θέσω πιο σωστά να μεταβιβάζουν την συνείδησή τους όταν πλησιάζει το τέλος του φυσικού τους σώματος.  Έχουν γίνει μετρήσεις που κατέληξαν πως το βάρος της ψυχής είναι 21 γραμμάρια, -αν και πολλοί αμφισβήτησαν την επιστημονικότητα της απόδειξης.

Η συγχώνευση ανθρώπων και μηχανών έχει ήδη συντελεστεί, -είναι γνωστό στον χώρο μας-, οπότε η επόμενη προσπάθειά τους ήταν να φορτωθεί σε υπολογιστές η ανθρώπινη συνείδηση σαν εν-συναίσθηση. Κάθε προσπάθεια είχε από καταστροφικά αποτελέσματα μέχρι και ανθρώπινα θύματα.

-Δηλαδή, τι εννοείς θύματα;

-Η Επιστήμη προχωράει πατώντας σε λόφους θυμάτων. Ειδικά η βιολογία, η ιατρική και η βιονανολογία είναι οι πιο ‘αιματηρές’ επιστήμες και δεν μιλάω για ποντίκια και πιθήκους, μιλάω για ανθρώπινα θύματα…

-Δηλαδή οι επιστήμονες είναι εγκληματίες;

-Ναι και όχι… Εξαρτάται από την ηθική και το ήθος του επιστήμονα. Εξαρτάται για ποιον λόγο κάνει την μελέτη του και ποια όρια βάζει ο ίδιος.

Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι η συνείδησή μας είναι πράγματι μεταβιβάσιμη οντότητα και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πιθανότατα ήξεραν ακριβώς πώς να μεταφέρουν τη συνείδηση σαν εν-συναίσθηση ​​ή την ψυχή από το ένα άτομο στο άλλο.

Μεταξύ των πολλών θεωριών των σκοπών των πυραμίδων, υπάρχουν εκείνοι που προτείνουν ότι αυτές οι δομές ενήργησαν ως ένα μέσο για τη μεταφορά του ‘ΚΑ’ από τον έναν φαραώ ή βασιλιά στον άλλο καθώς περνούσαν από τη γήινη μορφή. Οι Αιγύπτιοι περιέγραψαν την ψυχή και το πνεύμα ως δύο ξεχωριστές οντότητες, το BA και το KA, αντίστοιχα. Το ΒΑ, -ή αλλιώς ψυχή-, δεν πεθαίνει ποτέ, αλλά απλά μετενσαρκώνει για να φτάσει σε υψηλότερα επίπεδα συνειδητής εξέλιξης. Οι Αιγύπτιοι μερικές φορές απεικόνιζαν το ΒΑ σαν ανθρώπινο κεφάλι με φτερά πουλιού.

Το KA είναι το μέρος της συνείδησης σαν εν-συναίσθηση που μένει εδώ στον πλανήτη Γη. Εκπροσωπήθηκε στα ιερογλυφικά ως δύο επεκτάσιμα χέρια φτάνοντας στον ουρανό. Το KA, -ή αλλιώς πνεύμα-, είναι το κομμάτι μας που μπορεί να περιπλανηθεί τις ψευδαισθήσεις του μυαλού.

Με παρακολουθείς ή με έχασες;

-Δεν μπορώ ακόμα να συνδέσω τους Αιγύπτιους με τις Χορδές!

-Βιάζεσαι, αν δεν μάθεις τι προϋπήρξε και που βασιστήκαμε δεν θα κατανοήσεις τι πρέπει να κάνεις εσύ. Δεν θα είσαι παθητικό πειραματόζωο, εσύ ουσιαστικά θα κάνεις την ‘υποστέγαση’ σε μένα. Χμμμ… όχι εσύ ακριβώς αλλά η δική σου χορδή συνείδησης σαν εν-συναίσθηση θα πρέπει να πλησιάσει την δική μου διάσταση για να ‘αγκυροβολίσει’ και να υποστεγαστεί…

-Ορίστε μου; Για ξαναπέστο αυτό σε γλώσσα απλή!

-Άκου λοιπόν και μην προτρέχεις! Μια ζωή το ίδιο βιολί να με σταματάς όποτε σου καπνίσει! Συνεχίζω μην με διακόψεις παρά μόνο αν δεν καταλάβεις κάτι. Θα σηκώσεις δειλά χεράκι, αλλιώς θα σου κόψω την γλώσσα!

Όπως έλεγα οι Αιγύπτιοι κατανοούσαν ότι τα KA και BA, -η ψυχή και η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση ως πνεύμα-, είναι αλληλένδετα. Υπήρχαν συγκεκριμένες πρακτικές που πραγματοποιήθηκαν με βάση την κατανόηση των φυσικών και μη φυσικών χώρων και του χρόνου.

Το ΚΑ, σύμφωνα με τους αρχαίους Αιγυπτίους, περιελάμβανε όλο το γενετικό υλικό και τις κυτταρικές μνήμες από γονείς και προγόνους. Αυτό το γενετικό ‘υπόλειμμα’ της γενετικής και επιγενετικής εμπειρίας μας βοήθησε να μας φτιάξει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δόθηκε φόρος τιμής στους προγόνους, όπως ήταν να υπάρχουν με πολύ πραγματικό τρόπο στη σημερινή μας μορφή. Με τη σωστή συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, είμαστε επίσης σε θέση να αξιοποιήσουμε τα αποθέματα γνώσης και σοφίας.

Ένας λόγος για τον οποίο οι τάφοι του Φαραώ ήταν γεμάτοι με κοσμήματα, τρόφιμα και άλλα προσωπικά αντικείμενα είναι επειδή οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι το ΚΑ θα φέρει φυσικά αντικείμενα που αποκτήθηκαν σε μια ζωή στην επόμενη ζωή, εφόσον υπάρχουν ακόμα εκείνη τη στιγμή. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πιστεύεται ότι και οι ‘ψυχικοί’ ερευνητές μπορούν να κρατήσουν ένα είδος ρούχων ή ένα προσωπικό στοιχείο κάποιου για να καταλάβουν περισσότερα γι’ αυτόν χωρίς ποτέ να τα έχουν συναντήσει. Απλά μαζεύουν σε ίχνη ενέργειας KA.

Το ΚΑ και το ΒΑ έπρεπε να μεταφερθούν με αδιάσπαστο τρόπο στο θάνατο, για να πάρει ένας βασιλιάς τη σοφία του προηγούμενου βασιλιά. Η πρακτική της μουμιοποίησης αποτελεί μέρος αυτής της διαδικασίας. Οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι το ΚΑ θα μπορούσε να διατηρηθεί εάν η αποσύνθεση του σώματος επιβραδύνθηκε.

Επιπλέον, οι αρχαίοι θα προσπαθούσαν να σταματήσουν το ΒΑ να πέσει πίσω στη μετενσάρκωση και το KA να ξαναζήσει μια φαντασία με βάση την προηγούμενη κατάστασή τους.  Το KA έπρεπε να ‘γειωθεί’ και να συντηρηθεί έτσι ώστε να μην κόψει μια αιθέρια σύνδεση μεταξύ BA και KA. Αν αυτό επιτευχθεί με επιτυχία, κάποιος θα γίνει ένας αιθερικός σαμάνος, ικανός να κατευθύνει την ψυχή και το πνεύμα του με συνειδητό τρόπο.

Οι σύγχρονοι τεχνίτες-επιστήμονες είναι απλά οι φαρανοί ιερείς της αρχαίας εποχής… Ένα πράγμα είναι βέβαιο: η αναζήτηση της αθανασίας είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ανθρώπινη ιστορία.

Κι εδώ τελειώνει προς το παρόν ότι είχα να σου πω για τους Αιγύπτιους αλλά σε πολλά από τα επόμενα θα αναρωτιέσαι πόσο προχωρημένοι ήταν εκείνοι, τότε, στο παρελθόν…

-Ε! κάτι έχω διαβάσει κι εγώ σαν φοιτήτρια.

-Η υπόθεση εργασίας ξεκίνησε τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Μπορεί η ανθρώπινη συνείδηση σαν εν-συναίσθηση ​​να είναι μεταβιβάσιμη σε ένα νέο σώμα ή μηχανή, -ρομπότ, cyborg, υπολογιστή ή avatar;  Το δίλλημα που παρουσιάστηκε ήταν αν μπορούμε να μεταφέρουμε τη συνείδηση ​​σαν εν-συναίσθηση και τη μνήμη ενός ανθρώπου ο οποίος να αφήσει το βιολογικό σώμα του χωρίς να δημιουργηθούν δύο ‘εαυτοί’! Με την πρόοδο της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας και την μεγάλη ικανότητα αποθήκευσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στην αρχή η ιδέα της μεταφοράς συνείδησης σαν εν-συναίσθηση σε υπολογιστές τυπικά απεικονίζεται με δύο τρόπους:

Στην πρώτη περίπτωση, η συνειδητή ταυτότητα ‘εξάγεται’ -κατά κάποιον τρόπο-, από τον εγκέφαλο και ‘εγχέεται’ σε έναν υπολογιστή που έχει την ικανότητα για συνειδητή εξομοίωση. Η εξομοίωση ολόκληρου του εγκεφάλου, -WBE Whole brain emulation-, η μεταφόρτωση μυαλού, -MU mind upload-,  ή η μετακίνηση εγκεφάλου, -BU brain upload-,,  που μερικές φορές αποκαλείται αντιγραφή μυαλού -MC mind copying-, ή μεταφορά μυαλού -MT mind transfer-, είναι η υποθετική διαδικασία σάρωσης της διανοητικής κατάστασης συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας μνήμης και του εαυτού αντιγραφή του σε έναν υπολογιστή.

Στην δεύτερη περίπτωση σε πειράματα φιλοσοφικής σκέψης η εγκεφαλική σάρωση θα είναι τόσο λεπτομερής ώστε ολόκληρος ο εγκέφαλος κάτω από κάθε νευρώνα, σύνδεση και υποδοχέας μπορεί να σαρωθεί και να προσομοιωθεί με βίαιη δύναμη σε έναν γιγαντιαίο υπολογιστή.

Η αποτυχία και στις δυο περιπτώσεις ήταν παταγώδης!

-Και η μεταφορά συνείδησης σαν εν-συναίσθηση σε τεχνητό σώμα; Θυμάμαι ακόμα και τα παιδιά να το συζητούν με τον Jim!

-Φαντάζομαι τα γέλια που έκανε! Είναι κάτι ανάμεσα σε κλωνοποίηση και ρομποτική που περιμένουν τον Θεό να μεταφέρει το έμβρυο-εγκέφαλο και μάλιστα ψόφιο και κατεψυγμένο!

Η πρόταση κάποιας ομάδας ήταν να χρησιμοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη και τη νανοτεχνολογία για να αποθηκεύσουν τα δεδομένα των μορφών συνομιλίας, των μοντέλων συμπεριφοράς, των διαδικασιών σκέψης και των πληροφοριών για το πώς λειτουργεί το σώμα ενός ανθρώπου από μέσα προς τα έξω. Αυτά τα δεδομένα θα προσπαθούσαν να τα κωδικοποιήσουν σε πολλαπλές τεχνολογίες αισθητήρων, οι οποίες στην συνέχεια θα προσπαθούσαν να ενσωματώσουν σε ένα τεχνητό σώμα με τον εγκέφαλο ενός αποθανόντος ανθρώπου. Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία κλωνοποίησης, τέλος θα αποκαθιστούσαν τον εγκέφαλο καθώς ωριμάζει.

Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Η εταιρεία ήθελε να παγώσει κρυογονικά τον εγκέφαλο και να τον επαναφέρει σε άλλο τεχνητό σώμα μόλις η τεχνολογία είναι έτοιμη να τον συνδέσει και να τον επιδιορθώσει – υπό την προϋπόθεση πως θα υπάρχει μια μηχανή που μπορεί να περιέχει ένα ανθρώπινο μυαλό και να κρατήσει ζωντανό και να λειτουργεί. Μελλοντολογική sci-fi νουβέλα!

Εδώ θέλω να προσέξεις πως ξεκίνησε το δικό μας μοντέλο προσέγγισης έχοντας πάντα στην άκρη του μυαλού σου τις Χορδές.

-Επί τέλους, Many! Σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μεταφορά δεν γίνεται, σε τεχνητό σώμα δεν γίνεται, εσείς πως τα καταφέρατε;

-Για καθ’ ένα από εμάς, η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, χρησιμοποιεί ένα σώμα-όχημα για να αλληλεπιδράσει. Το φυσικό σώμα μας επιτρέπει να αλληλεπιδράμε με τη φυσική διάσταση. Έχουμε επίσης μη φυσικά σώματα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ενεργειακού μας σώματος. Αρκετοί πολιτισμοί έδειξαν κάποιο επίπεδο κατανόησης των μη φυσικών ενεργειών και πολλά ονόματα χρησιμοποιήθηκαν για να τα αναφέρουν, για παράδειγμα, το chi, το prana, την ζωτική ενέργεια και το orgone.

Εμείς, η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση του καθ’ ενός μας, μπορούμε επίσης να έχουμε εμπειρίες έξω από το φυσικό σώμα και να αλληλεπιδράσουμε με το ‘ψυχοσωμάτιο’ σε αυτή τη διάσταση. Θα βρούμε πολυάριθμες αναφορές και ονόματα που αποδίδονται σε αυτή την εμπειρία: αστρικό ταξίδι, αστρική προβολή, πνευματικό ταξίδι, για να αναφέρουμε μερικά. Θυμήσου πως η συνείδηση ​​σαν εν-συναίσθηση μπορεί να αλληλεπιδράσει σε πολλαπλές διαστάσεις, άρα είμαστε πολυδιάστατοι.

Ένας άλλος πυλώνας του συνειδησιακού παραδείγματος είναι η θεωρία των πολλαπλών ζωών. Το φυσικό σώμα έχει μια περιορισμένη ύπαρξη και ορίζει ‘μία ζωή’ όπως την γνωρίζουμε, σε αυτή τη φυσική διάσταση. Η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, ωστόσο, δεν παύει να υπάρχει μετά το θάνατο του βιολογικού σώματος. Εμείς, η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, θα ζήσουμε, αλλά σε μια μη φυσική διάσταση, μέχρι την επόμενη φυσική ζωή.

Μόλις κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως μια πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, μπορούμε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πως μπορούμε να μάθουμε και να μεγαλώσουμε σε αυτό το πλαίσιο. Η εξέλιξη της συνείδησης σαν εν-συναίσθηση είναι μια διαδικασία που ξεπερνά μια ζωή και περιλαμβάνει την πολυπλοκότητα των εμπειριών του παρελθόντος και των σχέσεων του παρελθόντος. Η αυτογνωσία, η αμφισβήτηση, η συλλογιστική και οι προσωπικές εμπειρίες με άλλες διαστάσεις αποτελούν βασικά στοιχεία αυτής της διαδικασίας.

Μελετώντας τον ‘εαυτό’, διερευνώντας τον μη φυσικό κόσμο, τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, του πεπρωμένου, του κάρμα και της πνευματικής ζωής, συχνά αντιμετωπίζονταν από τη θρησκεία, τις μυστικές παραδόσεις ή τον αποκρυφισμό σε όλη την ιστορία. Η πρόταση της συνειδητολογίας, ωστόσο, είναι να μελετήσει τη συνείδηση ​​σαν εν-συναίσθηση με την επιστημονική μέθοδο και να παραμερίσει κάθε μορφή πίστης, δογματισμού, ιερών εννοιών ή παραδόσεων.

Το φυσικιστικό-υλιστικό μοντέλο που επικρατεί στη συμβατική επιστήμη αποκλείει τα μη φυσικά φαινόμενα και συχνά υιοθετεί τη θεωρία ότι εμείς, η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση, είμαστε ένα υποπροϊόν του εγκεφάλου, της γλώσσας και του πολιτισμού μας. Το συμβατικό παράδειγμα στοχεύει να εξηγήσει το σύμπαν από την άποψη της φυσικής ύλης και της φυσικής ενέργειας μόνο.

Επομένως, η συνειδητολογία πρέπει να βασίζεται σε ένα διαφορετικό παράδειγμα, το οποίο σημαίνει ότι η βάση της συναισθησιολογίας είναι διαφορετική. Το συναισθηματικό πρότυπο περιλαμβάνει τη φυσική ύλη και τη φυσική ενέργεια, αλλά περιλαμβάνει επίσης τη συνείδηση σαν εν-συναίσθηση ​ και τις μη φυσικές ενέργειες ως ουσιαστικά στοιχεία για να καταλάβουμε τι συμβαίνει μαζί μας και γύρω μας.

Η συνειδησιολογία είναι επιστημονική συνείδηση σαν εν-συναίσθηση ​​και σκοπεύει να αντιληφθεί την εξέλιξη της συνειδητότητας σε πολλές ζωές και πολλές διαστάσεις.

Το ενεργειακό μας σώμα, -το ενεργόσωμα-, είναι ένα πολύπλοκο μη φυσικό σώμα που μας επιτρέπει να αντιλαμβανόμαστε, να εργαζόμαστε και να επικοινωνούμε μέσω βιοενέργειας. Το ενεργόσωμα είναι ένα όχημα εκδήλωσης της συνείδησης σαν εν-συναίσθηση, με άλλα λόγια, μας επιτρέπει να αλληλεπιδράμε ενεργά με τους άλλους και με την ενεργειακή διάσταση όπου κι αν είμαστε.

Η κατάσταση δόνησης είναι μια προϋπόθεση που μπορούμε να φτάσουμε με το ενεργειακό μας σώμα. Όπως δείχνει το όνομα, η αίσθηση κατά τη διάρκεια της κατάστασης-δόνησης είναι ότι ολόκληρο το σώμα σας δονείται, μέσα και έξω.

Δόνηση, δηλαδή ταλάντωση, δηλαδή μια χορδή παλλόμενη! Η συνείδησή μας είναι μια ομάδα συνδεδεμένων παλλόμενων κλειστών χορδών που σαν κλειστές μπορούν να μεταπηδούν, να ταξιδεύουν σε διάφορες διαστάσεις. Αυτό δεν γίνεται άλλωστε με την  εξωσωματική εμπειρία της αστρικής προβολής, αστρικής μεταφοράς, αστρικού ταξιδιού, αποσύνδεση των σωμάτων, πες το όπως θέλεις;

Αυτό που συμβαίνει είναι πως απαγκιστρωνόμαστε φεύγουμε από το σώμα και  υπάρχει μια προβολή, -μεταφορά-, του εαυτού μας, της συνείδησή μας από το φυσικό σώμα στο μη φυσικό σώμα. Είναι στην πραγματικότητα μια προβολή του εαυτού μας, μια προβολή της συνείδησης σαν εν-συναίσθηση που κάποιοι αποκαλούν ψυχόσωμα ή συναισθηματικό σώμα σε αντίθεση με το φυσικό ή υλικό σώμα. Αυτή η αποκοπή και προβολή σε άλλες διαστάσεις και στην συνέχεια η προσωρινή ‘υποστέγαση’ σε άλλο σώμα,  -γιατί σαν κλειστή χορδή που είναι δεν θα μείνει εκεί για πάντα-, είναι η αρχή που μελετήσαμε, ερευνούμε και πειραματιζόμαστε με τον Jim…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Αμερική, ξανά

   ε. Tucson, Δευτέρα 15/03/2031

Δευτέρα χαράματα φτάσαμε στο πανεπιστήμιο, τρυπώσαμε στο εργαστήριο και κλειδωθήκαμε σαν τους κλέφτες. Το Σαββατοκύριακο πέρασε με διδαχή και ψυχολογική προετοιμασία και πολύ σιωπή αλλά όχι φόβο. Ούτε μια στιγμή δεν αναρωτήθηκα τι μπορούσε να μου συμβεί αν κάτι πήγαινε στραβά. Τι χειρότερο απ αυτήν την απέραντη μοναξιά, την απόγνωση, το κενό; Κι αν κάτι πήγαινε στραβά εκεί που θα κατέληγα θα ήταν με τους αγαπημένους μου.

-Είσαι σίγουρη πως θέλεις να το κάνουμε;

-Απόλυτα!

-Να το αναβάλλουμε μήπως να το σκεφτείς και πάλι;

-Θα το κάνουμε σήμερα, είμαι έτοιμη! Άλλωστε όσο το αναβάλλουμε χάνουμε χρόνο!

Με πήρε αγκαλιά και με έσφιξε μέχρι που ένιωσα να πονούν τα κόκκαλα μου. ‘Μανώλης ο συσφιγκτήρας’ τον έλεγα τότε που ήμασταν παιδιά. Μανώλης ο καλύτερος αδελφός του κόσμου που με έσφιγγε στην αγκαλιά του και γινόταν η πανοπλία μου και κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να μου κάνει κακό. Μανώλης προστασία στα δύσκολα, Μανώλης πολυαγαπημένος αδελφός…

Ο αδελφός μου άναψε τον ‘καταγραφέα’ του εργαστηρίου, -κάτι σαν μαύρο κουτί των αεροπλάνων τον εικοστό αιώνα-, που κρατούσε κάθε πράξη και λόγο των συμβάντων σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά με το πείραμα.  

-Μόλις άναψα τον καταγραφέα του εργαστηρίου 47, καθηγητής Many Fotiou παρών, καθηγητής Jim Anderson δεν βρίσκεται στον χώρο. Στο εργαστήριο μαζί μου είναι η αδελφή μου και σύζυγος του συνεργάτη μου  Detra Fotiou-Anderson που πρότεινε αυτοβούλως να πάρει μέρος στο πείραμα μεταφοράς συναίσθησης σαν εν-συναίσθηση. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται ανώτατα θηλαστικά και τα υποκείμενα είναι η αδελφή μου κι εγώ σαν πομπός και δέκτης αντίστοιχα. Σήμερα είναι Δευτέρα, δεκαπέντε Μαρτίου 2031.

Να ξαναπούμε την διαδικασία; Αν κάποια στιγμή νιώσεις πως κάτι πάει λάθος αποσύρεις τον δεξί δείκτη από την σύνδεση με το HNRSPS -holographic nano robotic storing and projection space, ολογραμμικό νάνο ρομποτικούς χώρο αποθήκευσης και προβολής. Θα σε βγάλω αμέσως απ την κυψελοειδή κάψουλα προστασίας.

-Είμαι έτοιμη, πάλι τα ίδια θα λέμε;

Άναψε τα φώτα στο εργαστήριο και πάτησε το κουμπί λειτουργίας της κάψουλας. Κάθισα όσο πιο άνετα μπορούσα περνώντας το δεξί μου χέρι μέσα στον διαφανή στρογγυλό υποδοχέα που τύλιγαν οι ολογραμμικές ακτίνες. Ο Many κατέβασε τον αντίστοιχο υποδοχέα και κάλυψε το κεφάλι μου. Έβλεπα την αγωνία του και του χαμογέλασα για να μας δώσω θάρρος.

-Ξέρεις εκείνο το πρωινό ξαφνικά θα μπει η συνείδησή σου στον εγκέφαλό μου. Θα μου μιλήσεις και θα φρικάρω, το ξέρω πως θα φρικάρω. Θα μου πεις: Many, είμαι η αδελφή σου η Detra, το πείραμα πέτυχε, γύρισα σε άλλο επίπεδο πίσω σαν σύνολο συνειδησιακών σαν εν-συναίσθηση χορδών. Κοίτα, τρελαίνεσαι αργότερα αλλά τώρα, τώρα όμως, μου τηλεφωνείς στο σπίτι. Και πρόσεξε, ουρλιάζεις, πρέπει να σε πιστέψω πως υπάρχει σοβαρός λόγος ο Jim  με τα παιδιά να μην στρίψει δεξιά στην Shannon αλλά αριστερά. Ακόμα καλύτερα να μην φύγουν απ το σπίτι καθόλου μέχρι τις δέκα το πρωί κι ας χάσουν τα παιδιά τις πρώτες ώρες μάθημα.

-Ξέρω τι θα σου πω και πως θα σε πείσω πως είμαι εγώ!

-Αυτό φοβάμαι!

-Όταν γυρίσω θα πρέπει να πάμε πιο πίσω, πολύ πιο πίσω. Πρέπει να πάμε με το ζόρι την Claire για εξετάσεις. Μα τότε θα είναι μαζί σου ο Jim και θα βρείτε πρωτόκολλα λειτουργίας πιο σωστά…

-Το σώμα σου θα είναι εδώ να σε περιμένει με όλες τις λειτουργίες κανονικές θα είσαι σε μια επιλεγμένη ύπνωση.

-Και πως ξέρω πότε θα ‘επιστρέψω’;

-Αυτό θα το κάνω εγώ μέσα απ τον ολογραμμικό νάνο ρομποτικό χώρο αποθήκευσης και προβολής.

-Είμαι έτοιμη!

Γύρισε και με κοίταξε άλλη μια φορά ενώ πατούσε τα πλήκτρα προγραμματισμού.

-Σίγουρη;

-Απόλυτα!

-Σου χορηγώ ένα πολύ ελαφρό ηρεμιστικό, υπάρχει περίπτωση να υποστείς ένα σοκ την στιγμή της μεταφοράς…

-Θα με στείλεις μαστουρωμένη; Α τι καλά! Μα δούμε το σοκ το δικό σου όταν σου κάψω φλάτζες!

-Όταν γυρίσεις έχεις πολλά να μου πεις ε; Όλα όσα ο Jerry  και ο Terry δεν μπορούν να μου πουν. Πως νιώθεις;

-Έτοιμη και ήρεμη!

-Ξεκίνα να μετράς, μετράς από το ένα μέχρι το δέκα και κάπου εκεί πριν το δέκα θα έχεις ‘απαγκιστρωθεί’!

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, … οχτώ, ουάου Many δονούμαι, το μέσα μου όλο πάλλεται αλλά νομίζω πως το σώμα μου δεν αντιδρά…

Εννιά,… αλλά νομίζω πως το δέκα ήδη έχει περάσει.

Many με ακούς; Πάλλομαι και ανυψώνομαι. Συστρέφομαι και σε κοιτώ, είσαι δίπλα μου, -χμμμ διορθώνω δίπλα απ το σώμα μου-, και μου χαϊδεύεις το μάγουλο. Αυτό πρέπει να είναι το near death experience… Μιλάω δυνατά στο μυαλό μου ελπίζω να τα αποκωδικοποιήσεις και να μ’ ακούσεις όταν τελειώσουμε. Έτσι κι αλλιώς θα στα πω κι εγώ όταν γυρίσω.

Κάτι συμβαίνει, κάτι με γυρίζει με στριφογυρίζει, όλο και πιο γρήγορα, νιώθω πως διαχέομαι, σκορπώ… Μουσική και φως και αρμονία, όχι δυνατά, αλλά το Σύμπαν τελικά είναι αρμονία κι εγώ είμαι ένα τίποτα εντός του. Συγχρονίζομαι με τις υπόλοιπες Χορδές, συγχρονιζόμαστε θα έπρεπε να πω, δεν είμαι από ύλη είμαι ένα σύνολο αδελφών χορδών που ταξιδεύουν μέσα στην Μουσική των Χορδών και το Φως, βροχή από Φως!

Κάτι μας τραβάει, κάτι δυνατό, κάτι ω! σκοτάδι, άβολα, δεν μ’ αρέσει… Η απαγκίστρωση ήταν ωραίο συναίσθημα, η υποστέγαση είναι άσχημη, λες και προσπαθώ να μπω σε κλειστό στρείδι. Many, άνοιξε το Εγώ σου να μπω!

Many, μ’ ακούς;

Σκοτάδι… Κοιμάσαι! Καλά τι ώρα με έστειλες να μπω μέσα σου;  Many, ξύπνα, ήρθα να σου κάψω φλάτζες σήμερα!

Many!

Many;

Μανώλη; ΟΚ, περιμένω να ξυπνήσεις προφανώς στα όνειρα δεν ‘ακούς’ τους καταληψίες του εγκεφάλου σου και εσωτερικές φωνές!

 

Advertisements