ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ: ΣΥΝΕΞΕΛΙΞΗ ΕΝΤΟΣ

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   α. Padova, Κυριακή 14/10/1979

  1. i. Το παρελθόν, το μέλλον, το σήμερα

-Είναι μάλλον απίθανο τα πράγματα να γίνουν χειρότερα απ όσο ήδη φαίνονται, αναστέναξε η κυρία Αναστασία, -ή η ύπαρξη που φιλοξενείται στο για δέκατα του δευτερολέπτου νεκρό σώμα της Αναστασίας. Θα τα πούμε σύντομα μικρή Φημονόη, χρειάζομαι χρόνο να σκεφτώ, να θυμηθώ λεπτομέρειες που ίσως να βγάλουν νόημα στο σύντομο μέλλον.

Μετά το ‘κλικ’ του ακουστικού στο τηλέφωνο απόλυτη σιωπή. Σχεδόν φοβόμουν να ρωτήσω αν η Δήμητρα είναι ακόμα εντός μου.

-[Είμαι ακόμα εδώ και θέλω να κλάψω, μπορώ να δανειστώ τα δάκρυά σου;]

-[Που τέτοια τύχη να σε ξεφορτωθώ, ε;]

-[Μπα, δεν τα καταφέρνεις καλά…]

-[Δεν καταφέρνω τι;]

-[Να προσποιηθείς πως αδιαφορείς για την τύχη μου…]

-[Γαμώτο σου ρε Δήμητρα, γαμώτο σου κι εσένα και του αδελφού σου! Πόσο πολύ αδιαφορήσατε για τις επιπτώσεις πάνω σας και πάνω σε άλλους ανθρώπους;]

-[Πάνω μας; Τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί; Έχασα τον άνδρα που μ’ έκανε να χαμογελάσω ξανά, έχασα τα παιδιά μας, έχασα την ανεψιά μου, έχασα ότι είχε σημασία και μ’ έκανε να αγαπώ την ζωή! Ο  Many έχασε την αγάπη του και την μονάκριβή του. Κι εσύ μιλάς για επιπτώσεις; Τόσα ζευγάρια  Τζερο-Τέρυδες στο εργαστήριο έκοβαν σουλάτσο στα κλουβιά τους, συνταξιοδοτημένοι με ένα τεράστιο απόθεμα ποιοτικής τροφής για ποντίκια! ΄Ολοι μια χαρά στην υγεία τους, καμιά προφανής επίπτωση, γιατί μ’ εμένα και τον Many να συμβεί κάποιο λάθος;]

-[Να που έγινε όμως η στραβή! Και δεν ξέρουμε καν τι θα σου συμβεί στο άμεσο μέλλον! Και οι δυο επιπτώσεις δεν είναι καθόλου ευχάριστες.

Στην πρώτη περίπτωση θα στροβιλίζεσαι σε Σύμπαντα, θα υποστεγάζεσαι σε κάθε Δάφνη που θα είναι το θύμα σου σε κάθε Σύμπαν που θα πέφτεις μέσα του. Κι όταν σιγά-σιγά θα χαλαρώνει η υποστέγαση, θα απαγκιστώνεσαι και θα την αφήνεις τραυματισμένη ψυχικά και τρομοκρατημένη ν’ αναρωτιέται αν είναι σχιζοφρενής, ή αν ήσουν ένα κακό όνειρο! Πόσες ‘Δάφνη’ θα πάρουν ψυχοφάρμακα εξ αιτίας σου, σε πόσες ‘Δάφνη’ θα κάνουν ηλεκτροσόκ;

Στην δεύτερη περίπτωση θα πεθαίνεις μέσα στην Δάφνη κάποιων άλλων Συμπάντων, -ίσως και σε μένα- και το αντίγραφό σου δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στο πρωτότυπο του. Κι αυτή η Δάφνη, η κάθε ‘εγώ-Δάφνη’ θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της με εντός της μια νεκρή-συνείδηση-φάντασμα!

Κάποια στιγμή θα ανακαλύψουν πως ο αδελφός σου χρησιμοποίησε το εργαστήριο παράνομα και έκανε χρήση των ερευνητικών αποτελεσμάτων αντιδεοντολογικά και θα τον συλλάβουν. Όλα τα Σύμπαντα που θα ξεκινούν εκείνη την στιγμή της απόσχισης δεν θα ενέχουν την παρουσίαση των Anderson και Fotiou στο επιστημονικό συνέδριο του University of Arizona τον Μάιο του 2035. Όχι πως θα έχει και μεγάλη σημασία για μένα, εγώ τότε θα είμαι -αν ζω-, εβδομήντα πέντε χρονών ραμολιμέντο!

Ξέρεις κάτι Δήμητρα; Μην τολμήσεις να απαντήσεις, μην τολμήσεις να μου ζητήσεις συγνώμη, μην τολμήσεις να με κρίνεις με το ‘υπεράνω’ υφάκι της πανεπιστημιακού που χρησιμοποίησες μέχρι τώρα για μένα. Και κυρίως μην προσπαθήσεις να μου συμπαρασταθείς ή να μου πεις πόσο πολύ ξέρεις ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι σε αντίθεση μ’ εμένα. Εγώ, είμαι αυτό που είμαι. Ποτέ δεν προσποιήθηκα πως είμαι κάτι καλύτερο ή σημαντικό απ την μικρομεσαία και προβληματική γκόμενα που την πηδάνε και την πετάνε σαν μισοκαπνισμένο τσιγάρο…

Και τώρα, αγαπητή κυρία Detra-του-κώλου θα μου επιτρέψεις να φέρω ένα μπουκάλι grappa από κείνο το καλό που μου φέρνει ο Raimondo για να ‘κατεβάζει’ τις αναστολές μου. Θα μου επιτρέψεις, -και δεν θέλω άχνα-, να ανάψω κι εκείνον τον Σικελιάνικο ‘τσιγαριλίκι’ που βρήκα σε καλή τιμή. Αν δεν σ’ αρέσω, χέστηκα, άδειασέ μας την γωνιά, χάρη θα μου κάνεις. Δεν σε κάλεσα, δεν σε θέλω, κι ελπίζω μέχρι αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω για να ζήσω άλλη μια μίζερη μέρα, να έχεις ξεκουμπιστεί από μέσα μου και να σε τραβούν και να σε σκίζουν σε χιλιάδες κομμάτια τα Σύμπαντα που πρόδωσες!]

Όσο περνούσε ο καιρός ‘φτιαχνόμουν’ όλο και πιο δύσκολα κι χρειαζόμουν μεγαλύτερες ποσότητες και πιο δυνατές ουσίες. Είχα ξεπεράσει τα όρια του περιστασιακού χρήστη εδώ και καιρό, απλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ…

Κοιμήθηκα, -έπεσα λιώμα-, στο τραπέζι της κουζίνας αλλά ξύπνησα το ξημέρωμα στο κρεβάτι μου σκεπασμένη με την αγαπημένη μου κουβέρτα. Πήγα στην κουζίνα χωρίς να ανάψω το φως του υπνοδωματίου και κάθισα στην άκρη της καρέκλας έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Ο Άτλαντας είχε εξαφανίσει το υπόλοιπο του τσιγάρου μου με μυρωδάτο χασίσι και το μπουκάλι ήταν άδειο και πεταμένο στα σκουπίδια. Το τραπέζι στρωμένο και ένα σημείωμα στην ψωμιέρα. «Σου έφερα σουτζουκάκια με πατάτες τηγανητές, έχω κόψει χωριάτικη και έχει κεκάκι και παγωτό. Θα φας κι ας μην πεινάς, έτσι;»

Κάποιος μ’ αγαπούσε ακόμα έστω κι αν εγώ η ίδια δεν αγάπησα ποτέ τον εαυτό μου…

Κάποιος μ’ αγαπούσε, -ποιος ξέρει τι να έβλεπε σε μένα-, αλλά εγώ είχα πιάσει πάτο και δεν είχα το κουράγιο να απλώσω το χέρι ζητώντας βοήθεια…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   β. Padova, Δευτέρα 15/10/1979

  1. ii. Η επόμενη μέρα

Εκείνο το υπόλοιπο της νύχτας δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ξανά. Σχεδόν στα σκοτεινά με την πρώτη ανάσα της μέρας, -μιας μέρας που έκλαιγε βροχή-, και με το χλωμό φως της λάμπας του στύλου απέναντι, έφτιαξα μια κούπα αχνιστό Ελληνικό και κάθισα στην καρέκλα μου μπροστά στο τραπέζι που έβλεπε στο μπαλκόνι. Μια θέση που ενάμιση χρόνο τώρα μ’ άφηνε να ρίχνω ματιές στον έξω κόσμο μιας και δεν τολμούσα να κοιτάξω τον έσω μου.

Ένιωθα θλίψη, μια θλίψη στα όρια του πόνου και δεν ήξερα αν ήμουν εγώ ή η Δήμητρα που θρηνούσε, ή κι οι δυό μας. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως αυτό που συνέβαινε ήταν αληθινό και όχι ψευδαίσθηση. Δεν ήμουν σχιζοφρενής, δεν έπασχα από την συγκεκριμένη διαταραχή, -σίγουρα έπασχα από πολλά άλλα, όχι όμως από σχιζοφρένια!

Για άλλη μια φορά στην ζωή μου τα είχαν κάνει μαντάρα. Σαν φοιτήτρια ήμουν μια αποτυχία. Τα έξοδά μου όλα τα είχε αναλάβει ο Χριστόφορος, ο πατέρας μου. Και δεν ήταν λίγα, ενοίκια, ηλεκτρισμός, ύδρευση, διατροφή, εισιτήρια, διασκέδαση. Η μάνα μου η Κατερίνα πλήρωνε τα δίδακτρα και τα βιβλία και ότι είχε σχέση με τις σπουδές μου. Κι εγώ τους ξεπλήρωνα με ψέματα. Από τα εφτά μαθήματα του πρώτου χρόνου πέρασα μόνο τα δυο κι αυτά με τον χαμηλότερο βαθμό. Φυσικά φρόντισα να ‘ξεχάσω’ στο σπίτι στην Padova το libretto universitario dello studente, -το φοιτητικό βιβλιάριο-, αλλά φρόντισα να βγάλω μια φωτοτυπία του που ‘κατά τύχη’ βρέθηκε σε μια καλοκαιρινή τσάντα μου στον πάτο της βαλίτσας που έφερα στο σπίτι μου στην Ελλάδα τον Ιούλιο. Απέφυγα φυσικά να εξηγήσω πως το εξώφυλλο μεν ήταν με τα δικά μου στοιχεία, ενώ τα έξι απ τα εφτά μαθήματα που ‘είχα περάσει’ ήταν φωτοτυπία των εσωτερικών σελίδων από το βιβλιάριο μιας Ιταλίδας συμφοιτήτριας στο Università degli Studi di Padova, Istituto di Psicologia, Corsi di Laurea in Psicologia, -Πανεπισήμιο Σπουδών της Παδούης, Ινστιτούτο Ψυχολογίας, Μαθήματα Αποφοίτησης στην Ψυχολογία.

Κάθε φορά που οι γονείς μου περήφανοι έδειχναν την φωτοτυπία των σπουδών μου και των κόπων μου σε συγγενείς και φίλους μισούσα τον εαυτό μου και ευχόμουν κάποιος να καταλάβει την απάτη. Η καρδιά και το μυαλό μου ορκίζονταν πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα εξαπατούσα ακόμα και τον ίδιο μου τον εαυτό και πως απ αύριο θα ξυπνούσα απ τις οχτώ το πρωί και θα διάβαζα τουλάχιστον για ένα εξάωρο, αλλά δεν είχα κρατήσει την υπόσχεσή μου ούτε μια φορά όλο το καλοκαίρι. Με τον Άτλαντα γυρίσαμε στην Padova στα μέσα Αυγούστου για να προετοιμαστώ να δώσω ένα-δυό μαθήματα, αλλά τηλεφώνησα στον Raimondo την δεύτερη μέρα της επιστροφής μας κι εκείνος ήρθε να με βρει μισή ώρα αργότερα κουβαλώντας ένα σωρό καλούδια: Grappa, χασίσι και μπόλικα προφυλακτικά. Δεν πέρασα κανένα μάθημα, δεν πήγα να δώσω κανένα μάθημα, στην ουσία δεν διάβασα καθόλου κι ας υποτίθεται πως ο Raimondo σχεδόν μετακόμισε μαζί μου για να με βοηθήσει στο διάβασμα. Μείναμε ένα μήνα μαζί κάνοντας όπως και τους τελευταίους μήνες της προηγούμενης σχολικής χρονιάς ασταμάτητα αχαλίνωτο σεξ σε κάθε στάση και κάθε ιδιαιτερότητα που δεν θα τολμούσε να ζητήσει απ την επίσημη αγαπημένη, -εκείνη που οι γονείς του θεωρούσαν Αγία… Δεν ξέρω αν ήμουν ερωτευμένη με τον Raimondo, κατά βάθος ήξερα πως εκείνος δεν ήταν ερωτευμένος μαζί μου, ήμουν όμως η τέλεια πουτάνα στο κρεβάτι, -όπως με αποκαλούσε-, έτοιμη να δοκιμάσω οτιδήποτε μου ζητούσε ή βλέπαμε σε τσόντες και πορνοπεριοδικά που είχε γεμίσει το κρεβάτι μου. Δεν ήμουν τελικά ερωτευμένη με τον Raimondo, ήμουν ερωτευμένη μ’ αυτό που ήθελα να είναι ο Raimondo: ένα τρυφερό αγόρι που θα με κοιτούσε στα μάτια και θα μου χάιδευε το πρόσωπο περνώντας τα μαλλιά μου πίσω απ τ’ αυτιά, φιλώντας μου την άκρη της μύτης παιχνιδιάρικα και αγκαλιάζοντάς με όλο το βράδυ σφιχτά πάνω στη στήθος του όσο εγώ μετρούσα τις ανάσες και το χτυποκάρδι του σαν ψιθύριζε τ’ όνομά μου.

Ούτε ο Άτλαντας έδωσε κάποιο μάθημα, -έτσι κι αλλιώς τα είχε περάσει όλα πριν το καλοκαίρι. Ήρθε μαζί μου τον Αύγουστο για να μην μείνω μόνη και για να υπάρχει κάποιος στο διπλανό διαμέρισμα όταν χρειαζόμουν παρέα και ίσως να μου τηγανίζει ένα αυγό γιατί ήμουν πολύ τεμπέλα ακόμα και για να μαγειρέψω.

Βλεπόμασταν κάθε φορά που βγαίναμε στα μπαλκονάκια μας. Όλο το καλοκαίρι είχαμε το τραπέζι στα διπλανά μπαλκόνια και με το που έπεφτε ο ήλιος βγάζαμε καρέκλες και πιάναμε κουβεντολόι συχνά-πυκνά αναφερόμενοι στην συχνότητα και την συντομία των επισκέψεων στα ‘κορίτσια’ της πολυκατοικίας.

Ήταν τέλη Αυγούστου, έσκαζε ο τζίτζικας και ο Raimondo βγήκε στο μπαλκόνι κουβαλώντας την καρέκλα του χωρίς να ανάψει το φως. Ετοίμασα δυο φραπέ με τόσα παγάκια που το εξωτερικό των ποτηριών να ιδρώνει και να κάνει λιμνούλα γύρω τους στο τζάμι του γυάλινου τραπεζιού.

-Μην φέρνεις δεύτερη καρέκλα, θέλω να σε έχω αγκαλίτσα τον άκουσα να με πειράζει.

Μπορεί για τους άλλους να ακουγόταν μια τρυφερή πρόταση ενός αγοριού στο κορίτσι του, αλλά για μας ήταν προεόρτια του τι θα ακολουθούσε μόλις μπαίναμε στο σπίτι. Τις πιο πολλές φορές ούτε καν προεόρτια μιας και στα σκοτάδια αγγιζόμασταν και κάναμε πολλά που θα έπρεπε να είναι πολύ προσωπικά ενός ζευγαριού που δεν έπρεπε να γίνονται σε μπαλκόνια.

Κάθισα πάνω του να κοιταζόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο. Μου χάιδεψε το στήθος και μου δάγκωσε τον ώμο πειρακτικά.

-Έι, με πονάς, έκανα δήθεν παραπονιάρικα…

-Θέλω να σε πονέσω ξανά και ξανά, θέλω να σε σκίσω και να ουρλιάζεις!

-Όλο υποσχέσεις είσαι… Του δάγκωσα την βάση του λαιμού. Ήξερα πως δεν θα τον πείραζε, η Donatella έλειπε με τον μπαμπά και την μαμά της για σαφάρι στην Αφρική και μέχρι να επέστρεφαν τα σημάδια δεν θα υπήρχαν.

-Πήρες αέρα και με δαγκώνεις πουτανίτσα!

-Δεν μπορείς να φανταστείς που μπορώ να σε δαγκώσω…

-Μωρό μου, το θέλω πολύ, θέλω να με πονέσεις και θέλω να σε πονέσω κι εσένα και την Bella…

-Ορίστε; Ποια Bella;

-Την Bella, την ‘από κάτω’ σου, αυτή που μόλις γύρισε με πελάτη…

-Αυτή είναι travestito!

-Γι αυτό θα την πονέσω, γι αυτό και γιατί εκείνη θα πονέσει εσένα! Το σκέφτομαι συνέχεια, σας θέλω και τις δυο τόσο πολύ, τόσο πολύ που πονάω κάθε φορά που το σκέφτομαι και δεν το κάνουμε!

Έμεινα σιωπηλή, αποσβολωμένη δεν ήξερα καν αν ένιωθα προσβεβλημένη ή αν ακόμα κι αυτό δεν ήταν αρκετό να αποτυπώσει το σοκ και την απέχθειά μου. Όταν ξεκινήσαμε το παιχνίδι με τα προστυχόλογα πίστευα πως ήταν λιγάκι αστείο, λιγάκι δείγμα οικειότητας, λιγάκι λόγια του αέρα.

-Να την φωνάξουμε να μας κάνει παρέα μόλις την δούμε να βγαίνει με τον πελάτη; Έλα μωρό μου θα σ’ αρέσει…

-Όχι Raimondo, όχι δεν το βρίσκω καλή ιδέα.

-Έλα μωρό μου το θέλω τόσο πολύ!

-Εγώ δεν το θέλω, δεν μ’ αρέσει η ιδέα να σε μοιράζομαι.

-Εγώ θέλω να σε μοιράζομαι, θέλω να σε βλέπω να κάνεις βρώμικα με έναν γυναικωτό. Σκέψου θα σου κάνει αυτό που του κάνουν για να πληρωθεί κι εγώ θα σας βλέπω. Και μετά…

-Δεν θέλω να ξέρω τι σκέφτεσαι!

Με άρπαξε απ τα μπράτσα και με ακινητοποίησε καθισμένη πάνω του δευτερόλεπτα πριν σηκωθώ από την αγκαλιά του ενοχλημένη.

-…Και μετά ενώ εκείνη θα σ’ έχει, εγώ θα την πάρω!

– Raimondo το αστείο τέλειωσε! Ως εδώ, τέλειωσε, φτάνει, άσε με να σηκωθώ.

-Πουτανάκι, θα σηκωθείς μόνο όταν το επιτρέψω εγώ. Εγώ, ο αφέντης σου. Κι ο αφέντης αποφάσισε πως θέλει να σε τιμωρήσει.

Τα μάτια του άστραφταν σαν του αφιονισμένου όση ώρα με βίαζε στο μπαλκόνι μου. Κανείς δεν μας είδε, κανείς δεν μας άκουσε, ο Άτλαντας είχε πάει σινεμά με την Τίνα. Ο Άτλαντας δεν ήταν εκεί να με σώσει.

Όταν τέλειωσε με την τιμωρία μου -μιας και του αντιμίλησα-, με πήρε αγκαλιά και με πήγε στο κρεβάτι μου. Με φίλησε τρυφερά, με χάιδεψε για ώρα και στο τέλος μου ψιθύρισε στο αυτί:

-Αγαπούλα μου, ήταν το πιο όμορφο παιχνίδι μας αυτό το αποψινό. Πεθαίνω όταν η φαντασία σου μας οδηγεί σε τέτοια μονοπάτια. Σε θέλω τόσο πολύ, σε λατρεύω, πρέπει να βρω έναν τρόπο  να χωρίσω με την Donatella και να είμαστε για πάντα μαζί. Πρέπει να βρω έναν τρόπο που να μην ταράξει τις καλές σχέσεις των οικογενειών μας. Κάτι που να δείχνει πως εκείνη μ’ απάτησε ας πούμε, κάτι που εμένα να με δείχνει το αθώο θύμα! Λες ο μαλάκας ο φίλος σου να τα καταφέρει να την ‘ρίξει’ στο κρεβάτι του και να της πάρουμε μια δυο φωτογραφίες μαζί του; Έι! φέρτον απόψε στο κρεβάτι σου και ζήτησέ του την χάρη!

-Μην τολμήσεις να βάλεις τον Άτλαντα σε τέτοια βρώμικα σχέδια, αν το κάνεις…

-Αν το κάνω τι; πουτανάκι μου… Ποιος θα σε πιστέψει αγαπούλα; Ποιος θα πιστέψει πως με ‘πήρες’ έστω και μια φορά; Όλοι ξέρουν πως είσαι μια συμφοιτήτρια που βοηθάω γιατί σε λυπάμαι που δεν μπορείς να σταυρώσεις μάθημα! Και κάτι άλλο πουτανάκι-αγαπούλα μου: Την επόμενη φορά που θα ζητήσω να φωνάξεις έναν travestito όχι μόνο θα μου τον φέρεις αλλά θα τον πληρώσεις για όλο το βράδυ. Η φαντασία μου ονειρεύεται πολλά για ομαδικό σεξ κι εσύ πρωταγωνιστείς σε πολλά από τα όνειρά μου…

Έφυγε το επόμενο πρωί αφού όλο το βράδυ ήταν περιποιητικός και τρυφερός, ο τέλειος τζέντλεμαν, όχι ο βιαστής αλλά ο άνδρας που λατρεύει το κορίτσι του.

Τις επόμενες μέρες εξαφανίστηκα, δεν απαντούσα στα τηλέφωνα, δεν άνοιξα την πόρτα μου όποιος κι αν χτυπούσε το κουδούνι. Άφηνα το κλειδί πάνω στην πόρτα κι όταν ερχόταν ακόμα και ο Άτλαντας με το αντικλείδι του απαντούσα πως διάβαζα και ήθελα τον χρόνο μου. Μέχρι που ένα βράδυ άκουσα τον Raimondo να σιγοψιθυρίζει πίσω απ την διπλο-κλειδωμένη μου πόρτα.

-Αγαπούλα αν δεν ανοίξεις θα πω στον Άτλαντα πως μου ζήτησες να ‘παίξουμε’ οι τρεις μας και δεν ξέρω πώς να σε λογικέψω!

Αναγκάστηκα να ανοίξω, αναγκαζόμουν να ανοίξω κάθε φορά που ερχόταν… Δεν με βίαζε πάντα, τις περισσότερες φορές έπαιζε τον ρόλο του ερωτευμένου που τον βασανίζει το πουτανάκι του, εκείνη που την λατρεύει και του κάνει τον βίο αβίωτο. Όταν όμως ήταν άσχημα ‘φτιαγμένος’ με βασάνιζε για ώρες, πιο πολύ ψυχικά παρά σωματικά. Γρήγορα έμαθα να χώνομαι σε μια σπηλιά του μυαλού μου και να μην επιτρέπω να μ’ ‘αγγίξει’ οτιδήποτε μου προκαλούσε πόνο. Κάθε φορά περίμενα να ‘μ’ επισκεφτεί το αγόρι που αγαπούσα’, κι αν μου έδινε ραντεβού στην καφετέρια απέναντι από την mensa και συναντιόμασταν μ’ ένα σκασμό βιβλία, ακόμα καλύτερα! Ποιος θα μπορούσε να υποψιαστεί το δράμα μου; Στο κάτω-κάτω της γραφής ο καλύτερος φοιτητής της σχολής μας προσπαθούσε να με βοηθήσει στα μαθήματα… Άρχισα να απομακρύνομαι από τον Άτλαντα και συναντιόμασταν μόνο τα Σαββατοκύριακα όταν επέστρεφε η Donatella και ο Raimondo με άφηνε στην ησυχία μου…

Για άλλη μια φορά τα έκανα μαντάρα, για άλλη μια φορά περίμενα κάποιος άλλος να βρει τις λύσεις στα προβλήματά μου. Εν τάξει, η Δήμητρα δεν ήταν δικό μου φταίξιμο, αλλά ο Raimondo ήταν επιλογή δική μου, λανθασμένη επιλογή μου όπως ήταν και ο Carlos. Τελικά μου άρεσαν τα κακά αγόρια, οι τενεκέδες οι ξεγάνωτοι, και σαν τυφλοπόντικας που έβγαινε στο φως έβλεπα τα βουναλάκια των σκουπιδιών που ανάμεσά τους χρυσόπαιζαν οι ακτίνες του ήλιου σαν σμαράγδια και ρουμπίνια που στολίζουν τις κορυφές των πύργων που φανταζόμουν πως υψώνονταν μπρος του.

Για άλλη μια φορά τα έκανα μαντάρα και με τις σπουδές μου κι ας ήταν η Ψυχολογία δική μου επιλογή, κάτι που ήθελα πολύ να σπουδάσω και να ασχοληθώ. Τα τρία τελευταία χρόνια στο γυμνάσιο είχα διαβάσει ότι υπήρχε στην βιβλιοθήκη της πόλης και είχα φτάσει να ζητήσω από την μάνα μου να κάνει συνδρομές σε σχετικά Αμερικάνικα περιοδικά που μόλις έφταναν τα ξεκοκάλιζα μέσα σε δυο-τρεις μέρες. Κανονικά θα έπρεπε να είμαι η πιο ενημερωμένη και καλή φοιτήτρια. Όποτε πήγαινα να παρακολουθήσω μαθήματα -και δεν ήμουν φτιαγμένη ή ψιλό-μεθυσμένη- είχα τις πιο όμορφες συζητήσεις με τους καθηγητές μου. Ένας απ αυτούς, -ο καθηγητής Mammi-, μου είχε προτείνει να ασχοληθώ με την τακτοποίηση της βιβλιοθήκης του τμήματος, -ξεκάθαρη πρόσκληση να μπω στην ομάδα των φοιτητών που είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν ότι έντυπο υπήρχε σε σχέση με την Ψυχολογία.

Τα είχα κάνει μαντάρα και με την υγεία μου. Έπρεπε να το παραδεχτώ και να ζητήσω βοήθεια, ήμουν εξαρτημένη από το ποτό, τις ουσίες και τις κακές συναναστροφές, ή μήπως απλά ήμουν εξαρτημένη σε έναν λάθος τρόπο ζωής;

Εκείνη την Δευτέρα του Νοέμβρη άλλαξε η ζωή μου. Είδα τον εαυτό μου μέσα από τον καθρέφτη του ‘πραγματικού είμαι’ και όχι του ‘τι θέλω να βλέπω’.

-[Πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τον εαυτό σου και να τον αγαπάς…]

-[Κι ότι πίστευα πως μετά από τόσες ώρες που δεν σ’ ακούω πήγες στον αγύριστο!]

-[Θέλεις πραγματικά να πάω στον αγύριστο;]

-[Θέλω να μην συγκατοικώ στο μυαλό μου με κάποια άγνωστη απ το μέλλον, δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Πως το λέτε εσείς στο Αμερική; I want my f@@$ privacy!]

-[Δεν είναι ανάγκη να βρίζεις, καταλαβαίνω μια χαρά. Άλλωστε δεν είχα σκοπό να μπω σ’ εσένα, να μην τα λέω απ την αρχή…]

-[Και τώρα τι θα κάνεις;]

-[Δεν υπάρχουν πολλά να κάνω… Θα περιμένω να ‘απαγκιστρωθώ’ από εσένα και να δω που θα βρεθώ. Δεν ξέρω καν αν θα ξαναμπώ σε κάποια Δάφνη στο παρελθόν ή στο μέλλον, σε ποια ηλικία θα την πετύχω, σε ποιο Σύμπαν θα την συναντήσω, δεν ξέρω καν αν θα ‘υποστεγαστώ’ σε κάποια Δάφνη! δεν θα της μιλήσω κατ’ ευθείαν, θα περιμένω να την δω στον καθρέφτη πρώτα…]

-[Αν ψάχναμε να βρούμε κάποιους ανθρώπους που στο μέλλον ξέρουν πώς να γυρίσεις πίσω;]

-[Μέχρι το 2030 ξέρω πως ήταν ο Jim και ο Many και κάποιες άλλες ομάδες που δούλευαν σε διαφορετικές πλατφόρμες. Δεν έχω ιδέα τι έκαναν και ούτε είμαι σίγουρη πως θυμάμαι τα ονόματά τους. Έτσι κι αλλιώς όλοι αυτοί ή δεν έχουν γεννηθεί ακόμη ή είναι μωρά!]

-[Τι ξέρεις για την Τίνα και το intranet;]

-[Το intranet ήταν η λύση πολλών προβλημάτων που είχαν συσσωρευτεί στο internet… ή τουλάχιστον αυτό θέλουν να μας πείσουν πως είναι. Προσωπικά πιστεύω πως είναι άλλος ένας τρόπος να καταστρατηγηθούν τα τελευταία Άρθρα της Αρχής της Ελευθερίας Ζώντων Οργανισμών. Πιστεύω πως η Tina Karoulis είναι μέλος μιας ομάδας που κυβερνά τον κόσμο μας.]

-[Η Τίνα αυτή που γνωρίζω εγώ; η συμφοιτήτρια του Άτλαντα; Στην εποχή σου πρέπει να είναι πολύ γριά για να μπορεί να κάνει οτιδήποτε άλλο απ το να πίνει τσάι το απόγευμα στο γηροκομείο! Είναι τώρα δεκαεννιά, άρα το 2031 θα είναι εβδομήντα ένα χρονών!]

-[Στα εβδομήντα ο άνθρωπος είναι ακμαίος και δημιουργικός!]

-[Στα εβδομήντα, -την δεκαετία του εβδομήντα-, είσαι ένα βήμα πριν δεις τα ραδίκια ανάποδα, αν δεν τα έχεις ήδη δει!]

-[Ευτυχώς που ζω στον εικοστό πρώτο αιώνα!]

-[Δυστυχώς ‘ζεις’ μέσα μου… Ζεις τρόπος του λέγειν δηλαδή. Σώμα δεν έχεις, μια σκέτη συνείδηση από το μέλλον είσαι που στο παρόν δεν έχεις ακόμα γεννηθεί, και δεν ξέρουμε πόσο θα επιβιώσεις μέσα μου και που θα πας έτσι και μου ‘ξεφύγεις’! Ο αδελφός σου δεν ξέρει που να σε ψάξει να σε βρει γιατί ένας θεός ξέρει πόσες ακόμα τρύπες έχει το πρακτικό της θεωρίας -και πώς να μην έχει αφού ο άνδρας σου που χωρίς αυτόν δεν ολοκληρώνει θεωρία και πράξη έχει σκοτωθεί! Να συνεχίσω;]

-[Γιατί σκέφτεσαι χωρίς ειρμό; Σε χάνω!]

-[Ίσως γιατί μπήκες σε έναν εγκέφαλο που έχει κάψει φλάτζες απ το πολύ ποτό και το χασίσι; Καλά χαζή είσαι, γιατί γελάς;]

-[Αυτό με τις φλάτζες το έλεγα στον Many. «Θα μπω και θα σου κάψω τις φλάτζες», χαχα!]

-[…Αλλά προτίμησες να μπεις και να κάψεις τις δικές μου, ε; Γιατί εμένα ρε Δήμητρα, γιατί εμένα; Μια χαρά ήμουν χωρίς να μου κάνεις την ζωή μπουρδέλο!]

-[Ήσουν;… Είσαι;…]

-[Θα γίνω ποτέ άραγε;… Τελικά ακόμα περιμένω να μου πεις για την Τίνα. Τι είναι το internet;]

-[Είναι ένα ‘δίχτυ’ -μεταφορικά χρησιμοποιώ την λέξη αλλά αν το μορφοποιήσεις θα σε βοηθήσει- που συνδέει όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και…]

-[Εννοείς τα δωμάτια σωστά;]

-[Πωπώ, ακόμα στο 79 είμαστε; Άρα δεν ξέρεις και πολλά για τον Wos, τον Jobs και την Apple, σωστά; Να μην ρωτήσω για Allen, Gates, Microsoft και Windows; Λοιπόν αυτή την εποχή στην Silicon Valley συναντιούνται και δημιουργούν όλοι  αυτοί που θα καθορίσουν την ιστορία του εικοστού αιώνα του πλανήτη. Θα μπορούσαμε να πάμε και να αγοράσεις για πεντροδεκάρες ποσοστά στην Apple και στην Microsoft και δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ποτέ στην ζωή σου!]

-[Και θα άλλαζα για πάντα το μέλλον ετούτου του Σύμπαντος!]

-[Το οποίο έχω εγώ ήδη αλλάξει γιατί έχω επέμβει μιας και έχω επικοινωνήσει μαζί σου και σου έχω μιλήσει για το μέλλον!]

-[Ή αυτό το ταξίδι σου εντός μου είναι μέρος του χρόνου μας από το μέλλον, άρα τα γεγονότα έχουν ξανασυμβεί και απλά εμείς τα αναβιώνουμε! Όλως περιέργως κλείνω προς την θεωρία πως καλά θα ήταν η επικοινωνία σου με τον κόσμο μου να είναι περιορισμένη, δηλαδή μ’ εμένα μόνο μιας και η Σκατίνα έχει ήδη κάνει το μέλλον σκατά! Δεν χρειάζεται να πάρει τέτοιου είδους πληροφορίες από εμένα!]

-[Η Τίνα λοιπόν ήταν μεγαλομέτοχος της Microsoft. Internet, είναι η υποδομή δικτύωσης -διαδίκτυο πιο απλά-, που συνδέει εκατομμύρια υπολογιστές, -που μπορεί να είναι σε κάθε μέγεθος και σχήμα από λάπτοπς σε τάμπλετς, κινητά, και ολογραμμικούς νάνο ρομποτικούς χώρους αποθήκευσης και προβολής-,  από κοινού σε όλο τον κόσμο. Έτσι σχηματίζεται ένα δίκτυο στο οποίο οποιοσδήποτε υπολογιστής μπορεί να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε άλλο εφόσον και οι δυο είναι συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο.

Με το που άρχισαν τα πρώτα σοβαρά ‘παρατράγουδα’ με το internet, τίποτα δεν μπορούσε να μείνει το ίδιο, ιοί, χάκερς, κυβερνο-απαγωγείς, cyber-bullying, on-line-raping, η ζωή έγινε από δύσκολη μέχρι επικίνδυνη… Μέχρι που ο κόμπος έφτασε στο χτένι και είχαμε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες νεκρά παιδιά με την χρήση των BRs. Εκεί η Tina Karoulis πέρασε το intranet σαν μοναδικό ασφαλή τρόπο σύνδεσης για ανάκτηση και εκπομπή πληροφοριών. Εμφυτεύεται λογισμικό στον εγκέφαλό κάθε νεογέννητου, -εμείς οι ενήλικες δεχτήκαμε τα εμφυτεύματα πρώτοι-, και έχουν μειωθεί τα προβλήματα κατά ογδόντα τοις εκατό. Κανείς δεν θέλει να βρεθεί χωρίς intranet-εμφύτευμα σε έναν κόσμο όπου δεν μπορείς να επιβιώσεις χωρίς το intranet!]

-[Αυτό είναι το ‘χάραγμα’, έχουν τρελαθεί όλοι να μιλάνε γι αυτό εδώ και ένα-δυό χρόνια!]

-[Ω Θεέ μου Δάφνη! Μιλάς σαν κάποιους παλαβούς περιθωριακούς. Κάθε τόσο κι ένας φιλόσοφος ή θεολόγος αρχίζει την ‘επανάσταση’ μέχρι που του αφαιρούν το εμφύτευμα μετάδοσης και δεν μπορεί πλέον να μεταδώσει στο intranet. Περιθωριοποιείται από μόνος του… Συνήθως τους συνταξιοδοτούν και τους θέτουν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Φυσικά και έχουν όλες τις επιτρεπόμενες παροχές, έχουν δικαίωμα σε ανάκτηση πληροφοριών αλλά όχι σε εκπομπή. Δυστυχισμένοι, άρρωστοι άνθρωποι… Ουσιαστικά τους αφαιρείται η επικοινωνία, γίνονται μόνο δέκτες και όχι πομποί, φιμώνονται…]

-[Αυτό είναι το Μέλλον;]

-[Στο δικό μου Σύμπαν, ναι! Επί τέλους έχουμε μπει σε εποχές που ζούμε με στοιχειώδη ασφάλεια, δεν φοβούμαστε όπως παλιά…]

-[Αυτό που κάνατε με τον αδελφό σου το έχετε περάσει στο intranet;]

-[Ναι, φυσικά, ο Many θα το περνούσε στο προσωπικό του intranet μόλις γινόταν η απαγκίστρωσή μου.]

-[Δήμητρα, πιστεύεις πραγματικά πως κάτι τέτοιο θα επιτραπεί να περάσει σαν Γνώση στο Σύμπαν σου; Η ιστορικά γνωστή χρονολογία της μεταφοράς της συνείδησης σαν εν-συνείδηση είναι το 2035 κι εσείς πειραματιστήκατε τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Υπήρχε περίπτωση το intranet να μην σας περιθωριοποιήσει στο Σύμπαν του και σε όσα άλλα Σύμπαντα υπάρχει; Πρέπει να φύγεις από μέσα μου και σύντομα και πολύ ζωντανή! Πρέπει να πας στον Χώρο-Χρόνο σου και να εξηγήσεις τους κινδύνους του intranet!]

-[Και να δημιουργήσω άλλη μια απόσχιση σε δυο καινούρια και ελαφρώς διαφορετικά Σύμπαντα…]

-[Τι ακριβώς είναι τα BBs που δημιούργησαν την ανάγκη για το intrenet;]

-[Οι  binaural recordings, ή αλλιώς BRs -δυ-ωτικές ηχογραφήσεις-, είναι αναπαραγωγές του ήχου όπως τον ακούν τα ανθρώπινα αυτιά. Στην πραγματικότητα, η λέξη “binaural’’ σημαίνει κυριολεκτικά ‘χρήση και των δύο αυτιών’. Όταν ακούτε την ηχογραφημένη εγγραφή μέσω ακουστικών, αντιλαμβανόμαστε ξεχωριστό και γνήσιο ήχο 360 °. Οι δυ-ωτικοί παλμορυθμοί, binaural beats, BBs-, είναι το αποτέλεσμα της μεθόδου εγγραφής ήχου που χρησιμοποιεί δύο μικρόφωνα, διατεταγμένα με σκοπό να δημιουργήσουν μια αίσθηση στερεοφωνικού ήχου 3-D για τον ακροατή που γι αυτό νιώθει πως πραγματικά βρίσκεται στο δωμάτιο με τους ερμηνευτές ή τα όργανα, τον ξεχωριστό και γνήσιο ήχο 360ο που προαναφέραμε.

Οι BBs, στην ουσία είναι ηχητικά σήματα και ακουστικές αποκρίσεις του εγκεφαλικού στελέχους που προκύπτουν από δύο διαφορετικές ακουστικές παρορμήσεις ή ήχους, ακουστική ψευδαίσθηση που παραδίδονται σε κάθε αυτί μέσω ακουστικών και ο εγκέφαλός μας μετακινεί τους δύο ήχους σε ένα μόνο τόνο και γίνονται αντιληπτά όταν δύο διαφορετικά ημιτονοειδή κύματα, με συχνότητες κάτω των 1500 Hz και με λιγότερη από 40 Hz διαφορά μεταξύ τους, παρουσιάζονται σε έναν ακροατή δυ-ωτικά, -ένα μέσα από κάθε αυτί. Οι BBs ακούγονται συνειδητά καθώς το εύρος ανθρώπινης ακοής είναι από 20-20.000 Hz. Όταν ο εγκέφαλός μας κάνει αυτό το φανταστικό κτύπο και τόνο, δηλαδή τους δυ-ωτικούς παλμορυθμούς, ο εγκέφαλός μας συγχρονίζεται μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη συχνότητα. Τα κύματα εγκεφάλου μας θα είναι σε συχνότητα 10hz.

Η έρευνα για τους BBs έχει δείξει ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε απλά και μόνο ακούγοντας τις συχνότητες τους.

Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για την θεραπεία του άγχους και για να μελετήσουν οι επιστήμονες τους κύκλους ακοής και ύπνου, να προκαλέσουν διάφορες καταστάσεις εγκεφαλικού κύματος και να προωθήσουν τη χαλάρωση, τον ύπνο και τον διαλογισμό.  Η επίδραση των δυ-ωτικών παλμορυθμών και της διασκέδασης μέσω εγκεφαλικών κυμάτων  είναι να επιφέρει μία από τις καταστάσεις που σχετίζονται με το διαλογισμό, – συνήθως alpha ή theta, ή μερικές φορές κατάσταση gamma.

Κάποια προγράμματα δημιουργήθηκαν τους πρώτους μήνες του 2015 και έγιναν δωρεάν διαθέσιμα για να βοηθήσουν στην άμβλυνση συγκεκριμένων προβλημάτων ή στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Και κάπως έτσι άρχισε η χρήση των δυ-ωτικών παλμορυθμών σαν ψυχοτρόπος ουσία σε μικρές ηλικίες. Κι εκεί  προς το τέλος του 2020 που όλοι περίμεναν πως μόδα ήταν και θα περνούσε οι BBs μεταφέρθηκαν σαν ηχητικά αρχεία  στο internet. Κάποιοι  κατάλαβαν πόσο ελκυστικό προϊόν ήταν και το αναρτούσαν σαν bonus track στις ηχητικές συλλογές που ανέβαζαν για να έχουν πιο πολλά χτυπήματα. Σε λίγους μήνες οι ηχητικές συλλογές με τα καλύτερα BBs βρέθηκαν στην κορυφή μιας και για να ακούσεις το δωρεάν BB που πρόσφεραν έπρεπε να ακούσεις όλη την συλλογή ή να την αγοράσεις. Κανείς δεν είδε πως ήταν ο Δούρειος Ίππος που χρησιμοποίησαν κάποιοι για να εθίσουν τον εγκέφαλο των νεαρών ακροατών. Και όταν τα επί πληρωμή BB πρωτοεμφανίστηκαν μέχρι τα τέλη της χρονιάς ελάχιστοι επέμεναν πως ο εγκέφαλος εθιζόταν και αναζητούσε πιο δυνατές ‘δόσεις’.

Οι πρώτες αυτοκτονίες πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες αλλά όταν τα BBs έπαψαν να ελέγχονται και κάποια μεταλλάχτηκαν σε ιούς που τραυμάτιζαν προοδευτικά και ανεπανόρθωτα τον φλοιό της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου όλοι κατάλαβαν πως το πρόβλημα είναι σοβαρό. Οι καταστροφές που συμβαίνουν εστιάζονται στην περιοχή του εγκεφάλου που ρυθμίζει το συναίσθημα και του νεοφλοιού που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, ελέγχει τη μνήμη και οδηγεί σε νευροψυχικές βλάβες, κατάθλιψη, διαταραχή της χημικής ισορροπίας στον εγκέφαλο και τάσεις αυτοκτονίας Τα ηχητικά ψυχοδιεγερτικά ναρκωτικά και οι συνεχείς και ανεξέλεγκτες μεταλλάξεις τους έπαψαν πλέον να είναι μόδα αλλά ένα ναρκωτικό πολύ πιο εθιστικό και επικίνδυνο από το LSD σε συνδυασμό με την κοκαΐνη.

Από την μια οι νεαροί χρήστες αντιμετώπιζαν διαστρέβλωση των αντιλήψεων, αλλοιωμένες εικόνες, φαντασιώσεις, έντονα χρώματα και παραισθήσεις. Οι χρήστες-θύματα δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τη φαντασία από την πραγματικότητα και το ηχητικό φιξάκι πολύ σύντομα προκαλούσε προσωρινές ψυχικές διαταραχές με σοβαρές συνέπειες όπως άγχος, έντονο φόβο και αδυναμία σκέψεων και κινήσεων. Πολλά παιδιά ένιωθαν πως μαζί με την ψυχή τους έβγαζε και το σώμα τους φτερά και έπεφταν από τα παράθυρα των πολυκατοικιών σαν Ίκαροι του εικοστού πρώτου αιώνα.

Από την άλλη ένιωθαν έντονο φτιάξιμο το οποίο ακολουθείται αμέσως από το αντίθετο  έντονο συναίσθημα κατάθλιψης, νευρικότητας και λαχτάρας για περισσότερο ναρκωτικό. Τα παιδιά  δεν έτρωγαν και δεν κοιμούνταν κανονικά και ένιωθαν δυνατές ταχυκαρδίες, μυϊκούς σπασμούς και παροξυσμούς που τους μετέτρεπε σε παρανοϊκά, θυμωμένα, εχθρικά και αγχωμένα άτομα με τάσεις αυτοκτονίας ακόμη και όταν δεν είναι φτιαγμένοι.]

-[Υπάρχει περίπτωση η Τίνα να ‘πέταξε’ τους BRs;]

-[Σίγουρα όχι, πέθαναν και τα τρία εγγόνια της!]

-[Ποιος είναι ο άντρας της;]

-[Χαχά κανένας από τους δυο δεν ήταν Έλληνας! Την έχεις πατήσει με τον Άτλαντα ε;]

-[Δεν μας παρατάς ρε Δήμητρα, δεν μας παρατάς, λέω εγώ;]

-[Η Δάφνη αγαπάει τον Άτλαντα, η Δάφνη αγαπάει τον Άτλαντα, η Δάφνη αγαπάει τον Άτλαντα…] συνέχισε η φωνή στο κεφάλι μου περιπαιχτικά και δεν ήταν μια φωνή-ψευδαίσθηση. Ήταν μια φωνή από το Μέλλον που ίσως να μην είχε μέλλον…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   γ. Padova, Δευτέρα 15/10/1979

     iii. Σε διπλούς ρυθμούς

Και ξημέρωσε ο Θεός την μέρα του, δεκάτη Πέμπτη του δεκάτου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα και εννέα. Μια μέρα μουντή με τα σύννεφα να σκεπάζουν την πόλη και να αντανακλούν την διάθεσή μου. Στις εφτά είχα ήδη πιει τον δεύτερο stretto μου, είχα κάνει ένα καυτό μπάνιο, και ντυνόμουν με ζεστά ρούχα που θα περιόριζαν την υγρασία που με το που έβγαινα απ το σπίτι θα πάλευε να διαπεράσει το είναι μου μέχρι το κόκαλο. Αυτό το καυτό νερό το ένιωσα σαν δάκρυα που ξέπλυναν την ύπαρξή μου από δεκαεννιά χρόνων λάθη και αμαρτίες.

Εκείνη την Δευτέρα ξαναγεννήθηκα, γεννήθηκα έτοιμη να απαγορεύσω τους πάντες να με βλέπουν σαν αντικείμενο και θύμα, έτοιμη να διεκδικήσω, έτοιμη να απλώσω τα φτερά μου και να πετάξω ψηλά. Γεννήθηκα εγώ και εντός μου άλλη μια γηραιότερη και σοφότερη που είχα να προστατεύσω και παράλληλα ήμουν υπό την προστασία της.

Φόρεσα τις καφέ μπότες μου με την γούνινη επένδυση και τις τράβηξα ψηλά μέχρι το γόνατο. Έριξα την τσάντα μου την γεμάτη με τα βιβλία την ημέρας στην πλάτη, -πρώτη φορά συνειδητοποίησα πως ήταν τόσο πολλά και βαριά-, έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες του πράσινου παλτού μου που έφτανε κάτω απ το γόνατο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Εντάξει δεν είμαι και ‘του πεταμάτου’, ένα νορμάλ κοριτσόπουλο της εποχής του, μάλλον ομορφούλικο και αρκετά χαριτωμένο. Το μόνο που έδειχνε τους ‘πόνους’ μου ήταν το πρόσωπό μου, πρόσωπο κουρασμένο, πρόσωπο ανθρώπου που έζησε πολλά και έντονα μέσα σε δεκαεννιά χρόνια. Χαμογέλασα στο είδωλό μου προσπαθώντας να μου δώσω δύναμη. Όλα καλά θα πάνε, από δω και πέρα όλα θα πάνε καλά…

Την ώρα που ετοιμαζόμουν να ανοίξω την πόρτα μου και να βγω στον Κόσμο άκουσα τον Άτλαντα να κλείνει την δική του βγαίνοντας απ το διαμέρισμά του. Σχεδόν τρόμαξε που με είδε.

-Για πού το έβαλες εσύ, πρωί-πρωί φουριόζα;

-Για μάθημα!

-Α τι καλά! Θα πάρουμε μαζί το λεωφορείο!

Αχ αγαπημένε μου φίλε παιδικέ που, αχ έρωτά μου μυστικέ  που ποτέ δεν ρωτούσες πιεστικά και πάντα μ’ άφηνες να σου πω τους πόνους μου μόνο όταν ήμουν έτοιμη, πόσο διακριτικός και γλυκός είσαι… Δεν έκανε καμιά αναφορά στο χτεσινό μου ξέσπασμα, καμιά αναφορά στις κραιπάλες μου. Απλά ήταν πάντα εκεί να μου κρατάει το χέρι ή να κουρνιάζω στην αγκαλιά του όποτε χρειαζόμουν κάποιον να με νοιάζεται.

Περπατήσαμε από την πολυκατοικία μας μέχρι την στάση του λεωφορείου. Στην πραγματικότητα δεν ήταν στάση του στυλ ‘έρχεται λεωφορείο, ανοίγει πόρτες, επιβάτες κατεβαίνουν και ανεβαίνουν, κλείνει πόρτες, λεωφορείο φεύγει’. Εκεί που ανεβαίναμε εμείς ήταν το τέρμα του. Μιας και οι οδηγοί όλο και λίγο πιο νωρίς έφταναν, μας άφηναν να ανεβαίνουμε και πιάναμε κουβεντολόι. Εμάς ειδικά που ήμασταν εκτός από φοιτητές και Έλληνες, ‘αλλοδαπά’ δηλαδή, μας είχαν πάρει υπό την προστασία τους. Έκαναν πως δεν έβλεπαν όταν ψάχναμε βαθειά τις τσέπες ξανά, και ξανά, και ξανά πάλι για να βρούμε ένα εισιτήριο που δεν είχαμε αφού είχαμε ‘μείνει στον άσσο’. Έπαιρναν το ‘επαγγελματικό ύφος’ και διέταζαν με την μονότονη φωνή του βαριεστημένου οδηγού: “Avanti il prossimo, si sieda per favore.”, -προχωρήστε ο επόμενος, καθίστε παρακαλώ. Τον κοιτούσαμε έτοιμοι να κατεβούμε ντροπιασμένοι κι εκείνος μας έκλεινε συγκαταβατικά το μάτι και με ένα ανεπαίσθητο  κούνημα του κεφαλιού μας έκανε νόημα να προχωρήσουμε στον διάδρομο.

Από την άλλη κι εμείς είχαμε τον τρόπο να τους λέμε ευχαριστώ με τον τρόπο μας ιδιαίτερα σε περίοδο ‘παχέων αγελάδων’ όταν δηλαδή κατέφτανε κούτα από Ελλάδα. Εκείνες οι ΙΟΝ αμυγδάλου είχαν πάντα την τιμητική τους, ποτέ κανείς δεν έλεγε όχι στην κόκκινο-φορεμένη με τα άνθη αμυγδαλιάς στο ‘πέτο’ σοκολάτα. Κανείς βέβαια δεν έλεγε όχι ούτε στα μετά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα γλυκίσματα που φέρναμε μαζί μας και μοιράζαμε σε φίλους και γνωστούς στην πόλη!

Σήμερα έβρεχε, μια βροχή ενοχλητική όχι εκείνη η δυνατή μπόρα που θα τέλειωνε σε μια δυο ώρες κι ότι θα απέμενε θα ήταν δρόμοι βρεγμένοι και γης που μύριζε το συννεφονερό που είχε ρουφήξει. Δεν ήταν η βροχή με τους αέρηδες να αντιπαλεύονται και πότε να γυρνά το βρόχινο σεντόνι προς τα δεξιά και πότε προς τα ζερβά. Ήταν εκείνη η αρρωστημένη βροχή πλιτς πλιτς πλιτς χωρίς συμμετρία, χωρίς ρυθμό, χωρίς κάτι να την κάνει ενδιαφέρουσα, μια βροχή που ο μόνος της σκοπός ήταν να ξεδιψάσει το χώμα και να σπάσει τα νεύρα των ζωντανών πλασμάτων που ήταν κάπου να πάνε και έπρεπε να την υποστούν.

Περπατούσα κρατώντας την κατακόκκινη ομπρέλα μου στο αριστερό και έχοντας την τσάντα μου περασμένη στον δεξί ώμο προσπαθώντας να αποφύγω τις λιμνούλες στο δρομάκι μας που μας έβγαζε στον δρόμο τον μεγαλύτερο. Δίπλα μου ο Άτλαντας με την δική του μαύρη ομπρέλα και την χακί υφασμάτινη τσάντα πλάτης να ξεχειλίζει από βιβλία και ένα σωρό γκατζετάκια. Αν μας έβλεπε κανείς θα έλεγε πως ήμασταν ένα ξένοιαστο νεαρό ζευγάρι που ξεκινούσε την μέρα του. Ποιος μπορούσε να φανταστεί τις θύελλες του μυαλού και της ψυχής μου;

Το λεωφορείο άφηνε πρώτα τον Άτλαντα πίσω από τα ‘giardini’, -το μεγάλο πάρκο στο κέντρο της πόλης-, και συνέχιζε για τις piazze, τις τρεις πλατείες στο κέντρο της πόλης. Η Piazza delle Erbe, η Piazza della Frutta και η Piazza dei Signori που πίσω από την μεγάλη καμάρα της ήταν η σχολή μου.

Στην πόλη η βροχή είχε σταματήσει, περπατούσα στο βρεγμένο δρόμο τον στρωμένο με πέτρες την μια σφιχτά αγκαλιασμένη να συμπληρώνει τα κενά την διπλανή της. Πόσα χρόνια, -μάλλον πόσους αιώνες-, ήταν ‘χτισμένος’ έτσι αυτός ο δρόμος; Ποιοι μαρκήσιοι και ποιες κοντέσες είχαν περιπλανηθεί στον ίδιο δρόμο που βάδιζα κι εγώ τώρα; Που πήγαιναν και ποιον συναντούσαν; Ποια μυστικά ανάσαιναν στον υγρό, παγωμένο αέρα και σχημάτιζαν σύννεφα από αγάπες και όνειρα και μίση και ζήλειες κι επιθυμίες ανομολόγητες και πάθη ανείπωτα;

Στην είσοδο του κτιρίου -που κάποτε ήταν κατοικία οικογένειας ευγενών και που την είχαν παραχωρήσει στο τμήμα Ψυχολογίας-, υπήρχε ένας πίνακας πάνω σε τρίποδο με πληροφορίες για όλα τα μαθήματα, ποιος καθηγητής τα παρέδιδε, το πρόγραμμα που ακολουθούσε το τμήμα, τα βιβλία, την ύλη και ότι ήταν χρήσιμο για τους φοιτητές που παρακολουθούσαν την σχολή.

Για να δούμε ξανά, ποια μαθήματα δεν έχω περάσει και τι μέρες και ώρες γίνεται παράδοση και συζήτηση; Πρέπει να μπω σε μια σειρά, πρέπει να ξεκινήσω να παρακολουθώ και να μην κάνω απουσίες, και κυρίως να διαβάζω. Σήμερα είναι η πρώτη μέρα της νέας μου ζωής! Έβγαλα τετράδιό και στυλό και άρχισα να γράφω…

-[Αρχίζεις και μ’ αρέσεις, μικρή…]

-[Αρχίζω να μ’ αρέσω κι εμένα και το αστείο είναι πως μ’ αρέσεις και συ!]

-[Πάμε για μάθημα και μετά πάμε να σε κεράσω καπουτσίνο, τι λες;]

-[Θα με κεράσεις με τα δικά μου χρήματα, ε; Με ξένα κόλλυβα εσύ κάνεις κηδείες; Μπράβο γιγιούλα ‘κουβαρντού’, αν είναι, να μου αγοράσεις και κρουασανάκια με γέμιση σοκολάτα.]

-[Είμαι ακόμα ‘αγέννητο’ ξέρεις… Ο έξω κόσμος για μένα είναι ένα μελλοντικό θαύμα που ακόμα δεν έχω ζήσει. Και μετά θα ζήσω και τον εφιάλτη: εσένα και το λαβωμένο μυαλό σου!]

-[Στο μυαλό μου χωρούσα μόνον εγώ και ήμουν σχετικά καλά, δηλαδή εντάξει δεν ήταν και τόσο άσχημα, τέλος πάντων τουλάχιστον όλο το ‘σαλόνι’ ήταν καταδικό μου δεν είχαν να το μοιραστώ με το Σύμπαν σου! Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να μην προειδοποιήσω τους γονείς σου κι εκείνοι εσένα όταν μεγαλώσεις κάπως…]

-[Οι γονείς μου πεθαίνουν νωρίς, δεν τους θυμάμαι σχεδόν…]

-[Να σου αφήσουν ένα γράμμα τότε!]

-[Δήμητρα, άσε τους γονείς μου, δεν θέλω να έχεις καμιά σχέση μαζί τους, η μόνη οικογένειά μου απ το παρελθόν είναι ο Many.]

-[Είναι ο μοναδικός τρόπος να μάθετε εσύ και ο αδελφός σου στο μέλλον για το δυστύχημα και να το αποτρέψετε…]

-[Θα γίνει σχάση στο Σύμπαν και δεν θέλω να ξεμείνω σε ένα μελλοντικό Σύμπαν που να ζει ο πατέρας μου! Ω! Άει στο διάολο, δεν ήθελα καν να το πω ή να το σκεφτώ αυτό…]

-[Ο πατέρας σου δεν είπες πως πέθανε όταν ήσουν εννιά χρονών; Πως πέθανε;]

-[Έπεσε απ το πίσω μπαλκόνι του σπιτιού στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας.]

-[Και η μαμά σας είχε πεθάνει ήδη, ε;]

-[Ναι…]

-[Δεν σου αρέσει να μιλάς για το παρελθόν…]

-[Το παρελθόν πέρασε, έφυγε και ότι γράφει δεν ξεγράφει!]

-[Χμμμ, θα μου επιτρέψεις να έχω κάποιες μικρές αμφιβολίες επί του θέματος. Μάλλον το παρελθόν έρχεται και περνάει και ξαναέρχεται και ξαναπερνάει και γράφει και ξαναγράφει και γυρίζει σελίδες, κι άλλες τις σκίζει…]

-[Μπορείς να κοιμηθείς για λίγες ώρες; Χρειάζομαι ολόκληρο τον εαυτό μου, όλο καταδικό μου χωρίς κάποια αδιάκριτη να κάνει και κριτική των παραδόσεων στα μαθήματα!]

-[Ακόμα κι αν αυτά που λένε είναι ξεπερασμένα;]

-[Δήμητρα, όσο πιο ευγενικά μπορώ να στο πω: Μπορείς να σκάσεις, να το βουλώσεις, να μην βγάλεις άχνα, stai zitta and shut your freaking mouth up, σε παρακαλώ;]

-[Μα δεν μιλώ, δεν έχω στόμα, δεν έχω σώμα, δεν έχω αυτονομία, μόνο η καημένη μου η συνείδηση σαν εν-συναίσηση σου μιλάει στο απίστευτα αφιλόξενο ξεροκέφαλό σου!]

-[Θα σκάσεις;]

-[Έσκασα!]

Σήμερα το μάθημα ήταν πιο ενδιαφέρον, -ή έτσι μου φάνηκε εμένα-, και το εργαστήριο ακόμα πιο πολύ! Με το ‘ταίρι’ μου, -την Sonia-, έπρεπε να δημιουργήσουμε το υποθετικό ζευγάρι ψυχολόγος-υψοφοβικός, ο ασθενής να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν πιο πολλά συμπτώματα και ο ειδικός να βρει τις απαντήσεις στα προβλήματα.

Την τρίτη ώρα είχα μάθημα που παρακολουθούσε και ο Raimondo. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου και με έσπρωξε φιλικά με τον αγκώνα.

-Πωπώ κρύο και ομίχλη σήμερα! Δεν έβλεπα την μύτη μου, χάλια, χάλια, άλλος ένας υγρός χειμώνας.

-Ναι…

-Θέλεις να σε πάω σπίτι με το αμάξι; Μετά θα πάω στο αεροδρόμιο της Βενετίας να παραλάβω την Donatella που φτάνει στις έξι. Ας περάσουμε από την σχολή του Άτλαντα, να τον πάρουμε να πάμε να φάμε μαζί στην mensa και να σας πετάξω μαζί στο σπίτι σας να μην περιμένετε το λεωφορείο.

-Δεν χρειάζεται, θα περάσει να με πάρει πηγαίνοντας στην βιβλιοθήκη να δανειστεί κάποια βιβλία και θα φάμε στην mensa της βιβλιοθήκης.

-Να ρθω κι εγώ μαζί σας;

Τον κοίταξα έτοιμη να του πω να πάει να πνιγεί και, νάτος πάλι ο παλιός Raimondo να μου χαμογελά φιλικά μ’ εκείνο το αθώο ευγενικό χαμόγελο που είχα αγαπήσει όταν τον πρωτογνώρισα. Ο γλυκός, ευγενικός, δοτικός, σχεδόν ντροπαλός Raimondo που αποζητά αναγνώριση και αγάπη.

-Το Σάββατο πρέπει να ξέχασα στο σπίτι σου τις σημειώσεις μου όταν διαβάζαμε, ευκαιρία να τις πάρω, ε, τι λες;

-Να σου τις φέρω αύριο;

-Όχι πως θα διαβάσω απόψε δηλαδή. Με το που έρθει το κορίτσι μου θα φάμε οι δυο οικογένειες στο σπίτι της και ποιος ξέρει πόσο αργά θα μας πάρει.

-[Γιατί δεν τον πνίγεις εδώ και τώρα; Το κάνει συχνά αυτό;]

-[Πάντα! Στην σχολή και στις παρέες είναι πάντα έτσι. Κι όταν βρεθούμε οι δυό μας…]

-[Έχεις τον τρόπο σου να βγάζεις στην επιφάνεια το τέρας που κρύβει ένας άνδρας. Αυτό κι αν είναι χάρισμα!]

-Να βρεθούμε και οι τέσσερίς μας πριν φύγει η Donatella μου. Μετά θα έρθει ξανά για Χριστούγεννα, δύσκολα θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί. Βέβαια εγώ θα πάω να την δω τον άλλο μήνα, δεν μας είναι εύκολο να είμαστε χώρια…

-Δεν νομίζω πως θα πάρω μέρος σε τέτοια παιχνιδάκια, Raimondo.

-Τι εννοείς ‘παιχνιδάκια’, Δάφνη είσαι θυμωμένη με μένα; Τι έκανα;

-Θα τα πούμε στο τέλος των μαθημάτων, όχι τώρα, όχι εδώ.

Με κοίταξε με το ύφος του πιστού σκύλου που του είχαν τραβήξει την ουρά.

-Ο.Κ., είμαι σίγουρος πως θα λυθεί η παρεξήγηση, έτσι συμβαίνει με τους φίλους, μια αγαπιούνται μια κακιώνουν!

Ήθελα τόσο πολύ να γυρίσω να τον χτυπήσω κατ ευθείαν στο πρόσωπο. Γιατί, γιατί πάντα να φταίει η γυναίκα που έχει βιαστεί; Γιατί θα πρέπει ένα κοντό φουστάκι να σημαίνει ‘θέλω σεξ απ όποιον αχρείο με λιγουρευτεί;’ Γιατί το ‘όχι’ να σημαίνει ‘λέω όχι για να σε ανάψω πιο πολύ’; Όχι ρε άθλιε τύπε, δεν είμαστε φίλοι, με βίασες, με εκβιάζεις, κανονικά θα έπρεπε να σε καταγγείλω, κανονικά θα έπρεπε να είσαι στην φυλακή. Ποιος θα με πίστευε όμως εμένα σε αντιπαράθεση με σένα;

-[Εγώ πάντως σε πιστεύω!]

-[Εσύ, κοιμήσου!]

-[Κοιμήθηκα κι όλας, Ζζζζ!]

Η πέμπτη ώρα τέλειωσε στις μία και τέταρτο. Μάζεψα τα βιβλία μου μισοζαβλακωμένη μετά από πέντε ώρες μαθημάτων, βαριά η καλογερική τελικά!

Βγαίνοντας απ την αίθουσα είδα τον Raimondo να τρέχει από το τέλος του διαδρόμου να με συναντήσει.

-Α! σε πρόλαβα, έκανε χαρούμενα, πάμε να καθίσουμε σ’ ένα παγκάκι; Σταμάτησε να βρέχει και βγήκε ο ήλιος κι η μέρα χαμογελάει.

Τον ακολούθησα, έπρεπε να κλείσει αυτό το κεφάλαιο και ανάμεσα σε κόσμο δεν φοβόμουν να τον αντιμετωπίσω.

-Θα μου πεις; Έκανε ανυπόμονα με το που καθίσαμε στο παγκάκι. Άσε, να σου πω εγώ τι υποψιάζομαι; Τα φτιάξατε με τον Άτλαντα και δεν θέλει να κάνεις παρέα με άλλα αγόρια! Αν μ’ αφήσεις όμως, θα του εξηγήσω πως είμαστε φίλοι, τι στο καλό, δεν νομίζω να του μπαίνουν περίεργες ιδέες, ε;

-Τι περίεργες ιδέες δηλαδή;

-Να πως εμείς οι δυο, ξέρω κι εγώ, τι να πω…

Τον είδα να κοκκινίζει από ντροπή… Ντροπή ο Raimondo; Ποιος την έχασε την ντροπή να την βρει ο Raimondo; Μα πόσο καλός ηθοποιός είναι τελικά; Επικίνδυνα καλός, επικίνδυνος άνθρωπος ο Raimondo, αδίστακτος.

-Ξέρεις κάτι; Είσαι αηδιαστικός, πως μπορείς και ζεις με τον εαυτό σου; Δεν θέλω να με πλησιάσεις ξανά, κι αν βρεθείς στην γειτονιά μου ή έξω απ το σπίτι μου θα καλέσω την αστυνομία για παρενόχληση!

-Δάφνη, τι είναι αυτά που λες; Είμαστε φίλοι, τι σε πείραξε τόσο πολύ;

-Δεν θέλω να σε ξαναδώ μπροστά μου, αυτό γίνεται;

-Εντάξει, Jesu Christo, εντάξει…

Είχε σηκώσει αμυντικά τα χέρια λες και τον γρονθοκοπούσα από παντού κι ας μην είχα υψώσει τα χέρια ή την φωνή μου στο ελάχιστο. Ένιωσα περίεργα, μπορούσα να μυρίσω τον φόβο του κι αυτό με έκανε να αισθάνομαι ακόμα πιο ισχυρή απέναντί του. Φόβο; Ο διαβόητος ‘Alessandro’, -το τέρας που ξυπνούσε κάθε φορά που κοιμόταν ο Raimondo μαζί μου και με ανάγκαζε να δέχομαι πράγματα παρά την θέλησή μου-, δεν υπήρχε πουθενά στην συμπεριφορά και τον τρόπο στάσης του σώματός του. Ο διαβόητος ‘Alessandro’ κοιμόταν εντός του ευγενικού, δειλού και ανυποψίαστου Raimondo. Ανυποψίαστου; Έλα Δαφνούλα, τόχεις ‘κάψει’ τελείως σήμερα. Δεν συμβαίνουν συχνά περιστατικά σαν αυτό που υποψιάζεσαι! Άλλωστε ο Raimondo το είχε δηλώσει από τις πρώτες μέρες που είχαμε μιλήσει στην βιβλιοθήκη της σχολής.

-Ελληνίδα ε; Κι εγώ Έλληνας εντός μου όμως. Είμαι Ιταλός βέβαια αλλά στην καρδιά μου χτυπάει η καρδιά του Alessandro Magno, -Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τότε, όταν το είχε πει, το βρήκα χαριτωμένο να λέει κάτι τέτοιο, κι εκείνον τον είδα ιδιαίτερα σέξυ. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα το χαριτωμένο ή σέξυ στον κουβαριασμένο ανθρωπάκο που καθόταν τρομαγμένος στο παγκάκι μπρος μου. Με κατέκλυσε λύπη, καημένε Raimondo, και μετά θυμός και πάλι. Δεν ήμουν και τόσο μεγαλόψυχη στο κάτω-κάτω να συγχωρώ τον καθ’ έναν που με τσαλαπατούσε στον δρόμο του… Του γύρισα την πλάτη και έφυγα αποφασιστικά βγαίνοντας απ την αυλή της σχολής.

Ακούμπησα στην καμάρα που πάνω της δέσποζε il Torre dell’ Orologio -ο πύργος του ρολογιού-, που ήταν στολισμένο με τα σημεία του ζωδιακού κύκλου κοιτώντας το τέρμα του δρόμου, περιμένοντας τον Άτλαντα. Τον είδα από μακριά και λες και διαισθάνθηκε το χαμόγελό μου ύψωσε το χέρι σε χαιρετισμό.  Συνέχισα να του χαμογελώ σαν χαζή κι ύστερα μ’ έπιασαν τα γέλια καθώς σκεφτόμουν τους περαστικούς να με κοιτούν που χαμογελούσα σε κάποιον ή κάτι στο άπειρο…

-Ουφ, τι τραβάω με σένα, έκανε δήθεν αγανακτισμένος. Έχει ένας τυπάκος με την γυναίκα του ‘σταντ’ πιο κάτω και πουλάνε χειροποίητα, πολύχρωμα, μάλλινα κασκόλ και μου άρεσαν που είναι έτσι μακριά και ζεστά. Κι εκεί που αγόρασα το δικό μου ακούω ένα άλλο απ το πάγκο να μου λέει δειλά: «Κύριε την Δάφνη την ξέρετε; Η κυρά μ’ έπλεξε για την Δάφνη, γι αυτό είμαι κοριτσάκι ροζοκόκκινο!» Τρόμαξε ο άνθρωπος που τα πουλούσε σαν άκουσε το κασκόλ να μιλάει, σκιάχτηκα κι εγώ, κι εκεί που έκανα να φύγω έπεσε στον δρόμο κι άρχισε να σέρνεται σαν το φίδι, να μ’ ακολουθεί και να με παρακαλεί. Τι να κάνω κι εγώ, γύρισα και το αγόρασα για σένα.

Έβγαλε απ την τσάντα που είχε κρεμασμένη στην πλάτη του ένα παρόμοιο σε αποχρώσεις του κόκκινου και του ροζ, -αυτό που φορούσε εκείνος είχε τις αποχρώσεις του μπλε-, και μου το πέταξε να ξετυλίγεται σαν φίδι που ξεκουλουριαζόταν. Το άρπαξα στον αέρα γελώντας με τις του δήθεν μάγου κλοουνίστικες κινήσεις του Άτλαντα. Η μια άκρη του κασκόλ κατέληγε σαν ουρά φιδιού και η άλλη ήταν πλεγμένη με πλέξιμο χοντρό σαν το κεφάλι ενός αστείου, αλλήθωρου φιδιού που από το στόμα του έβγαιναν μακριές κλωστές πλεξίματος σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου και του ροζ.

-[Ο κύριος Σερπέντης! Δεν θα το πιστέψεις αλλά είχα ένα ακριβώς ίδιο όταν ήμουν μικρή! Θυμάμαι τον κρατούσα αγκαλιά σε όλο το ταξίδι απ την Αθήνα μέχρι την Νέα Υόρκη! Το φόρεσα μόλις βγήκαμε από το τελωνείο και το κτίριο του αεροδρομίου στην χιονισμένη πόλη και συνέχισα να το φορώ ακόμα και στον ύπνο μου μέχρι που καλοκαίριασε και έβγαλα αναφυλαξία και αποφάσισε ο θείος μου να το κρεμάσει πάνω από το κομοδίνο μου για να το βλέπω μην τυχόν και το χάσω. Γυρνούσα απ το σχολείο και έτρεχα στο δωμάτιό μου να δω μην τυχόν και κάποιο αόρατο πλάσμα είχε κλέψει τον κύριο Σερπέντη! Ούτε που θυμάμαι πως βρέθηκε στα χέρια μου, ήταν νομίζω αφού πέθανε η Χριστίνα και ο πατέρας μας… Τέλος πάντων, νομίζω πως πρέπει να μου το έδωσε η κοινωνική λειτουργός ή κάποιος άλλος από το ΠΙΚΠΑ που ήρθαν και μας παρέλαβαν εμένα και τον Many το πρώτο βράδυ. Μετά μείναμε σε ένα σπίτι κάποιας κυρίας, νομίζω πως ήταν η κοινωνική λειτουργός που ήρθε το πρώτο βράδυ… Δεν θυμάμαι και πολλά από κείνη την εποχή, δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα από κείνη την εποχή…]

-[Σερπέντης; Serpente λένε το φίδι στα Ιταλικά!]

-[Και serpent στα Αγγλικά! Η κοινωνική λειτουργός μας είχε κόλλημα με τα αγγλικά φαίνεται, όλος ο κόσμος εκείνη την εποχή ήταν παλαβωμένος με την κυρίως διεθνή γλώσσα της εποχής.]

-[Γιατί, το 2030 ποια είναι η κυρίως διεθνής γλώσσα;]

-[Τα Κινέζικα φυσικά, -μετά τα Αγγλικά-, και ακολουθούν οι Αραβικές διάλεκτοι!]

-[Και τα Ελληνικά;]

-[Ω! δεν θα το πιστέψεις, έχει γίνει η γλώσσα της ελίτ-κάστας, την μιλούν λίγοι, -ακόμα και στην Ελλάδα-, αλλά την μαθαίνουν στα παιδιά τους οι πλούσιοι και οι λόγιοι. Η Ελληνική έχει ανοίξει την δεύτερη σφραγίδα του επιπέδου αυτογνωσίας… Άσε καλύτερα να τα ζήσεις με την σειρά τους τα γεγονότα, μην σου τα λέω και φρικάρεις…]

-[Το 2030 θα είμαι αξιοθρήνητη γριά σε κάποιο οίκο ευγηρίας, αν βέβαια ζω μέχρι τότε!]

-[Δεν νομίζω, κάτι μου λέει πως δεν θα πορευτεί η ζωή σου έτσι…]

Έσκασα στο μάγουλο του Άτλαντα ένα πεταχτό φιλί για ευχαριστώ και μετά προσπάθησα να τον καθαρίσω απ το κατακόκκινο κραγιόν που άφησε την σφραγίδα της αγάπης μου.

-Μμμμ, μυρίζει φράουλα, τρώγεται κι όλας;

Μου έδωσε το μπράτσο και προχωρήσαμε αγκαζέ προς την κεντρική φοιτητική βιβλιοθήκη της πόλης.

Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που δεν έκανα διάλλειμα για τσιγάρο κάθε δέκα λεπτά. Όσο πιο πολλά βιβλία άνοιγα τόσο περισσότερο οι φόβοι μου επιβεβαιώνονταν. Η συμπεριφορά του Raimondo δεν ήταν φυσιολογική, -αν και ποια είναι φυσιολογική συμπεριφορά, και με ποια κριτήρια τελικά διακρίνουμε την φυσιολογική από την μη φυσιολογική; Ένα ήταν πάντως σίγουρο: Ο Raimondo έπασχε σίγουρα από κάποια διαταραχή, ίσως πιο πολλές από μια. Συμπεριφερόταν σαν δυο διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα περίεργο. Όλοι μας έχουμε αλλαγές συμπεριφοράς ανάλογα με τους ανθρώπους που απευθυνόμαστε και με την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε εμείς και οι άλλοι. Όμως εδώ ήταν σαν να υπήρχαν δυο πολύ διαφορετικές προσωπικότητες που απαντούσαν και σε δυο διαφορετικά ονόματα-ταυτότητες. Κρατούσα σημειώσεις και σχεδίαζα δένδρα και το τελικό αποτέλεσμα μου έδινε την εντύπωση της επιστημονικής φαντασίας στην πραγματικότητά μου.

Όλα αυτά έπρεπε να τα ετοιμάσω σαν ένα σενάριο και να το παρουσιάσω όσο το δυνατόν πιο σύντομα στον καθηγητή Mammi, στον μοναδικό που ένιωθα άνετα να ρωτώ ακόμα και τα πιο παλαβά μου σενάρια. Και από παλαβά σενάρια είχα δημιουργήσει ένα σωρό, η ψυχολογία, τα μυστήρια και τα μυστικά της ήταν το χόμπυ μου που κάποια μέρα θα γινόταν το επάγγελμά μου.

Τετάρτη πρωί παρουσίασα στην τάξη το σενάριό μου!

Βασική διαταραχή: πολλαπλές προσωπικότητες -που αρκετά χρόνια αργότερα θα μετονομάζονταν σε διασχιστική διαταραχή ταυτότητας.

Το βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι η ύπαρξη μέσα στο άτομο δύο ή περισσότερων ξεχωριστών προσωπικοτήτων-ταυτοτήτων ή και διαφορετικών πολλαπλών καταστάσεων προσωπικότητας.

Στο σενάριό μου ο πρωτογενής τύπος προσωπικότητας ήταν ένας άνθρωπος ντροπαλός, καλοπροαίρετος και δοτικός, άνθρωπος με αναστολές, που όμως δεν έχει γνώση της ύπαρξης άλλων καταστάσεων προσωπικότητας.

Ο δευτερογενής αντίθετα ήταν ζωηρός, ελευθεριάζων, εχθρικός και καχύποπτος που πάσχει και από δεύτερη διαταραχή, την αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Απαντά σε άλλο όνομα και απαιτεί να χρησιμοποιούν αυτό όταν απευθύνονται σ’ εκείνον. Είναι ψεύτης και εξαπατά για προσωπικό κέρδος και ευχαρίστηση. Εκλογικεύει το ότι κακομεταχειρίστηκε, πλήγωσε, ή έκλεψε από κάποιον άλλον. Ευερέθιστος, επιθετικός και συχνά βίαιος συμπεριφέρεται με απερίσκεπτη περιφρόνηση της ασφάλειας του εαυτού του ή των άλλων κάνοντας χρήση ουσιών και οδηγώντας κάτω από την επήρεια. Διακατέχεται από παντελή έλλειψη τύψεων, είναι άτομο αδιάφορο για όποιον πόνεσε σωματικά ή ψυχολογικά.

Υπέροχο σενάριο με ένα πρόβλημα: Υπήρχαν ελάχιστα άτομα διαγνωσμένα με πολλαπλές προσωπικότητες και υπήρχε έντονος σκεπτικισμός στο αν αυτά τα άτομα πραγματικά έπασχαν και δεν προσποιούνταν. Μια μερίδα ψυχιάτρων αμφισβητούσαν την ύπαρξη της συγκεκριμένης διαταραχής κι εγώ δημιουργούσα επιστημονικά σενάρια που μπορεί και να μην είχαν καμία σχέση με την επιστήμη.

Ο καθηγητής μου πάντως ενθουσιάστηκε. Η παρουσίαση του υποκειμένου ήταν λεπτομερής με στοιχεία που έδειχναν πως είχα μελετήσει σε βάθος και τις δυο διαταραχές.

-Θα ήμουν ο πιο ευτυχής επιστήμονας να συναντούσα έναν τέτοιο ασθενή, θα έγραφα βιβλία παρακολουθώντας τον σε βάθος χρόνου.

-[Δεν πρέπει να κοιτάξει και πολύ μακριά, πες του χαιρετίσματα!]

-[Ο Raimondo έχει πάρει το μάθημα με άλλον καθηγητή.]

-[Εκείνος δεν τον έβλεπε πως γυάλιζε το μάτι του;]

-[Μπορείς να είσαι λιγότερο δεικτική;]

-[Μπα, πες μου τώρα πως τον λυπάσαι και είσαι έτοιμη να τον συγχωρήσεις!]

-[Η αλήθεια είναι πως τον λυπάμαι. Τώρα που ξέρω πως είναι ασθενής…]

-[Αποστασιοποιήσου! Ξεκίνησε καινούριο κεφάλαιο στην ζωή σου… Αρκετά υπέφερες…]

Ναι, αυτό ήταν αλήθεια. Είχα υποφέρει αρκετά. Ενοχές γιατί γεννήθηκα εγώ και οι γονείς μου έπαψαν ν’ αγαπιούνται. Τελικά ίσως να μην είχαν πάψει ποτέ ν’ αγαπιούνται και απλά να έπρεπε να δουν πόσο είχαν πληγώσει την σχέση τους και το παιδί τους. Τελικά ίσως οι γονείς μου να έχτισαν την αποτυχημένη Δάφνη. Καιρός να την γκρεμίσω και να την ξαναχτίσω!

Με την παρουσίαση του σεναρίου είχα κλείσει ένα κεφάλαιο, είχα γυρίσει καινούρια σελίδα και επί τέλους, ένιωθα έτοιμη να στηριχτώ στις δυνάμεις μου.

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   δ. Padova, Κυριακή 21/10/1979

  1. iv. Υψηλές προσδοκίες

Είχε περάσει μια βδομάδα από τότε που η συνείδηση σαν εν-συναίσθηση της Δήμητρας είχε περάσει εντός μου και ένιωθα σαν να ήμασταν πάντα έτσι μαζί, δυο άνθρωποι γεννημένοι σε ένα σώμα. Είχε πάψει πλέον να είναι παράταιρη, ξένη κι  ανεπιθύμητη. Η Δήμητρα είναι ένα μέρος του εγώ μου, η Δήμητρα είναι το ώριμο μέρος του εγώ μου. Κι εγώ είμαι αυτό που δεν έζησε εκείνη όταν ήταν στην ηλικία μου: Λίγο παλαβούτσικη και αρκετά αδιάφορη για το τι πρόσταζαν οι νόρμες… Η μια συμπλήρωνε τις ελλείψεις της άλλης κι αυτό μας ολοκλήρωνε και τις δυο. Κι όμως υπήρχαν κάτω απ αυτή την συγκατοίκηση πληγές και εφιάλτες που καμιά μας δεν ήταν πρόθυμη να αποκαλύψει στην άλλη…

Το Σάββατο ήταν πάντα όμορφη μέρα, ή τουλάχιστον έτσι συνέβαινε εκείνες τις μέρες του τέλους του φθινοπώρου στην Πάντοβα. Τέλειωναν οι εργάσιμες μέρες οι γεμάτες άγχος και ομίχλες και το πρωί του Σαββάτου ξημέρωνε χαμογελαστό και ηλιόλουστο. Σάββατο πρωί σήμαινε παρέες να συναντιόμαστε από νωρίς στο Caffè Pedrocchi και να παίρνουμε το λεωφορείο για το Prato della Valle και Piazza del Duomo, και μετά Piazza del Santo και να τρέξιμο από την μια πλατεία στην άλλη ν’ ανακαλύψουμε σε ποια απ όλες υπήρχαν οι καλύτεροι πάγκοι με φτηνά ρούχα, παπούτσια και τσάντες. Κι ύστερα φαγητό στην πιο κοντινή mensa ή αν άντεχε το πορτοφόλι μας -και άντεχε τις πρώτες μέρες του μήνα όταν παίρναμε σε γράμμα την επιταγή από τους γονείς μας στην Ελλάδα-, στην pizzeria απέναντι από την Βασιλική του Αγίου Αντωνίου -La Basilica di Sant’Antonio- και την Piazza del Santo που την περιστοιχίζει.

Άλλες φορές ξυπνούσαμε και κάτι ούρλιαζε μέσα μας: Καφέ στην Piazza San Marco. Τι ήταν η Βενετία; ένα τσιγάρο δρόμος! χμμμ ίσως και δυο για να λέμε την αλήθεια… Το σπίτι μας ήταν κοντά στον σταθμό των τραίνων και οι γραμμές του τραίνου ήταν δυο τετράγωνα παραπέρα.

Φτάσαμε στην Πάντοβα λίγο μετά τις μία το μεσημεράκι, μέρα Τετάρτη στις δυο Αυγούστου του 1978. Πάνω από δυο μέρες ταξίδι, με το τραίνο να διασχίζει όλη την Γιουγκοσλαβία από τα νότια σύνορά της με την Ελλάδα μέχρι τα βόριά της που σε έφερναν στην Ιταλία.

Για μένα και τον Άτλαντα ήταν λίγο περιπέτεια και λίγο εμπειρία που ίσως τα αποτελέσματά της και να μην τα είχαμε σοβαρά υπολογίσει. Δεν υπήρχε όμως δρόμος επιστροφής, είχαμε τόσο πολύ επιμείνει να φύγουμε για σπουδές στην Ιταλία που μόνο ‘νικητές’ μπορούσαμε πλέον να γυρίσουμε και νικητές σήμαινε με πτυχίο πανεπιστημίου. Μας συνόδευαν, -κάτι ανάμεσα σε προστάτες και δεσμοφύλακες-, ο αδελφός μου ο Νίκος και ο πατέρας του Άτλαντα ο κύριος Γιώργος.

Σάββατο είχαμε βγει όλοι οι συμμαθητές από νωρίς το απόγευμα στην κεντρική πλατεία. Ξεπροβάλαμε παρέες-παρεούλες δυο-τρεις μαζί απ όλους τους δρόμους που κατέληγαν στην πλατεία, και βολτάραμε πάνω-κάτω περιμένοντας ανυπόμονα και τους υπόλοιπους. Όταν μαζευτήκαμε όλοι -και αφού ρίξαμε ένα καλό βρισίδι σε όσους είχαν αργήσει-, σταθήκαμε στην άκρη της πλατείας για να ρίξουμε άλλον έναν τσακωμό για το που θα πηγαίναμε.

Η πρώτη πρόταση ήταν φυσικά το Παυσίλυπο. Όλοι οι ενήλικοι έπιναν καφέ στο Παυσίλυπο κι εμείς πλέον ήμασταν τελειόφοιτοι εξατάξιου γυμνασίου, ενήλικοι ‘με το μαχαίρι και την βούλα’ δηλαδή. Το ‘Παυσίλυπον’ ήταν το σήμα κατατεθέν της πόλης μας, κάτι σαν τον Βασιλικό Κήπο της Αθήνας αλλά σε πιο …επαρχιακή κλίμακα. Μέχρι και άγρια ζώα είχε σε κάτι κλουβιά δέκα μέτρα επί είκοσι, νομίζω πως όλα κι όλα ήταν ένα ξεμαλλιασμένο γέρικο λιοντάρι και μερικές φασαριόζικες μαϊμούδες.

Πάντως το μακράν πιο άγριο ζώο στο Παυσίλυπο ήταν το σιχαμερό τσουρνοπούλι ο Τούλης-ο-Σκατούλης. Πιστεύω πως ένας σύγχρονος ψυχίατρος ζώων θα τον είχε διαγνώσει με σχιζοφρένεια. Τώρα, αν αναρωτιέστε ποιος είναι ο Τούλης σημαίνει πως δεν διαβάσατε το προηγούμενό μου μυθιστόρημα, -και το χάσιμο δικό σας. Αν όμως το διαβάσατε θα με θεωρήσετε τεμπέλα αν αντιγράψω με ότι τον στόλιζα στο δεύτερο βιβλίο μου οπότε θα πρέπει να βρω να γράψω κάτι χαριτωμένο και κομψό για τον τρομοκράτη της πόλης μας! Ο Τούλης ήταν ο ‘παγώνης’, ένα παγώνι με πολλά προσωπικά άλυτα προβλήματα και υστερίες ξαφνικές κάτι σαν την γυναίκα του ‘κληρονομικό-χάρισμα-βουλευτής’ της πόλης, -από πάππου προς πάππου η οικογένεια βουλευτές και ‘βολευτές’-, άλλη επεξήγηση δεν χρειάζεται θαρρώ, όλοι Έλληνες είμαστε γνωρίζουμε καλά το πελατειακό πολιτικό σύστημα. Έλα, έλα εσύ εκεί στην πίσω σειρά που μορφάζεις δυσαρεστημένα και κάνεις τον θιγμένο, νομίζεις πως δεν ξέρω πως μπήκε η κόρη σου ταμίας στο σούπερ-μάρκετ; Μην με κάνεις να ξεφεύγω απ το θέμα «περιγράψτε τον Τούλη με δικά σας λόγια» και πάρω κάτω από την βάση στην έκθεση, μην με κάνεις να πλατειάζω!

Ο Τούλης λοιπόν ήταν ένα παγώνι που μάλωνε με όλους και όλα, ακόμα και τον εαυτό του αν δεν έβρισκε σε ποιον να ξεσπάσει! Τα έβαζε με τα αδέσποτα σκυλιά και τα γατιά που τολμούσαν να μπουν στο βασίλειό του, -το Παυσίλυπο. Τα έβαζε με τις πάπιες και τους κύκνους και κυνηγούσε τα δύσμοιρα πουλιά μέχρι να τρέξουν και να βουτήξουν για να γλυτώσουν στις δυο λιμνούλες του κήπου. Τα έβαζε με τα παιδιά: όλοι της ηλικίας μου έχουν ενθύμιο από τον Τούλη. Κρυβόταν το άθλιο φτερωτό γαλοπουλοειδές πίσω από τους χαμηλούς θάμνους -που ο φύλακας περιποιόταν πάντα πολύ προσεκτικά- δεξιά κι αριστερά των στενών σκονισμένων δρόμων σε όλη την έκταση του Παυσίλυπου, κι εκεί που περπατούσες ανύποπτος, στάσου και κάνε εικόνα στο μυαλό σου.

Πεταγόταν σαν καουμπόης στον σκονισμένο δρόμο μιας  κινηματογραφικής πόλης του Τέξας εκείνης των spaghetti western’. Ένιωθες από μακριά την απειλή σαν σε κοιτούσε βαθειά στα μάτια, -απειλή ο καουμπόης απειλή και ο Τούλης.

Τα χέρια κοντά στα περίστροφα ο καουμπόης, τα δάχτυλα έτοιμα να ξεκουμπώσουν τις θήκες και να αρπάξουν τον Θάνατο. Ο Τούλης απ την άλλη δεν είχε χέρια, άνοιγε όμως την ουρά του την πλουμιστή με τα χίλια μάτια πάνω της, κι ένιωθες το ρίγος στο πίσω μέρος της σπονδυλικής σου στήλης -ειδικά αν σε είχε τσιμπήσει ήδη μια φορά στην ζωή σου και γνώριζες τον πόνο από πρώτο χέρι.

Ο καουμπόης πλήγωνε τον χωματόδρομο με την μυτερή άκρη του καλογυαλισμένου του παπουτσιού -πως γινόταν πάντα σε ‘καουμπόικα’ τίγκα στην λάσπη ή την σκόνη ο δρόμος, αλλά το παπούτσι στην τρίχα; Ο Τούλης απ την άλλη δεν φορούσε παπούτσια αλλά χτυπούσε τα πόδια του στο έδαφος τινάζοντάς τα προς τα πίσω σαν τον ταύρο στην αρένα.

Κι ύστερα μετά από δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής ξεκινούσε η μουσική του Ennio Morricone δραματική, απόκοσμη, -εδώ και τώρα κάποιος θα πεθάνει. Ο Τούλης πάλι που δεν πρωταγωνιστούσε όχι σε σπαγγέτι-γουέστερν αλλά ούτε καν σε φιλμ του Φίνου, δεν είχε να πληρώσει συνθέτες να του γράψουν μουσική, και την αντικαθιστούσε με το δικό του μοναδικό ‘κρώξιμο’ το διάσημο ‘Τούλειο’ γλου-γλου-γλου, -μα γαλοπούλα είσαι ρε αγόρι μου τελικά;

Ο καουμπόης έβγαζε τα όπλα και σε βάραγε μια στην καρδιά και μια ανάμεσα απ τα μάτια για να σ’ αποτελειώσει. Ο Τούλης έβαζε το κεφάλι κάτω και άρχιζε να τρέχει προς το μέρος του θύματος. Σε ανύποπτο χρόνο έφτανε χοροπηδώντας άγαρμπα απ το ένα πόδι στο άλλο, και πυροβολούσε τσιμπιές μια στο δεξί και μια στο αριστερό πόδι κι όποιο πετύχαινε το σακάτευε!

Μετρημένους στα δάχτυλα δεν έβαζε στόχο το πουλερικό. Την Σοφία και την Αγαπούλα, τις δυο αδελφές που πουλούσαν σάμαλι και χαλβά στην είσοδο του Παυσίλυπου, και που μαζεύοντας τα καλούδια τους τον τράταραν με λιχουδιές λίγο πριν φύγουν το βράδυ, και τον φύλακα που τον τάιζε. Οι σχέσεις ήταν καθαρά εξάρτησης και όχι αγάπης, αλλά με τέτοια τρέλα που κουβαλούσε εκείνος ο φτερωτός διάβολος ποτέ δεν ήξερες. Ειδικά όταν τον έβλεπες να ακουμπάει το κεφάλι του στον ώμο του φύλακα που τον αγκάλιαζε και τον χάιδευε και να κλείνει τα μάτια γεμάτος ευτυχία, δεν ήξερες τι να σκεφτείς.

Δεν πείραζε ποτέ επίσης την φίλη μου την Λήδα. Εκείνη μας έλεγε πως κάποτε την είχε στο μάτι, λες και την ‘οσφραινόταν’, την περίμενε πίσω από θάμνους και της ‘κεντούσε’ τα πόδια χωρίς οίκτο μέχρι που μια μέρα έκανε την επανάστασή της: Με το που ξεπετάχτηκε μπρος της και ζύγισαν τα βλέμματά τους εκείνη άρχισε να του γαβγίζει σαν άγριο σκυλί και να αλυχτά τόσο απόκοσμα που τρόμαξαν και μέριασαν τα πλάσματα του κήπου, έβαλε μπρος το ποδήλατό της και τον πήρε στο κυνήγι. Τον έτρεξε, -έλεγε η Λήδα γιατί ο Τούλης δεν μιλούσε ανθρώπινα-, τρεις φορές το πάρκο ολόκληρο μέχρι που τον ‘έτζιαξε’ σε μια γωνία στην πλευρά που το Παυσίλυπο έβλεπε το πρώτο γυμνάσιο αρρένων. Ο Τούλης κάθισε στο έδαφος με τα πόδια κουλουριασμένα κάτω από τα φτερά και τα πούπουλα, αποκαμωμένος και έτοιμος να πληρώσει το τίμημα.

-Σταμάτησα και τον κοίταξα να παραδέχεται την ήττα του και ήθελα να βάλω πάλι μπρος και να τον χτυπήσω εκεί στην γωνιά μέχρι να τον λιώσω, να του σπάσω τα φτερά, να του σακατέψω τα πόδια. Πόσες φορές με είχε κάνει να κλάψω, πόσες φορές ήθελα να πάω στο Παυσίλυπο και έτρεμα την στιγμή που θα βρισκόταν μπροστά μου… Και μετά το μόνο που απέμεινε ήταν θυμός. Θυμός όχι εναντίον ενός επιθετικού πουλιού αλλά θυμός ενάντια στον ίδιο μου τον αυτό που άφηνα να με κυβερνάει ο φόβος. «Μην τολμήσεις ξανά να με πλησιάσεις, σίχαμα» του φώναξα και γύρισα να φύγω. Τον άκουσα να γουργουρίζει γλου-γλου-γλου μέχρι που έφτασα στο άλλο σχεδόν άκρο του πάρκου. Νομίζω πως είχε αποδεχτεί την ήττα του και με παρακαλούσε να καθίσω μαζί του, αλλά τόση ψυχική ανωτερότητα ούτε την είχα ούτε την απέκτησα ποτέ!

Βέβαια υπήρχε και η εναλλακτική λύση, η ‘Παπαράτζα’, το άλσος με βελανιδιές, φτελιές και νερόφραξους που το λέγαμε αλλιώς και ‘χίλια δένδρα’, τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης, στον δρόμο για την λίμνη Πλαστήρα, την λίμνη του Μέγδοβα όπως την ξέραμε εμείς οι ντόπιοι. Κι εδώ όμως υπήρχε ο αντίλογος. Στην Παπαράτζα θα πηγαίναμε με ποδήλατα και όσο ακόμα υπήρχε φως δεν θα ήταν δύσκολη η μετάβαση, το βράδυ όμως στην επιστροφή τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο εύκολα με τους περισσότερους από μας να μην έχουμε καθρεφτάκια, φλας και φώτα. 

Αφού τσακωθήκαμε οι μισοί με τους άλλους μισούς τελικά πάρθηκε η απόφαση. Πρώτα θα πηγαίναμε για καφέ, γλυκό ‘κοφτή’ και παγωτό μόκα στο ‘Κιέριον’ και μετά στα φαγάδικα της πέρα πλατείας. Ο Βαγγέλης είχε φέρει την κιθάρα του κι ο Φίλιππος το μπουζούκι και κάποιος είχε τηλεφωνήσει στον Νιόνιο -που ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερός μας αλλά φίλος του αδελφού του-, να ρθει κι εκείνος να τους συνοδεύσει με την δική του κιθάρα. Η Κατερίνα -που είχε απίστευτη φωνή, ήξερε όλα τα ρεμπέτικα και ήθελε να γίνει τραγουδίστρια-, έφερε το ακορντεόν. Όλοι μαζί -σαν όχλος απειλητικός-, κινηθήκαμε προς το ζαχαροπλαστείο,  ‘ιδιοποιούμενοι’ τον χώρο και κάθε καρέκλα, και με περισσό θράσος ζητούσαμε να δανειστούμε και τις καρέκλες του διπλανού εστιατορίου. Όσοι έμειναν χωρίς θέση κάθισαν τελικά σταυροπόδι και όλη η πόλη θαύμαζε την νέα φουρνιά των τελειόφοιτων να συμπεριφέρεται «σα διαόλια που χουρουπδούσαν σια πέρα κι σια δώθι σαν μαιμούλια στην αζούγκλα, ούι μάναμ’ που βρέθκαν τέτοια ζντγκαρδίτσα;»

Νομίζω πως ήμασταν η πιο φασαρτζίδικη χρονιά τελειόφοιτων, αλλά μπορεί έτσι να νομίζει η κάθε φουρνιά, ποιος ξέρει; Αφού διώξαμε τους πάντες  απ το ‘Κιέριον’ και τρομοκρατήσαμε κάθε ψυχή που τόλμησε να πλησιάσει με τα γέλια και τα πειράγματά μας, αποφασίσαμε πως πεινούσαμε αρκετά και πως καιρός ήταν να πάμε να καταστρέψουμε και την ησυχία άλλης γειτονιάς. Μέχρι να φτάσουμε στην πλατεία μπροστά στο Παυσίλυπο είχαμε τσακωθεί άλλη μια φορά για το που θα κατέληγε το άγριο ‘ασκέρι’ μας. Πολλοί ήθελαν να πάμε σε φαγάδικο-τσιπουράδικο και άλλοι τόσοι ψηφίσαμε pizza ‘δαγκωτό’.

Μια pizzeria υπήρχε τότε στην πόλη μας, του Χάρμπα. Για φαρμακοποιός πήγε να σπουδάσει με την γυναίκα του, αλλά αποφάσισαν τελικά πως ήταν καιρός να απολαύσουμε κι εμείς τις Ιταλικές νοστιμιές και έβαλαν τα πτυχία της φαρμακευτικής σε όμορφα κάδρα που τα κρέμασαν στους τοίχους της πιτσαρίας. Μαγείρευαν πίτσες και καρμπονάρες και τορτελίνια με κρέας και τυριά και μέσα σε ένα εξάμηνο όχι μόνο έκαναν απόσβεση αλλά είχαν και τόσα κέρδη που νοίκιασαν και το διπλανό μαγαζί και άνοιξαν και Ελληνική κουζίνα.

Διώξαμε, -με ευγένεια αλλά συνοπτικές διαδικασίες-, τον κοσμάκη που είχε φάει και έπινε την πορτοκαλάδα του και καταλάβαμε τα τραπεζάκια κι όσοι καθίσαμε, καθίσαμε! Οι υπόλοιποι στεκόμασταν σαν τους Χάρους πάνω απ τα κεφάλια όσων έτρωγαν ακόμα κάνοντας χαμηλόφωνα -αλλά αρκετά δυνατά για να μας ακούσουν-, παρατηρήσεις.

-Άντε μάνα μου, ένα τελευταίο κομμάτι έμεινε στο πιάτο, τώρα σας έπιασαν οι ντροπές ποιος θα απλώσει να το πάρει;

-Να πάω να το πάρω εγώ μπας και καταλάβουν πως περιμένουμε κι εμείς οι πεινασμένοι, λες;

-Μπα, άσε θα πάω από πάνω και θα μου τρέχουν τα σάλια και θα κάνω σλουρπ και ξανά-σκουρπ, και ματά-ξανά σλουρπ, ε, θα καταλάβουν, δεν θα καταλάβουν;

Και έφυγαν οι δύσμοιροι, έφυγαν… Έφυγαν άλλοι αγριοκοιτάζοντας μας και  κουβεντιάζοντας μεταξύ τους αλλά αρκετά δυνατά για να τους ακούσουμε πως «η νέα γενιά δεν είχε σεβασμό στους μεγαλύτερους, και πωπώ σε τι επικίνδυνους ατραπούς οδηγείται ο κόσμος, σίγουρα κατά διαόλου». Άλλοι πάλι έφευγαν γελώντας «πφφφ, δες τα τσουτσέκια, ακόμα δεν βγήκαν απ τ’ αυγό τους κι έπιασαν τον παπά απ τα …γένια!»

Κάναμε κατάληψη σε κάθε τραπέζι, σε κάθε καρέκλα, σε κάθε σκαμπό και πήραμε και τα θάρρητα και ενώσαμε τα τραπέζια όπως μας βόλευε, το ένα δίπλα απ το άλλο, ή σε γωνίες δημιουργώντας το πλήρες χάος στην πλευρά της πλατείας απέναντι απ το μαγαζί που άπλωνε τα τραπέζια και τις καρέκλες του κάτω από το άγαλμα του τοπικού ήρωα. Πως δεν κατέβηκε απ το άλογό του να μας ‘κόψει’ με το γιαταγάνι του ήταν ένα θαύμα, ή ίσως θαύμα θα ήταν αν ζωντάνευε;

Ήρθαν τα έρμα τα γκαρσόνια να μας δώσουν καταλόγους με το μενού και άρχισε ο επόμενος καυγάς. «Εγώ θα φάω pizza τι δουλειά έχουν δεξιά και ζερβά μου κάποιοι που διάλεξαν μακαρονάδες ή μπιφτέκι;» Αρχίσαμε να φωνάζουμε κάποιον που διάλεξε ότι κι εμείς να έρθει να καθίσει δίπλα μας, αλαλαγμοί, αλλαγές θέσεων και τραπεζιών, μετά πάλι αλλάζαμε γνώμη και «εγώ θέλω πίτσα μαργαρίτα, τι δουλειά έχω με σένα που θέλεις την σκεπαστή;»

Εγώ κάθισα με δυο φίλες μου, αλλά η αλήθεια είναι πως φίλες δεν είχα. Για μένα φιλία σήμαινε να κοιτάς την φίλη σου και να σε κοιτάει και να ξέρετε κι οι δυο τι σκέφτεται η άλλη, κι εγώ τέτοια σχέση δεν είχα με κορίτσι. Δεν είχα ‘φιλενάδες’ να μοιραστούμε τα μυστικά μας για τα αγόρια, δεν ένιωθα την ανάγκη να μοιραστώ τα συναισθήματά μου και την μιζέρια μου, άλλωστε μου αρκούσε να κοιτάξω τον Άτλαντα και να με κοιτάξει κι εκείνος και ξέραμε κι οι δυο τι σκεφτόταν ο άλλος.

Τον κοιτούσα στο τραπέζι απέναντι και αναρωτήθηκα αν ένιωθε την αγωνία και τις αμφιβολίες μου, αν είχε κι εκείνος τις ίδιες σκέψεις. Γύρισε και με κοίταξε και μου χαμογέλασε από μακριά κι ήξερα, ήξερα πως τίποτα δεν θα πήγαινε στραβά, αλλά κι αν πήγαινε θα ήταν εκείνος δίπλα μου να με στηρίξει…

Κι αφού φάγαμε, και πειράξαμε οι μισοί τους άλλους μισούς, κι αφού κάποιοι τόλμησαν να πιούν ακόμα και μπύρα, -ναι φυσικά και ήπια κι εγώ, δεν ήταν η πρώτη φορά άλλωστε-, ο Βαγγέλης πήρε την κιθάρα μετά από συνεχόμενα «Βαγγέλη, Βαγγέλη, έλα ρε τι την έχεις και την κρατάς στην θήκη της;» Κι ύστερα όλοι όσοι είχαν φέρει κιθάρες και μπαγλαμάδες, και ακορντεόν, τον ακολούθησαν και τραγουδήσαμε όλοι, και καθόλου δεν μαλώσαμε πιο τραγούδι θα πούμε και πιο θ’ αφήσουμε, γιατί δεν αφήσαμε κανένα μέχρι τις πέντε που άρχιζε να χαράζει ο Θεός την Κυριακή Του.

Εκείνη την Κυριακή την πέρασα χαζολογώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο και έχοντας την μαμά και τον μπαμπά να με συμβουλεύουν για τα πάντα λες και ήμουν μωρό παιδί.

Δευτέρα πρωί μετρούσαμε βαλίτσες και βαλιτσάκια και είχα πέσει σε κατάθλιψη που μέσα σε τρεις τεραστίων διαστάσεων βαλίτσες που είχα για τον εαυτό μου χωρούσε μόνο το ελάχιστο της προσωπικής μου περιουσίας σε ρούχα, παπούτσια και παιχνίδια που είχα στο δωμάτιό μου.

Το τραίνο για Ιταλία περνούσε από Παλαιοφάρσαλα που ήταν το πιο κοντινό από την πόλη μας μεγαλοχώρι που μπορούσαμε να ανεβούμε στις τρεις παρά δέκα τα χαράματα όπως έλεγε το δρομολόγιο. Έπρεπε να είμαστε στον σταθμό κατά τις δυο και τέταρτο, τουλάχιστον μισή ώρα πριν την αναχώρηση, λες και θα έφτανε το ‘οτομοτρίς’ ποτέ πιο νωρίς από την ώρα του!

Κι έτσι η μαμά ανάγκασε κι εμένα και τον Νίκο, -ενήλικο άνθρωπο και γιατρό-, να κοιμηθούμε απ τις εφτά το απόγευμα μέχρι τις δώδεκα, ύπνος με το ζόρι δηλαδή. Μας έσπρωξε στα δωμάτιά μας, έκλεισε τα πατζούρια μας και διέταξε: Θα τον χρειαστείτε αυτόν τον ύπνο, δυο εικοσιτετράωρα ταξίδι θα κάνετε, να είσαστε πολύ προσεκτικοί στο τραίνο, με το ένα μάτι ανοιχτό να κοιμάστε και εκ περιτροπής.

Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα όλη η οικογένεια είχε εγερτήριο, ακόμα και ο Γιάννης πρότεινε να έρθει μαζί μας μέχρι τα Παλαιοφάρσαλα.

-Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να μην πάνε αεροπορικώς  από Αθήνα μέχρι Βενετία και μετά με το τραίνο μέχρι την Πάντοβα, ξεφυσούσε εδώ και μέρες ο μπαμπάς.

-Επειδή φοβάμαι τα αεροπλάνα, αντιγύριζε με επιμονή γαιδάρου η μαμά.

-Μα να υποστούν ταλαιπωρία δυο μερόνυχτα ενώ θα μπορούσαν να φτάσουν σε τρεις ωρίτσες;

-Θέλω τα παιδιά μου ζωντανά Χριστόφορε, και τα αεροπλάνα πέφτουν!

Δεν ξέρω ποιο ΄κουμπί’ του μπαμπά είχε βρει εδώ και λίγο καιρό η μαμά, αλλά εκείνος είχε γλυκάνει πολύ κι εκείνη ήταν πιο τρυφερή μαζί του. Η ιδέα των γονιών μου μαζί χωρίς να τσακώνονται συνέχεια μου φαινόταν αστείο, ένα αστείο όμως που κατά βάθος μου άρεσε και με συγκινούσε.

Ξεκινήσαμε στις μια με δυο αμάξια φορτωμένα στο φουλ. Στο ένα εγώ, ο μπαμπάς και ο Νίκος και στο άλλο η μαμά και ο Γιάννης δυο βαλίτσες στο ένα αμάξι και δυο στο άλλο. Κοίταξα το σπίτι μας κάτω απ το φως του φεγγαριού, πόσο όμορφο ήταν γιατί δεν το είχα προσέξει ποτέ πιο πριν; Η μαμά με τον Γιάννη είχαν ήδη ξεκινήσει, έλα μπαμπά, βάλε μπρος την μηχανή, έλα πριν το μετανιώσω…

-Φημονόη, θυμάσαι; «Η Απόφαση για την ζωή σου να είναι πάντα δικιά σου», ακόμα και τώρα μπορείς ν’ αποφασίσεις να μείνεις…

Με φώναζε Φημονόη κάθε φορά που έπρεπε να πάρω μια σοβαρή απόφαση στην ζωή μου. Για τον πατέρα μου που ήταν αρχαιολόγος το όνομα που μου είχε δώσει σήμαινε πολλά. Η Φημονόη ήταν κόρη του Θεού Απόλλωνα και η πρώτη Πυθία στο Μαντείο των Δελφών. Θεωρείται η πρώτη που εφηύρε τον εξάμετρο στίχο των χρησμών και σ’ αυτήν απέδιδαν την παλαίφατη ρήση που φερόταν αναγραμμένη στο χρηστήριο των Δελφών: ‘Γνώθι σαυτόν’ και δίνοντάς μου το όνομα ήθελε να μου εμφυσήσει και την χάρη!

Όταν ήμουν δώδεκα χρονών το καλοκαίρι που είχα τελειώσει το Δημοτικό ο μπαμπάς ήρθε και με πήρε μαζί του για δέκα πέντε μέρες όπως είχε συνεννοηθεί με την μαμά. Εγώ κι εκείνος, μόνοι μας. Η μαμά μου είχε ετοιμάσει την βαλίτσα την μεγάλη με ένα σωρό ρούχα και παιχνίδια -για να μην νιώσω μοναξιά μακριά απ το σπίτι μας-, και ο μπαμπάς κατέφτασε με το τεράστιο αμάξι του από Αθήνα κατά τις δέκα.

-Το κορίτσι και τα μάτια σου, του είπε συννεφιασμένα και με κοφτό τρόπο, συνοδεύοντάς με έξω με το που τον είδε από τις τζαμαρίες του καθιστικού να μας περιμένει ακουμπισμένος στην δεξιά πόρτα του κόκκινου Opel Rekord coupe.

-Τι κάνεις Κατερίνα; Κάθε φορά που σε βλέπω γίνεσαι και πιο όμορφη!

Κάτι στην έκφραση του μπαμπά ήταν αλλιώτικο, δεν είχε το περιπαιχτικό, παιχνιδιάρικο ύφος καθώς την κοιτούσε από τα νύχια μέχρι την κορυφή αργά, προκλητικά σαν να την έγδυνε.

-Χριστόφορε, θα είστε μόνο εσείς οι δυο ελπίζω, θα το εκτιμούσα πολύ να μην σας συνοδεύουν φοιτητριούλες και άλλου είδους -ούλες.

-Ένας τρόπος υπάρχει να ξέρεις με σιγουριά. Έλα μαζί μας…

-Όταν παγώσει η Κόλαση!

-Καλά αγάπη, ζήσε μόνη σου στους ψεύτικους Παραδείσους που κατοικοεδρεύεις μόνη.

-Να προσέχεις το παιδί, άλλο δεν σου λέω. Θα μου τηλεφωνείς κάθε βράδυ και αν μου κάνει το ελάχιστο παράπονο θα ρθω να την πάρω αμέσως!

-Ναι Βεληγκέκα μου!

Ο μπαμπάς άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, μου έκανε μια υπόκλιση και αφού με βοήθησε να καθίσω γύρισε χαριτωμένα και πριν η μαμά το καταλάβει την άρπαξε αγκαλιά της έκανε μια στροφή γύρω απ τον εαυτό της και της έκανε το πιο τρυφερό χειροφίλημα.  

-Γεια σου όμορφή μου Δεσποσύνη την πείραξε αρπάζοντας την βαλίτσα μου ανοίγοντας το πορτ μπαγκάζ και τοποθετώντας την δίπλα από την δική του.

-Έτοιμο το κορίτσι μου για την περιπέτεια της ζωής του; με ρώτησε  την ώρα που καθόταν δίπλα μου.

-Χμμμ, ναι, φαντάζομαι, του είχα απαντήσει.

Έσβησε την μηχανή που μόλις είχε ανάψει και γύρισε προς το μέρος μου.

-Φημονόη μου θέλω να μιλήσουμε οι δυο μας σαν να είμαστε παιδιά και μεγάλοι άνθρωποι ταυτόχρονα. Εγώ, θέλω πολύ να κάνουμε αυτό το ταξίδι μαζί, εμείς οι δυο και κανένας άλλος να μην μπει ανάμεσά μας. Το έκανα και με τ’ αγόρια, όμως εκείνοι το ήθελαν κι οι δυο όσο κι εγώ. Εσύ όμως το θέλεις; Κι αν ναι, πόσο πολύ  και γιατί; Αν το θέλεις για να κάνεις εμένα ευτυχισμένο είναι ο λάθος λόγος μωρό μου. Δεν έχω δικαίωμα να σε πιέσω, δεν έχω δικαίωμα να στο ζητήσω καν. Αν όμως το θέλεις για την περιπέτεια, για να περάσουμε οι δυο μας όμορφα και να σου δείξω πράγματα που κανείς άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο εγώ, τότε φεύγουμε. Η απόφαση είναι δική σου. Η απόφαση να είναι πάντα δική σου και να είσαι προετοιμασμένη να πεις μεγάλα και λιγότερο μεγάλα όχι αν το είναι σου, αν η καρδιά σου, η ψυχή και η νόησή σου, -όλα μαζί ή ένα απ όλα-, αρνούνται να συμφωνήσουν.

Κι έπεσε ανάμεσά μας απόλυτη σιωπή.

-Εκεί τις τελευταίες μέρες ίσως χρειαστεί να γυρίσουμε πιο νωρίς, μπαμπά.

-Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που θα έπρεπε σαν πατέρας να ξέρω;

-Συνήθως αυτά τα συζητάω με την μαμά…

-Αδιαθέτησες κι όλας; Αφού είσαι παιδί ακόμα!

-Ναι, ξεφύσησα απελευθερωμένη απ το βαρύ μυστικό!

-Έχεις τρόπο να αντιμετωπίσεις την κατάσταση αν συμβεί;

-Ναι μπαμπά…

-Πες μου την απόφασή σου, μήπως θέλεις χρόνο να το σκεφτείς και πάλι;

-Είμαι έτοιμη μπαμπά. Το θέλω πολύ!

Κι έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της Γνώσης και της Αυτογνωσίας εκείνο το καλοκαίρι. Ακολούθησα αυτό που το είναι μου, η καρδιά, η ψυχή και η νόησή μου, -όλα μαζί αλλά και καθ’ ένα απ το σύνολο-, ήθελαν πολύ να γευτούν.

Κάθε φορά που έπρεπε να πάρω μεγάλες ή λιγότερο μεγάλες αποφάσεις κι ένα απ όλα επαναστατούσε -αλλά εγώ αρνήθηκα να ‘διαβάσω’ τα σημάδια-, κατέληγα σε πανωλεθρία και πόνο που βαθιά μέσα μου  ήξερα πως μπορούσα να αποφύγω. Αλλά τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής μου ήταν συλλογή εμπειριών. Πολλά λάθη και άλλα τόσα μαθήματα. Η Σοφία με περίμενε υπομονετικά. Εκεί πίσω από σκοτεινές γωνιές της ψυχής και του μυαλού μου η Σοφία χαμογελούσε συγκαταβατικά κάθε φορά, ξέπλενε με δάκρυα τις πληγές μου, και περίμενε υπομονετικά…

Εκείνο το καλοκαίρι ο Χριστόφορος μου γνώρισε τον κόσμο που αγάπησε. Ξεκινήσαμε με Δελφούς, τον ιερότερο για εκείνον χώρο για δυο Λόγους. Γιατί εκεί βρήκε εκείνος σαν παιδί λόγο ύπαρξης μετά από μια μυστικιστική εμπειρία και γιατί εκεί δημιουργήθηκα εγώ, το αναπάντεχο παιδί ενός εκρηκτικού έρωτα που σιγοέσβηνε.

-Ξέρεις Φημονόη μου, -μου έλεγε πολλά χρόνια αργότερα όταν εκείνος κι η μαμά είχαν περάσει στον ‘χειμώνα’ της ζωής τους-, αν δώσεις και πάλι μια τόσο δούλα μικρή σπίθα σ’ έναν εκρηκτικό έρωτα που πέθανε, υπάρχει περίπτωση αν σεβαστείς την δυαδικότητα της σχέσης να γεννηθεί μια μεγάλη Αγάπη. Κι εγώ με την μάνα σου τα γευτήκαμε όλα, τον Έρωτα, τα Λάθη, την Αγάπη.

Όμως εκείνο το καλοκαίρι του 72 ήταν και για τους δυο μας εποχή μεγάλων πειραματισμών, μεγάλων και μικρών λαθών και Γνώσης που θα μας οδηγούσαν στην Αυτογνωσία. Εκείνο το καλοκαίρι του 72 ο πατέρας μου με μύησε στον Κόσμο του χωρίς να ανοίξουμε βιβλίο. Αντί για δέκα πέντε μέρες ταξιδέψαμε μαζί όλο τον Ιούλιο. Κάθε βράδυ τηλεφωνούσαμε στην μαμά που στην αρχή δυσκολευόταν να πιστέψει πως περνούσα τόσο καλά με τον μπαμπά αλλά πιο πολύ δυσκολευόταν να πιστέψει πως ο μπαμπάς περνούσε τόσο καλά μαζί μου. Ο πατέρας μου, μου έδειξε πώς να  ‘οσφρύζομαι’ την Ιερότητα του Αρχαίου Κόσμου. Δεν λυπήθηκε ποτέ που δεν ακολούθησα τις αναζητήσεις και την επιστήμη του μιας που ήξερε πως η Γνώση που μου είχε εμφυτεύσει εκείνο το καλοκαίρι θα ήταν ‘προικιό και περιουσία’ μου να προσθέσω στην Γνώση που θα αποφάσιζα εγώ να αποκτήσω για μένα…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   ε. Padova, Κυριακή 21/10/1979

  1. v. Πρώτο ταξίδι έτυχε τραίνο…

-Φημονόη, θυμάσαι; «Η Απόφαση για την ζωή σου να είναι πάντα δικιά σου», ακόμα και τώρα μπορείς ν’ αποφασίσεις να μείνεις…

Γύρισα και τον κοίταξα, κι ήξερα πως η Απόφαση τελικά ήταν δική μου. Για πάνω από έξι μήνες πίστευα πως το οικογενειακό συμβούλιο που είχε γίνει τις μέρες των Χριστουγέννων για να αποφασιστεί το μέλλον μου είχε γίνει ‘για μένα, χωρίς εμένα’. Ήθελα να πιστεύω πως εκείνοι είχαν αποφασίσει για την ζωή μου για να αρνούμαι να αποδεχτώ την ευθύνη των λαθών που θα έκανα μελλοντικά. Κι όμως, στην πραγματικότητα, οι γονείς και τ’ αδέλφια μου είχαν απλώσει ένα δίχτυ ασφαλείας κάτω απ το πρώτο πέταγμα έξω απ την φωλιά μας, τα πρώτα βήματα έξω απ την οικογενειακή εστία.

-Είμαι έτοιμη μπαμπά, ναι είμαι έτοιμη!

-Θα κάνεις λάθη, το ξέρεις αυτό, ε;

-Θα πέσω και μετά θα σηκωθώ και πάλι!

-Τι κορίτσι έχω εγώ! Άξιο τέκνο Κουρούτη-Περισσού.

-Και Ρεζά!

-Λίγο Ρεζά, πολύ λίγο, ευτυχώς!

-Μπαμπά, θα σε καρφώσω στην μαμά…

-Φημονόη, έχω πιο πολλά στοιχεία στα χέρια μου να δώσω στην μητέρα σου, τι λες, ξεκινάμε έναν πόλεμο που θα σε φάω στα Σημεία και τις Αρχές; Ποιος έπινε μπυρίτσα χτες Σάββατο βράδυ,  ας πούμε;

-Μπαμπακούλη μου, εσύ! Πόσο πολύ σε αγαπώ που δεν με ‘δίνεις’ στην κόρη του Ρεζά την στρίγγλα!

-Άξια κόρη του μπαμπάκα σου, εσύ μωρό μου! Αν ξαναπείς όμως την μάνα σου στρίγγλα θα σε χαστουκίσω αλύπητα! Αυτό το δικαίωμα το κρατάω μόνο για μένα!

Τελικά η σχέση μου με τον πατέρα μου είχε γερές βάσεις. Στην πραγματικότητα οι γονείς μου είχαν για χρόνια πολλά, -παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στα δικά τους αδιέξοδα-, προσπαθήσει να διδάξουν και στα τρία παιδιά τους να σέβονται τον εαυτό τους και τον Κόσμο που τους περιβάλει.

Ακολουθήσαμε το αυτοκίνητο της μαμάς για το σπίτι της οικογένειας Βούρου. Ο κύριος Γιώργος κι η κυρία Αναστασία μας περίμεναν καθισμένοι στην αυλή.

Καλοκαίρι στην αυλή της κυρίας Αναστασίας. Το αγιόκλημα και το γιασεμί να σκαρφαλώνουν τον μπροστινό τοίχο του διώροφου οικοδομήματος και να σε μεθούν με την μίξη των αρωμάτων τους. Τα παρτέρια γεμάτα με φυτά, και οι γλάστρες, -αμέτρητες γλάστρες άλλες βαμμένες κόκκινες κι άλλες καφέ-, με όλων των χρωμάτων τα λουλούδια να ανθοφορούν εντός τους. Όπως μου εμπιστεύτηκε η κυρία Αναστασία πολλά χρόνια αργότερα οι όμορφες μυρωδιές και τα έντονα χρώματα την είχαν ιντριγκάρει για να διαλέξει τούτο δω το Σύμπαν.

-Δεν μπορείς να φανταστείς Φημονόη μου πως το παρουσίαζαν το Τώρα στην Γη. Πανέμορφες εμπειρίες και ευκαιρία να μελετήσεις ένα Σύμπαν-μωρό που μαθαίνει σιγά-σιγά τα μυστήρια της Ζωής.

-Που όμως δεν μπορείς να επέμβεις και να το αλλάξεις.

-Τελικά το αλλάζεις, όχι σε μια Συμπαντική κλίμακα, αλλά σε μια πολύ πιο μικρή. Αλλάζεις τους ανθρώπους γύρω σου, -την κοινωνία που επέλεξες να υπηρετήσεις και ζεις-, μοιράζοντας Γνώση, Αγάπη και Κατανόηση.

-Δηλαδή ήξερες πως θα μπεις στο σώμα της Αναστασίας, θα σπουδάσεις ιστορία, θα διοριστείς στην πόλη μας…

-Όχι, δεν μπορώ να ξέρω την μετέπειτα ζωή μου, τον μικρόκοσμό μου.

-Μα ξέρεις το Μέλλον…

-Πολύ σωστά, ξέρω για παράδειγμα ποιος πιθανόν να είναι ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας σε πέντε χρόνια σύμφωνα με την Γνώση αν δεν γίνει κάποια μεγάλης κλίμακας Σχάση. Δεν ξέρω όμως ποιος μένει τρία σπίτια πέρα απ το δικό του, δεν υπάρχουν καταγραφές αν δεν πήρε μέρος στην δημιουργία της Ιστορίας. Παρ’ όλα αυτά η αλήθεια είναι πως πήρε, θα πάρει, θα ψηφίσει σε δυο χρόνια, άρα θα πάρει μέρος στην προοδευτική δημιουργία του Μέλλοντος, απλά θα είναι μια ψήφος από τα έξι εκατομμύρια που θα καταγραφούν, ένας κόκκος άμμου μιας παραλίας, μιας παραλίας όμως που την χτυπάει συνέχεια κι ασταμάτητα το κύμα αλλάζοντας το σχήμα της.

Ο Άτλαντας ακούγοντας να φτάνουμε βγήκε στην είσοδο του σπιτιού μαζί με την Κορίνα το ‘από κοινού’ σκυλί μας που δεν ήταν πια κουτάβι. Βγήκα απ το αμάξι και συναντηθήκαμε τρέχοντας η μια προς την άλλη στην είσοδο του κήπου. Σηκώθηκε στα πίσω πόδια της και ακούμπησε τα μπροστά στους ώμους μου. Έχωσε την μούρη της ανάμεσα στα μαλλιά μου και ανάσανε στο αυτί μου με ενθουσιασμό.

-Θα μου λείψεις Κορινάκι, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ, το ξέρεις ε; Μέχρι να καταλάβεις πως λείπουμε θα είναι Χριστούγεννα και θα είμαστε πίσω. Θα σου φέρω ένα σωρό λιχουδιές λυγερόκορμη ομορφιά μου!

Η διαδρομή μέχρι τα Παλαιοφάρσαλα ήταν γεμάτη ηχηρές σιωπές. Νομίζω πως ο πατέρας μου είχε συγκινηθεί και γι αυτό δεν μιλούσε πολύ μην σπάσει η φωνή του και λιποψυχήσω. Γύρω σκοτάδι, ο δρόμος επαρχιακός, -σε σημεία χωμάτινος-, περνούσε ανάμεσα από αγρούς και μποστάνια.

Κι ύστερα, μετά από σχεδόν τρία τέταρτα ταξιδιού με μόνο το φως των ‘ματιών’ των τριών αμαξιών είδαμε -έχοντας πάρει την τελευταία στροφή στον κακοτράχαλο δρόμο-, το θαμπό πορτοκαλί φως της αποβάθρας του σταθμού. Το τοπίο έμοιαζε βγαλμένο από έργο φουτουριστικό: Γραμμές μέχρι όπου έφτανε η όρασή μας να προεκτείνονται και να χάνονται βόρια και νότια στο σκοτάδι που κατάπινε τον χώρο και τον χρόνο. Μια πλατφόρμα χωρίς ούτε έναν ταξιδιώτη να περιμένει, ένα σκηνικό που μύριζε άνευρο, κάτω από πέντε ξύλινους στύλους που έδιναν ένα αρρωστιάρικο πορτοκαλί φως. Το κτίριο του σταθμού σκοτεινό, -ο σταθμάρχης άναβε τα φώτα ένα τέταρτο πριν την άφιξη των τραίνων. Δίπλα ένα δρομάκι από ‘σαγρέ μπετό’ χωρίς πλάκες για να μην γλιστρούν οι ταξιδιώτες όταν έβρεχε, -και πάντα έβρεχε πολύ στα Παλαιοφάρσαλα-, που οδηγούσε στις τουαλέτες.

Και μετά το κυλικείο του σταθμού. Είχε τα πάντα, από πορτοκαλάδες και τοστ, και καφέδες αλλά το καλύτερο που μπορούσες να βρεις ήταν η κρέμα σε κεσεδάκι πλαστικό που την έφτιαχνε η γυναίκα του ιδιοκτήτη του κυλικείου. Μια κρέμα που την είχε κάνει διάσημη, αλλά την συνταγή της δεν την έλεγαν σε κανέναν. Αν τύχαινε να είναι κι εκείνη στο ‘μαγαζί’ και να εξυπηρετεί πελάτες, -αυτούς που συνήθως ταξίδευαν στις μια το μεσημέρι για Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά για Αθήνα με τα δυο οτομοτρίς που είχαν ανταπόκριση στον σταθμό- απαντούσε κάθε φορά που την ρωτούσες με ψιλή καραγκούνικη φωνή κι ένα πονηρό χαμόγελο:

-Κρέμα είν’ι σαν τσι ακρέμις που φχιάνμι όλις οι γνέκις στα χουριά μάναμ. Βάνου γάλα, ζάχαρ’ι, αλιεύρ’ι, αυγά, βούτρου κι βανίλια, ότ κάνι κι όλις οι μανάδις.

Περίεργος τόπος τα Παλαιοφάρσαλα, τόπος ‘φεβγιού’ για τους μετανάστες της περιοχής εκείνη την εποχή. Τόπος ποτισμένος με δάκρυα κι εκείνων που έφευγαν και όσων έμεναν. Τόπος πόνου, τόπος ψυχρός, χειμώνα καλοκαίρι τόπος παγωμένος.

Περιμέναμε να παρκάρουν και τα τρία αμάξια και μπήκαμε στο κυλικείο όλοι μαζί. Τραπεζάκια για τέσσερα άτομα το καθ’ ένα, παλιακά, με άσπρο μάρμαρο -που στα πιο πολλά ήταν σπασμένο ή ραγισμένο στις γωνίες. Ψάθινες καρέκλες, τέσσερις για τα τραπεζάκια στην μέση, τρεις για όσα η μια πλευρά τους ακουμπούσε στον τοίχο. Ο ένας τοίχος, που κοιτούσε βόρια προς Σαλονίκη, με τζαμαρία δεμένη σε μεταλλικό πλέγμα τετραγώνων για να αποφευχθούν ατυχήματα αν κάποιος ή κάτι έπεφτε πάνω της. Ο άλλος ο τοίχος που στην αριστερή άκρη του ήταν η είσοδος συνέχιζε κι εκείνος με ίδιου τύπου τζαμαρία. Ο διπλανός του, ο νότιος, εκείνος που κοιτούσε προς Αθήνα, είχε μπρος -καλύπτοντας κατά πλάτος μεγάλο μέρος του χώρου-, το επαγγελματικό ψυγείο με το χοντρό τζάμι του να ‘κοιτά’ τους πελάτες που διάλεγαν γλυκά και σάντουιτς. Πίσω απ το ψυγείο καθόταν στην μια καρέκλα δίπλα από το τραπεζάκι ο ιδιοκτήτης του κυλικείου, -όταν δεν είχε να κάνει λάντζα ή να εξυπηρετήσει τους πελάτες-, και στην άλλη η γυναίκα του ή ένα απ τα ενήλικα παιδιά του που έπαιρναν τα χρήματα και έδιναν τα ρέστα. Στον χώρο ανάμεσα απ το πίσω μέρος του ψυγείου -που ανοιγόκλεινε για να πάρει ότι είχες αγοράσει-, και τον τοίχο, ένα παράθυρο έβλεπε έξω απ το μαγαζί για να ψωνίζουν βιαστικά όσοι κατέβαιναν απ το τραίνο όση ώρα επιβιβάζονταν οι ταξιδιώτες απ τον σταθμό.

Μπήκαμε στο κυλικείο όλοι μαζί. Σ’ ένα τραπεζάκι ένας φαντάρος έπινε βαρύ γλυκό καπνίζοντας σέρτικο που το κρατούσε ανάμεσα στα κιτρινισμένα του δάχτυλα χαζεύοντας την ασπρόμαυρη τηλεόραση. Εκείνος κι εμείς από πελάτες… Πελάτες που ξαφνικά βάλαμε φωτιά στο μαγαζί. Κρέμες, φυσικά θα τρώγαμε κρέμες, και κανείς δεν θα ρωτούσε αν ήταν φρέσκιες γιατί με το που τις έφτιαχνε η κυρά έφευγαν αμέσως μιας και η φήμη είχε διαδοθεί από στόμα σε στόμα στους ταξιδιώτες και τους κατοίκους της περιοχής.

-Να σας αγοράσουμε δυο τρία ‘κοκάκια’ και ‘κορνέδες’ για τον καθένα να πάρετε μαζί σας, πρότεινε η μαμά.

-Έλα ρε μαμά, που θα τα βάλουμε; πεντακόσια τσαντάκια και παρατσαντούδια κουβαλάμε σαν τους γύφτους, αντιγύρισε ο αδελφός μου. Κι ενώ εμείς λέγαμε, η Κατερίνα ήδη είχε διαλέξει το πιο μεγάλο κουτί και συναποφάσιζε με τον ιδιοκτήτη του κυλικείου.

-Βάλε δυο κουτιά, το ένα μέσα στο άλλο, να μην λυγίσει ο πάτος απ το βάρος και βάλε δεκάξι κοκάκια, δεκαέξι σουδάκια  και άλλα τόσα κορνεδάκια, τα πιο φρέσκα ε; Όχι αυτά που έχεις πίσω-πίσω, απ τα μπροστινά θα μου βάλεις που είναι πιο φρέσκα. Έχουν μεγάλο ταξίδι να κάνουν μέχρι Ιταλία θα φτάσουν.

-Μέχρι τα σύνορα δεν θα έχει μείνει σορόπι καλέ κυρά, ποια Ιταλία και πράσινα άλογα με το συμπάθιο; 

-Να τα κάνουμε είκοσι και είκοσι Νίκο μου, τι λες;

-Λέω πως εγώ δεν τα ανεβάζω στο τραίνο, μάνα.

-Αχ τι έπαθα εγώ που σου εμπιστεύομαι το κορίτσι μου να μου το φτάσεις ζωντανό στα πέρατα της οικουμένης!

-Κατερίνα, όσο κι αν το παλέψεις ενοχές δεν θα μου εμφυτεύσεις, εγώ κουτιά με γλυκά και σιρόπια δεν κουβαλώ!

-Ίδιος ο πατέρας σου είσαι, όσο μεγαλώνεις τόσο του μοιάζεις!

-Απ όπου κι αν πιαστώ καλό δεν θα δω δηλαδή, ε;

-Θα τα πάρεις;

-Όχι!

-Καλά, εγώ θα τα δώσω στον κύριο Γιώργο που είναι πατέρας και πονάει.

Βλέμμα απελπισίας, βλέμμα παρακλητικό απ την πλευρά του πατέρα του Άτλαντα προς τον αδελφό μου που βράχος ακλόνητος δεχόταν τις επιθέσεις την μάνας μας. Και τέλος υποταγή… Σιγά μην κατάφερνε να κρατήσει αντίσταση απέναντι στην μάνα μου την Κατερίνα και την γυναίκα του την Αναστασία ο κακομοίρης, ο καλοκάγαθος κύριος Γιώργος!

-Μην ανησυχείς Κατερίνα, θα μας τα δώσεις απ το παράθυρο όταν ανεβούμε και θα τα τακτοποιήσω εγώ στο κουπέ μας.

Το τραίνο από Θεσσαλονίκη έφτασε στις δυο και τριανταπέντε στην γραμμή δύο. Είδαμε από μακριά το δυνατό του φως, το ακούσαμε να σφυρίζει μέσα στο σκοτάδι κι αμέσως άναψαν τα φώτα του σταθμαρχείου. Έφτασε στην αποβάθρα κόβοντας ταχύτητα και ασθμαίνοντας τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, τσαφ μέχρι που, -αφού έτριξαν για μια τελευταία φορά τα φρένα του επιβραδύνοντας-, σταμάτησε εντελώς στην γραμμή δύο.

Κατέβηκαν βιαστικά ξενυχτισμένες μορφές που άλλοι θα έπαιρναν τον καρβουνιάρη τον ‘μονόφθαλμο’ με προορισμό Καρδίτσα-Τρίκαλα-Καλαμπάκα στην πίσω γραμμή ένα την βοηθητική κι άλλοι για Βόλο στην βοηθητική γραμμή δύο. Κι ύστερα πετάχτηκαν οι επιβάτες που θα συνέχιζαν το ταξίδι αλλά ήθελαν ν’ αγοράσουν κρέμες και νερά και πορτοκαλάδες απ το κυλικείο.

Κι ενώ ο σταθμός είχε γεμίσει ανθρώπινες ψυχές κι είχε ζωντανέψει ο τόπος, ακούστηκε πάλι ένα σφύριγμα απ τον νότο αυτή την φορά και ένα φως δυνατό έσκισε το σκοτάδι και άλλα πάλι τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, τσαφ και στρίγκλισμα φρένων πάνω στα σιδερένια δίδυμα φίδια της γραμμής ένα. Πρώτα κατέβηκαν εκείνοι που συνέχιζαν για Καρδίτσα-Τρίκαλα-Καλαμπάκα ή Βόλο κι ύστερα όσοι ήθελαν να ψωνίσουν απ το κυλικείο.

Κι ύστερα ήταν η δική μας σειρά -και του ένα και μοναδικού φαντάρου- να ανεβούμε στο τραίνο. Το βαγόνι μας ήταν το τρίτο, -συνήθως τα τέσσερα πρώτα βαγόνια συνέχιζαν προς το εξωτερικό ενώ τα υπόλοιπα σταματούσαν στην Θεσσαλονίκη-, κι έτσι τρέξαμε ξοπίσω του για να σκαρφαλώσουμε τα στενά ξύλινα σκαλιά.

Είχαμε επαναλάβει τους αριθμούς των θέσεών μας άπειρες φορές τις τελευταίες είκοσι μέρες που είχαμε τα εισιτήρια στα χέρια μας. Σαράντα ένα εγώ, σαράντα δυο ο Νίκος, σαράντα τέσσερα ο Άτλαντας και σαράντα πέντε ο κύριος Γιώργος. Οι θέσεις στο κουπέ ήταν έξι άρα άλλα δυο άτομα είχαν θέσεις και κουκέτες στον ‘δεύτερο όροφο’ αν υπολόγιζες ισόγειο εκεί που καθόμασταν την μέρα και ‘πρώτο όροφο’ το πρώτο σετ από κουκέτες.

Πρώτοι έφτασαν στο κουπέ μας ο Νίκος και ο Άτλαντας. Δεν άνοιξαν καν να δουν αν και ποιος ήταν μέσα. Κατέβασαν το παράθυρο απ την πλευρά του διαδρόμου και άρχισαν να παίρνουν τις βαλίτσες που τους έδινε από την αποβάθρα ο κύριος Γιώργος και ο μπαμπάς μου. Άνοιξα την πόρτα του κουπέ μας άναψα το φως και άρχισα να βάζω τις βαλίτσες μετρώντας δυνατά. Δυο του Άτλαντα και μια του μπαμπά του, τρεις οι δικές μου και μια του αδελφού μου. Σακούλα υφασμάτινη με τέσσερα καρβέλια του κιλού ψωμί σε πλαστική σακούλα. Σε άλλη σακούλα ταπεράκια με τυρί φέτα και κοτόπουλο βραστό ξεψαχνισμένο και κρύο για να μην χαλάσει. Κι άλλα ταπεράκια με γραβιέρα και κεφαλοτύρι. Αμέτρητα ταπεράκια σε πλαστικές σακούλες, τόσα που θα τάιζαν για τουλάχιστον τρεις μέρες όχι μόνο τέσσερα άτομα αλλά λόχο ολόκληρο. Και στο τέλος το κερασάκι στην τούρτα: τα γλυκά που αγοράσαμε απ το κυλικείο, δεκαέξι κοκάκια, δεκαέξι σουδάκια, δεκαέξι κορνεδάκια από την μάνα μου την Κατερίνα, και άλλο ένα διπλό κουτί με δεκαέξι νουγκαντίνες σοκολάτα και δεκαέξι κρέμες σε πλαστικό κεσεδάκι από την κυρία Αναστασία κερασμένα. Μόλις τέλειωσε η μεταφορά της ‘ακίνητης περιουσίας’ μας σταθήκαμε στο παράθυρο να κοιτάμε αυτούς που έμεναν συγκινημένοι στην αποβάθρα.

-Νίκο, το κορίτσι και τα μάτια σου…

-Μαμά, το ξέρεις πως πάντα έτσι ήταν…

-Κι εσύ Άτλαντα, τώρα θα είστε δυό σας, να προσέχεις την κόρη μου!

-Μάλλον η Δάφνη θα προσέχει εμένα κυρία Κατερίνα!

-Τι είναι αυτά που λες γιέ μου; Εγκεφαλικό θα πάθει το Κατερινιώ! γέλασε η κυρία Αναστασία.

-Ας μην ρωτούσε τελευταία στιγμή, συνέχισε ο γιός της γελώντας ασύστολα.

-Άντε ρε χαζό παιδί χαρά γεμάτο, που θέλεις και να με πειράξεις κιόλας! ανταποκρίθηκε η μητέρα μου. Μας το παίζει και ο Άτλαντας μάγκας τώρα που τον έχουμε φάει από μωρό, άντε έρμε, άντε γιατί α!

Πρώτο σφύριξε το τραίνο που θα συνέχιζε προς Αθήνα. Ο σταθμάρχης άρχισε να φωνάζει τον κόσμο στην εξωτερική αποβάθρα να ανέβουν στο τραίνο που αναχωρούσε και τους υπόλοιπους να μην πλησιάζουν στις γραμμές. Σφύριξε πρώτο και πρώτο άρχισε το αγκομαχητό: τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, πιο αργά στην αρχή και μετά πιο γρήγορα και πιο γρήγορα μέχρι που και το τελευταίο βαγόνι απομακρύνθηκε απ την αποβάθρα και έμεινε περισσότερο να ακούμε το τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, στο μυαλό μας παρά στ’ αυτιά μας.

Κι ύστερα ακούσαμε να σφυρίζει το τραίνο το δικό μας. Ένα σφύριγμα-απάντηση ‘φεύγω-κι-εγώ’, ένα σφύριγμα-απειλή ‘σας-παίρνω-τους-αγαπημένους-σας’, ένα σφύριγμα-απόφαση ‘ήταν-να-γίνει-και-γίνεται’! Η μάνα μου η Κατερίνα άπλωσε το χέρι και έπιασε το δικό μου. «Αν δεν αντέξεις, να γυρίσεις», είδα το στόμα της να μου λέει άηχα. «Μια χαρά θα τα πάω», της απάντησα με τον ίδιο τρόπο και χαμογέλασα για να μας δώσω κουράγιο και τις δυο.

-Θέλεις να ρθω μαζί σας μέχρι την Σαλονίκη; άκουσα τον πατέρα μου στον χαμό και ανάμεσα απ τις φωνές του σταθμάρχη και των υπαλλήλων του τραίνου που έκοβαν τα εισιτήρια. Προφταίνω να ανέβω στο τραίνο, θα κόψω μέσα εισιτήριο.

-Μια χαρά θα είμαστε, είπα δυνατά, ότι κι αν χρειαστώ θα είναι μαζί μου ο Νίκος.

Κι ύστερα ο οδηγός ξεμπλόκαρε τα φρένα και νιώσαμε το τράνταγμα της εκκίνησης και όσο δυνατά τινάχτηκε το τραίνο από την ακινησία τόσο δυνατά χτύπησε κι η καρδιά μου. Φόβος, προσμονή, λίγο κι απ τα δυο ίσως… Το πρώτο τσαφ-τσουφ ήταν αργό, νιώσαμε τις ρόδες να κάνουν ένα ολόκληρο κύκλο πριν ακούσουμε το δεύτερο, το ίδιο αργό.

Είδα την μαμά, τον μπαμπά και την κυρία Αναστασία να ακολουθούν το βαγόνι μας μέχρι το τέλος της αποβάθρας. Μου φάνηκε πως η μαμά έκλαιγε και πρόφτασα να δω τον μπαμπά να την παίρνει αγκαλιά πριν απομακρυνθούμε και το αρρωστιάρικο πορτοκαλί φως σβήσει στο μαύρο του σκοταδιού πίσω μας.

Κι εκεί που τα πρώτα δευτερόλεπτα πανικού πολεμούσαν να με τραβήξουν μέσα στα κύματα τρόμου που πάλευαν να με καταπιούν, ένιωσα τα δάχτυλα του Άτλαντα να αγγίζουν τα δικά μου. Τον κοίταξα και μου χαμογελούσε και δεν είδα ούτε τον ελάχιστο φόβο στα μάτια του. Ήταν το όνειρό του να σπουδάσει στην συγκεκριμένη πόλη, στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, στο συγκεκριμένο τμήμα και μόλις το όνειρό του έπαιρνε σάρκα και οστά.

Τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, άκουγα το τραίνο να τρέχει στον Θεσσαλικό κάμπο και η καρδιά μου χτυπούσε άλλο τόσο γρήγορα. Μείναμε να κοιταζόμαστε το χέρι μου μέσα το δικό του μέχρι που ο πανικός υποχώρησε. Ήταν το όνειρό μου να σπουδάσω στην συγκεκριμένη πόλη, στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο, στο συγκεκριμένο τμήμα και μόλις το όνειρό μου ξεκινούσε να παίρνει σάρκα και οστά. Αν δεν ήταν ο Άτλαντας θα είχα λιποψυχήσει και μέχρι την Λάρισα θα είχα ρίξει τόσο κλάμα κορόμηλο που ο Νίκος θα αποφάσιζε να κατέβουμε και θα τηλεφωνούσε στον μπαμπά να ‘ρθει να μας παραλάβει.

Ο αδελφός μου και ο πατέρας του Άτλαντα δεν είχαν καταλάβει τίποτα, -ή προσποιήθηκαν πως δεν κατάλαβαν. Είχαν ανοίξει και πάλι την πόρτα του κουπέ, άναψαν τα φώτα και άρχισαν να τακτοποιούν τις βαλίτσες μας.

-Αυτή χωράει σίγουρα κάτω απ τις θέσεις, ε;

-Ναι, σίγουρα, κι ετούτες εδώ οι δυό.

-Μια χαρά τις βολέψαμε, έλα και τις υπόλοιπες κάτω από τις άλλες θέσεις.

-Μουρτζόβλαχοι… ακούσαμε να μας βρίζει σιγανά το ταβάνι!

Από τον ‘δεύτερο όροφο’ εμφανίστηκε το κεφάλι ενός τύπου με μούσια και μουστάκια με το ένα μάτι κλειστό και το άλλο μισόκλειστο.

-Δεν γίνεται να σβήσετε την μεγάλη ‘σκάλα’ και να ανάψετε τα λιγότερο δυνατά φώτα; μας ρώτησε μισοκοιμισμένος ακόμα.

-Συγνώμη ρε φίλε, απολογήθηκε ο αδελφός μου, για μια στιγμή μας φάνηκε πως μας έβριζε μουρτζόβλαχους ο Θεός, έτσι που ήρθε η βαθιά φωνή από ψηλά.

Για μια στιγμή κανείς δεν είπε κουβέντα. Μετά τον ακούσαμε να αλλάζει στάση, κρέμασε τα πόδια απ την κουκέτα, κάθισε κανονικά, έτριψε τα μάτια του και γέλασε χαμηλόφωνα.

-Τόσο γύφτος ακούστηκα, ε; απάντησε απολογητικά και σε ένα λεπτό είχαμε γίνει φίλοι.

-Δεν θα ανεβεί άλλος πάντα αφήνουν μια κουκέτα ‘άδεια’ σε κάθε κουπέ, εκτός κι αν έχει πολλούς τουρίστες, μας προειδοποίησε. Αν αφήσετε την απέναντι από την δική μου ελεύθερη θα μας βόλευε όλους, έχω αφήσει εκεί το σακ βουαγιάζ και την κιθάρα μου.

-Μόνο με ένα σακ βουαγιάζ ταξιδεύεις; τον κοίταξα με αποτροπιασμό!

-Και την κιθάρα μου, επέμενε. Χωρίς αυτή δεν πάω πουθενά.

-Τουρίστας είστε νεαρέ; ρώτησε ο κύριος Γιώργος.

-Λίγο τουρίστας, λίγο φοιτητής, λίγο επαίτης…

Τον κοίταξα κάτω απ το φως της πιο χαμηλής σκάλας ενώ ο αδελφός μου και ο πατέρας του Άτλαντα κάθισαν στις θέσεις κάτω απ την κουκέτα του κι εγώ με τον παιδικό φίλο μου απέναντί του. Η αλήθεια είναι πως το παλικάρι απέναντι δεν ήταν ερωτεύσιμο με τίποτα. Δεν ήταν όμορφος του γούστου μου, δεν είχε καμιά σχέση με τον Ισπανό με την κιθάρα που μου είχε ξεσκίσει την καρδιά. Κι αυτό το ‘λίγο επαίτης’ καθόλου δεν μου άρεσε. Εν τάξει δεν μύριζε άσχημα, αλλά αυτό το ‘επαίτης’ χτυπούσε άσχημα. Φόρεσε ελβιέλες, που είχε προφανώς βγάλει και κρατήσει στην άκρη της κουκέτας του, γλίστρησε απ τον δεύτερο όροφο και κατέβηκε κρατώντας μηχανή στριψίματος τσιγάρου.

-Επιτρέπεται, ρώτησα αόριστα αλλά ακούστηκε σαν να ρωτούσε όλους μας κι έναν-έναν συγχρόνως.

-Θα ανάψω κι εγώ ένα αν δεν ενοχλεί, απάντησε ο μπαμπάς του Άτλαντα.

Ο νεαρός λίγο τουρίστας, λίγο φοιτητής, λίγο επαίτης άνοιξε την ασημένια θήκη-μηχανή και πήρε τσιγαρόχαρο. Του έκανε μια λακουβίτσα σε όλο του το μήκος, άνοιξε την πλαστική συσκευασία καπνού και έβαλε μια μικρή ποσότητα και στριφογυρίζοντάς το μια δυο φορές έσκυψε, σάλιωσε τις άκρες και το ακούμπησε στην εσωτερική πλευρά της θήκης που υπήρχε ο μηχανισμός. Δεν έπαψε στιγμή να με κοιτάει που τον παρακολουθούσα. Με δυο τρεις ακόμα κινήσεις, -κοφτές αυτή την φορά-, είχε έτοιμο το τσιγάρο του. Ευχαρίστησε τον κύριο Γιώργο που του άναψε το τσιγάρο και χαμογέλασε.

-Πάτε μακριά, ε;

-Από πού το κατάλαβες; τον ρώτησα επιθετικά.

-Με τόσες βαλίτσες δεν πάτε μέχρι την Λάρισα, με πείραξε, αλλά αν είναι όλες δικές σου πάω πάσο, συνέχισε να με κοροϊδεύει.

Οι υπόλοιποι άρχισαν να γελούν και ξαφνικά συνειδητοποίησα πως τα γουρούνια, -οι άνδρες δηλαδή-, έχουν όλα την ίδια μούρη! Και οι τέσσερις γελούσαν σε βάρος μου. Καλά Νίκο, ούρλιαζε το μυαλό μου, θα τα πούμε οι δυο μας αργότερα, καλά Άτλαντα, και με σένα θα πω δυο κουβεντούλες αύριο το πρωί που θα μας αδειάσει την γωνιά ο ‘ζήτουλας’, αλλά από σας κύριε Γιώργο, από σας δεν το περίμενα!

-Πάμε Ιταλία, στην Πάντοβα, απάντησε ο αδελφός μου συνοδεύουμε τα παιδιά, η αδελφή μου και ο γιός του κυρίου Γιώργου. Θα μείνουμε να τους βοηθήσουμε να βρούμε σπίτια να κάνουν εγγραφή και μετά επιστρέφουμε. Εσύ που πας;

-Εγώ είμαι ‘εμιγκρές’ στην Γερμανία, στο Δυτικό Βερολίνο, αλλά πρώτα πάω να βρω το άλλο μου μισό, στο Παρίσι.

-Άρα θα αλλάξεις τραίνο στην Θεσσαλονίκη, ε; ρώτησα ανακουφισμένη.

-Μπα, όχι, θα συνεχίσω με το ίδιο τραίνο, μπαίνει στη Ιταλία αλλά μετά συνεχίζει για Γαλλία, μου χαμογέλασε περιπαιχτικά και πάλι.

-Το άλλο σου μισό; τον ρώτησε ο Άτλαντας, εσύ Γερμανία κι εκείνη Γαλλία;

-Το άλλο μου μισό είναι εκείνος…

Παγωμάρα, απόλυτη σιγή… Ρε φίλε προειδοποίησέ μας όταν είναι να πετάξεις τέτοια!

-…Το άλλο μου μισό στην κυριολεξία, ο δίδυμος αδελφός μου!

Όχι, δεν μου άρεσε, ο τύπος δεν μου άρεσε καθόλου. Μας δούλευε λιγάκι όλους, ή μόνο εμένα; Κοίταξα τον Νίκο και έβηξα διακριτικά. Έπρεπε να τον ειδοποιήσω να προσέχει και να κρύψει καλά τα χρήματά μας, δεν το είχε και σε τίποτα ο εμιγκρές να μας κλέψει την ώρα που κοιμόμαστε και άντε να αποδείξουμε πως τα χρήματα μας ανήκαν.

Σε δέκα λεπτά ήρθε ο υπεύθυνος του ΟΣΕ και μας παρέδωσε από δυο ολόασπρα σεντόνια, ένα μαξιλάρι, μια μαξιλαροθήκη, και μια κουβέρτα τον καθ’ ένα.

-Τι να την κάνουμε την κουβέρτα κατακαλόκαιρο; ρώτησε ο πατέρας του Άτλαντα.

-Θα την χρειαστείτε στην Γιουγκοσλαβία, τον πρόφτασε ο ‘συγκάτοικός’ μας, στα βουνά κάνει πάντα κρύο.

Άφησε το στριφτό τσιγάρο να σβήσει από μόνο του, το έβαλε στην ασημένια θήκη και ετοιμάστηκε να ανεβεί στην κουκέτα του.

-Να κλειδώσετε καλά πριν κοιμηθείτε, υπάρχουν ελαφροχέρηδες, ειδικά μόλις περάσουμε τα σύνορα, μας συμβούλευσε. Ανεβαίνω στο ‘ατελιέ’ μου να κοιμηθώ λιγάκι ακόμα. Με το που φτάσουμε Σαλονίκη τα σύνορα είναι κοντά, θα μπαίνουν και θα βγαίνουν συνοριακοί φύλακες και δεν θα ξανακλείσουμε εύκολα μάτι.

Και δεν είχε άδικο, με το που φτάσαμε Σαλονίκη ξεκίνησε το πανηγύρι, ένα πανηγύρι που δεν μπορούσα να συμμετέχω μιας που κοιμήθηκα την ώρα που ξημέρωνε. Αναγκαστικά κατεβάσαμε τις μεσαίες κουκέτες και καθίσαμε στις θέσεις.

Με το που φτάσαμε στην συμπρωτεύουσα, κράτησα τσίλιες στο κουπέ για να κατέβουν όλοι να φέρουν νερό για να φτιάξουν καφέ. Ήμασταν όλοι αχτένιστοι και τσιμπλιασμένοι και έτσι και δεν πίναμε έστω και νεροζούμι δεν θα πηγαίναμε να πλύνουμε πρόσωπα και δόντια στο ένα απ τα δυο ‘μπάνια’ του βαγονιού.

Μέχρι τα σύνορα κοιμήθηκα στον ώμο του Νίκου δυο φορές. Την δεύτερη φορά άνοιξα τα μάτια μου γιατί υπήρχε μια ανεξήγητη σιωπή. Έτριψα τα μάτια μου ντροπιασμένη και τους άκουσα να γελούν, άντε στο διάολο, με κορόιδευαν, έλεος πια!

Από Θεσσαλονίκη είχαν ανεβεί οι Έλληνες τελωνιακοί που αφού έλεγξαν όλα τα διαβατήρια και τις βίζες, κατέβηκαν στα δικά μας σύνορα. Το τραίνο έμεινε στον χώρο εκείνο που υπάρχει ανάμεσα στις δυο χώρες για να αλλάξει η μηχανή. Κι ύστερα μπήκαμε στην Γιουγκοσλαβία και ανέβηκαν οι Γιουγκοσλάβοι τελωνειακοί. Βροντόφωνοι, δεν μιλούσαν άλλη γλώσσα εκτός απ την δική τους.

-Μην τους πιστεύετε, μια χαρά καταλαβαίνουν τα Ελληνικά, θα προσπαθήσουν να σας τρομάξουν για να κάνουν πλιάτσικο, μας ειδοποίησε και πάλι ο επαίτης-εμιγκρές. Κι είχε δίκιο δυστυχώς! Τα μισά γλυκά μας κατακρατήθηκαν γιατί ήταν πολλά και απαγορευόταν τόσα πολλά να μπουν στην χώρα τους, μην και τα εμπορευτούμε και τα πουλήσουμε! Κι έτσι τα δεκαεξάρια έμειναν οχτάρια, αλλά και πάλι ήταν μπόλικα.

-Να σε κεράσουμε παλικάρι, προθυμοποιήθηκε ο κύριος Γιώργος, εσύ μας έκανες καφέδες, εμείς τρατάρουμε γλυκά.

-Πωπώ, γλυκά, πως το ξέχασα; Εμένα η μάνα μου έχωσε βαζάκια με συκαλάκι και περγαμόντο στο σακ βουαγιάζ, έτσι και σπάσουν δεν θα έχω ρούχα για το ταξίδι.

-Καλά δεν έχεις βαλίτσες με ρούχα μαζί σου;

-Να τις κάνω τι; έχω τα ρούχα μου στην Γερμανία, τα ρούχα μου στην Ελλάδα και ταξιδεύω με δυο αλλαξιές. Κι έτσι κουβαλάω μαζί μου ότι βιβλίο δεν πρόφτασα να διαβάσω και ποιήματα.

-Διαβάζεις ποίηση; τον ρώτησα έκπληκτη.

Δεν μου ταίριαζε το λίγο επαίτης-πολύ εμιγκρές με διανοούμενο που διαβάζει ποίηση.

-Λιγάκι, όταν έχω χρόνο…

-Και τι διαβάζεις;

-Λίγο απ όλα… Εμπειρίκο ας πούμε, έχω μαζί μου την Υψικάμινο… Περίμενε, να σου πω τι έχω μαζί μου.

Σκαρφάλωσε στον ‘δεύτερο όροφο’ και ακούσαμε το φερμουάρ του σακ βουαγιάζ.

-Σεφέρη και Καββαδία, καμιά παραγγελιά; ρώτησε γελώντας χαρούμενα. Α! και Αργύρη Χιόνη έχω τις ‘Απόπειρες Φωτός’. Κάποια μέρα θα μελοποιήσουμε κάποιο ποίημά του με τον αδελφό μου, μας αρέσει πολύ.

-Μα τι είσαι τελικά; Φοιτητής ή μουσικός;

-Και γιατί το ένα να αναιρεί το άλλο; Γιατί ένας σπασίκλας φοιτητής να μην παίζει κιθάρα και να διαβάζει ποίηση, πως σε λένε είπαμε;

-Δάφνη-Φημονόη…

-Και εσένα σκέτο Νίκο; γύρισε στον αδελφό μου; Α! ξέχασα να συστηθώ και επίσημα, με λένε Χάρη.

-Άσε φίλε, είναι το στερνοπούλι το παραχαϊδεμένο! Ο μεσαίος κάπως την βάζει στην θέση της, εγώ έχω πάψει να αντιστέκομαι… Μου ρίχνει μια ματιά, πεταρίζει δυο τρεις φορές τα βλέφαρα και με λιώνει, με πεθαίνει!

-Δεν είναι καθόλου έτσι, προσπάθησα να σώσω τον ελάχιστο αυτοσεβασμό μου.

-Είναι έτσι ακριβώς! γέλασε ο Άτλαντας, ενώ ο πατέρας του κουνούσε το κεφάλι συμφωνώντας!

-Α, εγώ είμαι τυχερός, έχω αδελφό, κορίτσια στην οικογένεια δεν υπάρχουν.

-Και παίζετε κι οι δυο κιθάρα;

-Παίζουμε λίγο απ όλα, λίγο κιθάρα και λίγο μαντολίνο εγώ, λίγο φυσαρμόνικα και λίγο μπουζούκι ο αδελφός μου και βγάζουμε από φοιτητές καμιά δεκάρα, δεν είναι και άσχημα.

-Θα παίξεις κάτι; ζητιάνεψε ο Νίκος.

-Έχουμε δυο μέρες ταξίδι, όλο και κάτι θα πούμε…

Είχα πιάσει την πλευρά του παραθύρου και έμεινα να κοιτώ το τοπίο. Είχαμε ήδη αρχίσει να ανεβαίνουμε το βουνό και περνούσαμε μέσα από δάσος. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο τζάμι με το μαξιλάρι μου να με προστατεύει από απότομα τραντάγματα. Τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, το τραίνο περνά, -έλεγε ένα παιδικό τραγουδάκι που μου έλεγε όταν ήμουν μικρή η Κατερίνα η μάνα μου-, τσαφ-τσουφ, τσαφ-τσουφ, περνά και σφυρά! Κάποια στιγμή ένιωσα τον Νίκο να με ξαπλώνει στο ‘ισόγειο’, -τα καθίσματα της μια πλευράς-, και να με σκεπάζει με την κουβέρτα. Τους άκουσα να συνεχίζουν να μιλούν χαμηλόφωνα για να μην με ξυπνήσουν, κι αυτή η γνώση πως υπήρχαν ‘δικοί’ μου άνθρωποί με χαλάρωσε και κοιμήθηκα για ώρες μέχρι που οι μυρωδιές του κοτόπουλου και του κασεριού χτύπησαν καμπανάκι στον εγκέφαλό μου: «Ξύπνα, πεινάς!» Απ έξω ο συνοδός του ΟΣΕ πάλευε να διώξει τους ‘αυτόχθονες’ από το ελληνικό βαγόνι. «Τράνζιτ, τράνζιτ» φώναζε απελπισμένος, zekazene tomto vozni, -απαγορεύεται να είστε σ’ αυτό το βαγόνι.

Φάγαμε του σκασμού, λες και ήξεραν οι μανάδες μας και είχαν γεμίσει τα ταπεράκια όλων των μεγεθών στο φουλ. Ο επαίτης-μελετητής ποιημάτων άπλωσε κι εκείνος τα δικά του ταπεράκια και χαμογέλασε πλατειά:

-Α ρε μάνα, ευτυχώς που δεν με άκουσες και με φόρτωσες φαγούδια! Μάγκες απ τα κεφτεδάκια της μάνας μου έτσι και δεν φάει κάποιος θα πρέπει να ξανά ενσαρκωθεί και να γεννηθεί για να δοκιμάσει! Κάθε φορά με γεμίζει ταπεράκια γιατί πιστεύει ως μπορεί να πετύχω τίποτα μπατιράκια τουρίστες να τους ταΐσω. Πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσετε και τους κεφτέδες και το κέικ.

Κι έτσι φάγαμε ταξιδεύοντας στην κομμουνιστική χώρα πολύ κομμουνιστικά: Όλοι, φάγαμε απ όλα! Μετά ξεκουραστήκαμε, διαβάσαμε ότι περιοδικό κι εφημερίδα αγοράσαμε στην Θεσσαλονίκη μέχρι που ο Χάρης ‘έβγαλε κεφάλι’ από την ‘σοφίτα’ του και με ρώτησε αν θέλω να διαβάσω κάποιο απ τα βιβλία του.

-Δεν ξέρω, με τρομάζει η ποίηση, την θεωρώ πολύ βαριά, δεν την καταλαβαίνω…

-Δεν είναι όλα τα ποιήματα δυσνόητα. Αν ξέρεις την εποχή και τον χώρο που γράφτηκε το ποίημα θα σου λυθούν πολλές απορίες. Ο Ελύτης δεν γράφει για τους ‘ολίγους’, γράφει για όλους μας… Περίμενε, να, διάβασε εδώ!

Τον άκουσα να ανοίγει το φερμουάρ το σακ βουαγιάζ και μετά από δευτερόλεπτα να ξεφυλλίζει βιαστικά.

-Έλα μικρό, μην σε φοβίζουν τα ποιήματα, αν τ’ αγαπήσεις θα σου δοθούν χωρίς αντίσταση καμιά. Να, πάρε κάτι πιο ‘εύπεπτο’, είναι της μόδας ο Καββαδίας, σίγουρα έχεις ακούσει να τον αναφέρουν.

Άπλωσε το χέρι του και η σκηνή έμεινε για πάντα στο μυαλό μου. Ένας άγνωστος μου άπλωνε χέρι βοήθειας, ένα Μύστης μου χάριζε Γνώση…

Ξεκίνησα να διαβάζω την σελίδα που μου πρότεινε και για πρώτη φορά στην ζωή μου ένιωσα να αιωρούμαι σε ένα κενό χώρου και χρόνου. Τελειώνοντας έκλεισα τα μάτια θέλοντας να ρουφήξω λόγια και εικόνες.

-Τον ξέρεις τον Μικρούτσικο, -τον άκουσα να με ρωτάει από ψηλά-, το μελοποίησε πρόσφατα, άκουσέ το…

Έβγαλε την κιθάρα από την θήκη της και άρχισε να παίζει.

-Γιατί το φοβάσαι το ποίημα όταν μπορείς να το τραγουδήσεις;

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι,
– όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες- 

που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι…

Κι έτσι ερωτεύτηκα ξανά και για πάντα αυτή την φορά… στο πρώτο μου ταξίδι για Πάντοβα. Ερωτεύτηκα την ποίηση, και κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα ή στίχο τραγουδιού γίνομαι πάλι δεκαοχτώ, ακούω στο βάθος του μυαλού μου τον γνώριμο ήχο του  τραίνου πάνω στις γραμμές και βλέπω τριγύρω μου βουνά και δάση.

Ο ‘συγκάτοικός’ μας συνέχιζε να παίζει γνωστά και λιγότερο γνωστά τραγούδια κι εγώ συνέχισα να διαβάζω Καββαδία.

-Εσύ, γράφεις; τον ρώτησα το επόμενο απόγευμα.

-Ε, ναι, όλο και κάτι χαζογράφω, όχι ποίηση, στίχο…

-Και βάζεις μουσική;

-Χμμμ ξέρεις είναι λίγο περίεργα τα πράγματα, έχω μάθει να μιλάω στον πληθυντικό για τα τραγούδια μας. Δεν γράφω, γράφουμε, δεν συνθέτω, συνθέτουμε… Δεν υπάρχουν όρια ποιος έγραψε τι… Έτσι ήταν πάντα κι έτσι θα είναι για πάντα. Ξέρεις, αυτό που είπα για τον αδελφό μου πως είναι το άλλο μου μισό, μόνο δίδυμα αδέλφια μπορούν να το καταλάβουν φοβάμαι…

-Θα μας πεις ένα απ τα δικά σας; τον παρακάλεσε ο Άτλαντας.

-Χμμ, για να δούμε τι να σας πω…

Έπαιξε μια δυο δοκιμαστικές συγχορδίες κι ύστερα:

-Α! ναι, αυτό νομίζω πως είναι ότι πρέπει! Το γράψαμε λίγο πριν φύγει ο αδελφός μου για Γαλλία, τα μαθήματά του αρχίζουν σχεδόν ένα μήνα πιο νωρίς απ τα δικά μου.

Χαμογέλασε, κι άρχισε να τραγουδάει…

Εκείνο το βράδυ μιλήσαμε πολύ για ποίηση. Με το φως στην μικρή κλίμακα κι ενώ οι άλλοι κοιμόνταν, ο ‘δάσκαλός’ μου χαμηλόφωνα μου πέρασε στο μυαλό, την καρδιά, το μεδούλι της ύπαρξής μου την αγάπη για την ποίηση.

Φτάσαμε στην Βενετία την επόμενη λίγο μετά τις δώδεκα. Τα κατάφερα, ούρλιαζε μια φωνούλα μέσα μου. Βενετία, η πόλη η ονειρική κι εγώ είμαι στον σταθμό των τραίνων ξέροντας πως σύντομα θα γυρίσω να οσφρυστώ τον αέρα της και να περπατήσω τα σοκάκια της.

Τρία τέταρτα αργότερα το τραίνο μας έμπαινε στον σταθμό της Πάντοβα. Είχαμε τις βαλίτσες μας παρατεταγμένες και χιλιομετρημένες σαν στρατιωτάκια στην βόρεια πόρτα του βαγονιού, τρεις δικές μου και μια του Νίκου και δυο του Άτλαντα και μια του πατέρα του. Και μετά είχαν σειρά οι πλαστικές σακούλες με τα άδεια ταπεράκια γιατί ότι δεν φάγαμε τα αφήσαμε για τον φίλο, συνταξιδιώτη και συγκάτοικο που είχε να κάνει μπόλικο ακόμα ταξίδι για να συναντήσει τον αδελφό του, το άλλο του μισό… Κατέβηκε πρώτος ο μπαμπάς του Άτλαντα κρατώντας μια βαλίτσα, και μετά ο Νίκος κρατώντας άλλη μια, κι εμείς τους δίναμε τις υπόλοιπες μια-μια. Μετρήσαμε, ξαναμετρήσαμε, σωστός ο αριθμός και κατέβηκα εγώ και τελευταίος ο Άτλαντας.

Γυρίσαμε και κοιτάξαμε τον φίλο μας που μας παρακολουθούσε απ το μεγάλο παράθυρο του διαδρόμου. Δυο μέρες πριν μου φαινόταν ασχημούτσικος, ψιλοεπικίνδυνος, και καθόλου ερωτεύσιμος, σίγουρα κάποιος που θα ξεχνούσα την όψη και τον λόγο του γρήγορα και εύκολα. Κι όμως αυτός που έβλεπα να μας χαμογελάει απ το παράθυρο μπορεί να ήταν μάλλον όχι ομορφούλικος, όχι ιδιαίτερα ερωτεύσιμος, αλλά είχε αφήσει το στίγμα του εμφυσώντας μέσα μου την ανάγκη να εκφραστώ με όποιον τρόπο μπορούσα και να χρησιμοποιήσω τον γραπτό λόγο χωρίς να νιώθω αναστολές. Το τραίνο σφύριξε παρατεταμένα για άλλη μια φορά κι αρχίσαμε να χαιρετάμε το φιλαράκι μας.

-Μισό, φώναξε, και χάθηκε στο κουπέ.

Τον είδαμε να βγαίνει όταν το τραίνο είχε ξεκινήσει. Κρατούσε στο δεξί ένα βιβλίο και το πέρασε έξω απ το παράθυρο.

-Έι, μικρή μάγισσα, αυτό για σένα, μου φώναξε, κι ο αέρας που άφηνε πίσω του το τραίνο που αγκομαχούσε για να αυξήσει ταχύτητα έκανε την φωνή του να ακουστεί σαν μελωδία.

Έτρεξα προσπαθώντας να φτάσω το βαγόνι για να πάρω το βιβλίο που μου χάρισε. Το κράτησα σαν θησαυρό για τα επόμενα είκοσι χρόνια μέχρι που το έβαλα στην βαλίτσα ενός αγοριού λίγο πριν τον αποχαιρετήσω που έφευγε για ταξίδι μακρινό.

-Να διαβάζεις ένα ποίημα κάθε βράδυ στην αδελφή σου, είπα τρυφερά χαϊδεύοντας του το μάγουλο. Να θυμάσαι αγόρι μου, η ποίηση απελευθερώνει την Ψυχή και το Πνεύμα.

Άφησε το βιβλίο με τα ποιήματα λίγο πριν το αρπάξω, κι ο αγέρας άνοιξε τις σελίδες του, κι ένα πουλί-Μαραμπού με τίτλο και με λέξεις που κάθε μια σφυροκοπούσε στεγανά και άνοιγε ορίζοντες, προσγειώθηκε στην αγκαλιά μου.

-Ευχαριστώωω, του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα για να μ’ ακούσει μιας που ο αγέρας γύριζε πίσω την φωνή μου. Ένα ευχαριστώ που ίσως δεν άκουσε αλλά σίγουρα έβγαινε από κάθε πόρο του σώματός μου.

Κούνησε το χέρι αποχαιρετώντας μας. Σιγά-σιγά έγινε μικρή κουκίδα, μια απ όλες εκείνες τις κουκίδες που μας χαιρετούσαν απ το τραίνο, μέχρι που χάσαμε την ικανότητα να διακρίνουμε βαγόνια και βλέπαμε μόνο τραίνο. Κι ύστερα η εικόνα του τραίνου έγινε πιο μικρή κι πιο θολή και χάθηκε κι εκείνο σαν κουκίδα στον ορίζοντα.

-Να πάρει η ευχή, ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε μια διεύθυνση δεν ανταλλάξαμε, έκανε απογοητευμένος ο Νίκος. Ότι μας έμεινε είναι τα ποιήματα του Καββαδία που σου χάρισε, το βαφτιστικό του όνομα και πως ζει στο Βερολίνο…

Μερικά χρόνια αργότερα, -μόλις είχαμε τελειώσει τις σπουδές μας με τον Άτλαντα και είχαμε μετακομίσει στην Αθήνα-, πήγαμε με την αδελφή του την Άννα και τους φίλους της που άκουγαν τραγουδοποιούς που ήταν εκφραστές της εναλλακτικής σκηνής, να ακούσουμε ‘κουλτουριάρικο, ποιοτικό τραγούδι’.

Βράδυ παγωμένο, πεζοδρόμια ακόμα υγρά απ την απογευματινή μπόρα, με είχε πιάσει αγκαζέ και με προετοίμαζε λες και θα με περνούσε σε άλλες διαστάσεις.

-Θα σου αρέσουν σίγουρα εσένα, Δάφνη, -για τον ‘γκατζετάκια’, τον ‘επιστήμονα’ τον αδελφό μου δεν μπορώ να ξέρω! Τα τραγούδια τους που λες, -τραγουδάνε έντεχνο-, έχουν άρρηκτη σχέση με τον ακριβό, ποιοτικό λόγο, και με μια παρεΐστικη διάθεση, απόρροια καλλιτεχνικής αναζήτησης κι ανθρώπινης επικοινωνίας. Μιλάμε για τραγούδια μελαγχολικά αλλά όχι μηδενιστικά που μιλούν χρησιμοποιώντας έντονο κοινωνικό προβληματισμό για το σήμερα και για σύγχρονα προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Έχουν μια αμεσότητα, ένα χιούμορ καυστικό και μια τρυφερότητα σχολιάζοντας τις συμβολικές αναφορές της γενιάς μας ενώ παράλληλα δίνουν και μια κριτική περιγραφή της σκληρότητας που διέπει την ζωή στην Αθήνα.

-Ο Χριστός κι η Παναγία ρε Άννα, που μας τραβολογάς κι εσύ και οι εναλλακτικοί σου καλλιτέχνες; γελούσε ο αδελφός της. Κοριτσάκι μου, πως σου σφηνώνονται κατακέφαλα τέτοιες αμπελοσοφίες; Τι πίνεις και δεν μας δίνεις; Όχι άλλο κάρβουνο!

Σταμάτησε και σχεδόν όλη η παρέα έπεσε πάνω μας μιας που προχωρούσαμε μπροστά. Γύρισε και τον αντιμετώπισε ‘στα ίσια’.

-Να σου πω εσένα που μου βγάζεις και γλώσσα, νιάνιαρο! Είσαι η ντροπή της οικογένειας, το ξέρεις αυτό; Έχεις καταντήσει ‘επιστήμονας’ ότι πιο απογοητευτικό σαν τίτλος.

-…Είπε μια μαθηματικός που αρνείται την ‘φύση’ της! Υπάρχει πιο επιστήμη απ τα μαθηματικά;

-Επιστήμη; Πως τολμάς; Υπάρχει πιο φιλοσοφία οπουδήποτε αλλού εκτός μέσα απ τους αριθμούς;

-Κούφανέ μας ρε Άννα, τρέλανέ μας μ’ αυτά που λες απόψε!

-Άχουουου, δεν μπορώ να ακούω κάποιον που σπούδασε αυτό-το-πώς-το-λένε αυτό που έκανες διδακτορικό εσύ;

-Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος με ειδικότητα στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές.

-Δηλαδή θα φτιάχνεις ζυγαριές ακριβείας και ταμειακές μηχανές, συνέχισε να τον πειράζει. Θα μας πεις επί τέλους πως γίνεται να κάνεις διδακτορικό σε γκατζετάκια;

Καθίσαμε, μια ολόκληρη παρέα σε δυο τραπεζάκια κοντά-σιμά ο ένας με τον άλλον βγάζοντας κασκόλ, παλτά και τζάκετ. Η σκηνή σκοτεινή και οι καλλιτέχνες παίρνουν τις θέσεις τους…

Οι πρώτες συγχορδίες απλώθηκαν στον χώρο και σαν μωρό που ξυπνάει από ύπνο με όμορφα όνειρα γεμάτα νεράιδες και ουράνια τόξα, ξύπνησαν και χαμογέλασαν οι θύμησες εντός μου.

Ένα τραγούδι που είχα ακούσει μόνο μια φορά και είχα σχεδόν ξεχάσει τον στίχο αλλά δεν θα ξεχνούσα ποτέ έναν λίγο τουρίστα, λίγο φοιτητή, λίγο φιλόσοφο, λίγο επαίτη που -ταξιδεύοντας να συναντήσει τον αγαπημένο του δίδυμο-, στο παρθενικό ‘πέταγμα’ απ την ασφάλεια της ‘εστίας’, μου έμαθε πως η ποίηση είναι τα πιο ασφαλή φτερά για υψηλές πτήσεις.

Μου φαίνεται σαν να `ναι χθες,  -μα πάνε τόσα χρόνια-,
που σαν βιολί το σώμα σου στα χέρια μου κρατούσα.
Με το ραδιόφωνο σιγά, μες στ’ απαλό σκοτάδι,
θα τρόμαζες αν ήξερες πόσο σε αγαπούσα. 
Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά,
μένει όμως ακόμα ένα πείσμα που δεν είναι συνήθεια μοναχά. 
Γέλα, γέλα πουλί μου γέλα, γέλα, κι είν’ η ζωή μια τρέλα…

-Ξέρεις πόσες αναποδιές τους έτυχαν τούτους τους δυο μέχρι να βγάλουν δίσκο; με ρώτησε χαμηλόφωνα η Άννα. Ποιος ξέρει πότε να το έγραψαν το τραγούδι αυτό που παίζουν όλα τα ραδιόφωνα τώρα!

-Το καλοκαίρι του 78 το έγραψαν, λίγο πριν φύγει ο αδελφός του Χάρη για Γαλλία…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   ζ. Padova, Κυριακή 21/10/1979

  1. vi. Οι μέτοικοι

Κι έτσι βρεθήκαμε ‘μέτοικοι στην Πάντοβα’. Όπως και στην Αρχαία Ελλάδα ήμασταν ξένοι ‘βαρβαρικής’ καταγωγής -όπως μας θεωρούσαν οι Ευρωπαίοι Ιταλοί-, μια ειδική τάξη ανθρώπων που πλήρωναν για να σπουδάζουν στα Ευρωπαϊκά και όχι βάρβαρα πανεπιστήμιά τους, πλήρωναν ενοίκιο στα Ευρωπαϊκά και όχι βάρβαρα διαμερίσματά τους, πλήρωναν για τις -Ευρωπαϊκές και όχι βάρβαρες-, παροχές ηλεκτρικού, νερού, τηλεφώνου, μεταφορικών μέσων, διατροφή σαν φοιτητές και ότι άλλο πλήρωνε ο Ευρωπαίος και όχι βάρβαρος Ιταλός, χωρίς όμως να έχουμε τα πολιτικά Ευρωπαϊκά -και όχι βάρβαρα- δικαιώματα που είχαν οι Ιταλοί συμφοιτητές μας. Δεν εργαζόμασταν όμως, άρα δεν είχαμε δικαίωμα να έχουμε τον τίτλο του μέτοικου. Δεν ήμασταν όμως ούτε μετανάστες ακριβώς για τον ίδιο λόγο.

Αυτό που ήμασταν ήταν Έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό, φυλή ξεχωριστή, φυλή από μόνη της. Σύμφωνα με το «Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι» του Σιμωνίδη του Κίου εμείς ήμασταν «Ὦ ξεῖν᾿, ἀγγέλλειν πατράσι και μητράσι ὅτι τῇδε κοιμώμεθα τοῖς κείνων χρήμασι φαγόμενοι», του Αγνώστου, που από σύνταξη έσκιζε γιατί αυτό το φαγόμενοι έβγαζε μάτι και σε μετέτρεπε σε Οιδίποδα. Αυτό που ήμασταν ήταν νέοι στα τέλη του εβδομήντα, έτοιμοι να επαναστατήσουν, να πειραματιστούν να μάθουν απ τα δικά τους λάθη κι όχι από τις νουθεσίες των ‘γερόντων’ όπως θεωρούσαμε τους γονείς μας. Ήμασταν η γενιά της αμφισβήτησης κι ήμασταν περήφανοι γι αυτό που ήμασταν!

Την πρώτη μέρα που φτάσαμε στην Πάντοβα η αδρεναλίνη όλων ήταν στα ύψη. Μετρήσαμε τις βαλίτσες μας για άλλη μια φορά και τις κουβαλήσαμε στην είσοδο του σταθμού. Ωραία, φτάσαμε μέχρι εδώ, καιρός να βρούμε κάπου να μείνουμε απόψε. Πλησιάσαμε το πρώτο ταξί και παλέψαμε πολύ να συνεννοηθούμε σε όποια γλώσσα ξέραμε ή υποψιαζόμασταν πως ξέραμε. Αυτό που σίγουρα δεν ξέραμε ήταν πως οι μοντέρνοι Ιταλοί ακολουθούσαν ακόμα το Αρχαίο Ιταλικό «Si fueris Romae, Romano vivito more» δηλαδή το «αν είσαι στην Ρώμη, κάνε ότι κάνουν οι Ρωμαίοι», και στην γλώσσα. Με άλλα λόγια αν είσαι στην Ιταλία μίλα Ιταλικά ή την έβαψες γιατί θα μείνεις στον σταθμό να προσπαθείς να συνεννοηθείς επ’ άπειρον στα Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και ότι άλλη γλώσσα νομίζεις πως ήξερες προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσεις μια γλώσσα που μιλιέται με μουσικότητα στην προφορά και χειρονομίες που σε ανεβάζουν πάνω τους και σε χορεύουν στους ρυθμούς των προτάσεων που σε βομβαρδίζουν. Εκτός κι αν είσαι τυχερός και ξεστρατίσει κατά τον σταθμό-μεριά κάποια ομάδα Ελλήνων που ήδη ήξεραν την γλώσσα.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Φοιτητών Ιταλίας κατά την διάρκεια της χούντας και της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου ήταν ιδιαίτερα ενεργός. Υπήρχαν ακόμα και ομάδες που πήγαιναν κατά τις μιάμιση το μεσημέρι στον σταθμό να ‘παραλάβουν στραβάδια’ σαν εμάς. Μας έπιαναν κουβέντα, μας φόρτωναν σε ταξί και μας πήγαιναν σε ξενοδοχεία που ήξεραν πως δεν θα μας ‘γδάρουν’. Όχι, δεν έπαιρναν ποσοστά σε χρήματα, αλλά με το που σε αναλάμβαναν -αν δεν ήσουν ήδη δηλωμένος σε κόμμα-, ήσουν πλέον υπό την ‘προστασία’ τους, λες και είχαν βάλει την σφραγίδα τους πάνω σου, ‘κτήμα ΠΣΚ’, ‘κτήμα ΚΝΕ’. Εμείς γίναμε θέλαμε-δεν θέλαμε ‘κτήμα ΠΠΣΠ’, μιας και μας βρήκε ξέμπαρκους ο Γιάννης ο Πάσσαλος. Εκεί που παλεύαμε με τους ταξιτζήδες «ρε ταρίφ, ξενοδοχείο ρε φίλε, hotel not coûteux», -ακριβό-, ακούμε μια φωνή ευγενική, -ανδρική αλλά λεπτή που μόνο κάποιος τυπάκος ένα και δέκα με τα χέρια ανάταση μπορεί να είχε:

-Καλησπέρα, να σας βοηθήσω;

Φωνή που μιλάει Ελληνικά, φωνή Ελληνική κι ας είναι και νάνου! Έλληνας να είσαι παλικάρι μου κι ότι θέλεις να είσαι! Γυρνάμε να δούμε τον νάνο-σωτήρα μας με την φωνή του ξωτικού και βλέπουμε έναν γίγαντα Τζακ χωρίς την φασολιά. Ένας γίγαντας χαμογελαστός με φωνή προέφηβου.

-Καλώς ορίσατε στην Πάντοβα, κάποιο απ τα παιδιά θα σπουδάσει εδώ;

-Αχ ναι βρε παλικάρι μου να είσαι καλά! Εδώ ο γιός μου ο Άτλαντας και η Δάφνη που είναι αδελφή του Νίκου. Ήρθαμε να τους βοηθήσουμε να εγκατασταθούν αλλά μάλλον δεν τα καταφέρνουμε καλά.

-Εγώ είμαι ο Γιάννης, σπουδάζω Ιατρική και ζω εδώ, οπότε μπορώ να σας βοηθήσω.

Κι έτσι μπήκε ο Γιάννης στην ζωή μας, ένας Γιάννης που σπούδαζε Ιατρική όσα χρόνια υπήρχε η Ιατρική σαν πανεπιστημιακή σχολή και ίσως και πιο πολλά. Ο Γιάννης πλησίαζε τα τριάντα, η κορυφή του κεφαλιού του ήταν άδεια από τρίχες σε αντίθεση με το κεφάλι του που ήταν γεμάτο ιδέες και όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο.

Τον Γιάννη τον έστειλε το χωριό του -κι όχι οι γονείς του-, στην Ιταλία, όχι τόσο για να σπουδάσει όσο για να γλυτώσει από την δικτατορία. Μιας που ο πατέρας του, η μάνα του και ο μεγαλύτερος αδελφός του έκαναν διακοπές σε ξερονήσια με έξοδα της μαμάς-πατρίδας από την πρώτη βδομάδα της επιβολής στρατιωτικού νόμου, -γιατί ήταν επικίνδυνοι ανάρχο- κομμουνισταί κατά τους νομιμόφρονες της περιοχής-, όλο το χωριό έκανε έρανο και μάζεψαν χρήματα για να απεγκλωβίσουν το παιδί του Σαμιωτάκη.

Ένας απ το χωριό που είχε κάνει φυλακή γιατί έκλεψε τις γίδες κάποιου από διπλανό χωριό, κατέβηκε στην Αθήνα και βρήκε έναν παλιό συγκάτοικό του στην ψειρού. Του έδωσε φωτογραφία του Γιάννη και του ζήτησε ένα ‘καθαρό’ διαβατήριο. Ένας άλλος πήγε και αγόρασε εισιτήριο για τον Κωνσταντίνο Ιωάννου -το όνομα που είχε το ‘καθαρό’ διαβατήριο-, με λεωφορείο μέχρι την Ιταλία.

Με το που τέλειωσε το σχολείο ο Γιάννης ταξίδεψε για Πάτρα κι από κει για Θεσσαλονίκη απ όπου και τελικά πήρε το λεωφορείο για Ιταλία. Είχε πια φτάσει στο Μιλάνο όταν οι αρχές κατάλαβαν πως ο Σαμιωτάκης ο νεώτερος δεν ήταν πλέον στην Ελλάδα.

Ο Γιάννης έφτασε στο Μιλάνο με χρήματα για να επιβιώσει για πέντε με έξι μέρες, το χωριό του δεν ήταν κανένα τουριστικό ψαροχώρι στην Κρήτη για να μπορέσουν οι άνθρωποι να μαζέψουν κι άλλα χρήματα, λίγο το διαβατήριο, λίγο τα εισιτήρια την έφαγαν την μισή ‘πίτα’. Τον παρέλαβαν κάποιοι που τον περίμεναν ήδη, μιας και η φήμη της οικογένειας είχε προηγηθεί του νεαρού.

Όλο το καλοκαίρι δούλεψε στην ψαραγορά. Ξυπνούσε στις δυο και στις τρεις έπιανε δουλειά. Σήκωσε χιλιάδες καφάσια και πότισε το δέρμα του την μυρωδιά της θάλασσας. Τις πρώτες μέρες γυρνούσε στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν στις εννιά το πρωί και έπεφτε για ύπνο σε ένα στρώμα που του είχαν δώσει μέχρι αργά το απόγευμα. Τον ξυπνούσαν οι αφόρητοι πόνοι σ’ όλο του το κορμί. Αν και από χωριό ο Γιάννης, οι γονείς του δεν τον έβαζαν στα δύσκολα. Από μικρός είχε έφεση στα γράμματα και έλεγε πως ήθελε να γίνει γιατρός να βοηθάει τον κόσμο. Οι φοιτητές που είχαν αναλάβει να τον προσέξουν στην αρχή του φευγιού στο Μιλάνο, του έφερναν φαγητό από την φοιτητική εστία και αφού έτρωγε ξεκινούσαν τα δωρεάν ιδιαίτερα μαθήματα. Γλώσσα του έκανε η Μάνια, Φυσική στα Ιταλικά ο Αντώνης, Μαθηματικά στα Ιταλικά ο Γιώργος. Μετά ο Γιάννης κοιμόταν μερικές ώρες και ξυπνούσε για να πάει με τους συντρόφους του στην ψαραγορά. Με το ‘καθαρό’ διαβατήριο τον έγραψαν φοιτητή ιατρικής στην Πάντοβα όπου και μετακόμισε τέλη Αυγούστου.

Η Πάντοβα ήταν η πιο φασιστοκότροπη σε κατοίκους πόλη του Ιταλικού Βορρά με φοιτητές της πιο ακραίας εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Την πρώτη χρονιά ο Γιάννης δεν παρακολούθησε ούτε ένα μάθημα, δούλευε στην αγορά και γύριζε στο δωμάτιο που είχε νοικιάσει για να ξεκουραστεί. Μέχρι τέλη Μαΐου είχε μαζέψει αρκετά χρήματα για να πληρώσει για τις παρακολουθήσεις μαθημάτων και για να ζήσει τον επόμενο χρόνο χωρίς να δουλεύει τα βράδια. Αρχές Ιούνη πέρασε από ένα απ τα ψαράδικα που ο ιδιοκτήτης τον προτιμούσε από άλλους να του φορτώνει τα καφάσια και πάντα του έδινε κάνα-δυο λιρέτες πουρμπουάρ για τον κόπο του.

-Βρε, βρε, καλώς τον Έλληνα, δεν δουλεύεις πια στην αγορά;

-Θα σταματήσω για λίγο για να πάρω χρόνο να σπουδάσω. Προσπαθώ να βρω δουλειά που να είναι την μέρα μέχρι τον Σεπτέμβρη, αν ακούσεις κάτι θυμήσου με…

-Δεν χρειάζεται να ακούσω, θα πας στον φούρνο του αδελφού μου! Χρειάζονται άνθρωπο να πηγαίνει ψωμιά και γλυκίσματα απ τις έξι το πρωί μέχρι τις οχτώ και μετά να βοηθάει στο κλείσιμο του φούρνου από τις έξι το απόγευμα μέχρι τις εννιά το βράδυ.

Ο Γιάννης πήγε για τρεις μήνες να δουλέψει στον φούρνο του Sandro, αλλά δεν έφυγε ποτέ. Γνώρισε και την εγγονή του την Nadia, ερωτεύτηκαν, και στο τέλος έγινε μέλος της οικογένειας. Και μιας και η οικογένεια μοιράζονταν τις ίδιες αριστερές ιδέες, -κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι δηλαδή-, στις πορείες η οικογένεια έβλεπε όλο περηφάνια στο μπλοκ της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς τον γαμπρό με πλακάτ καρφωμένο σε καδρόνι κλεμμένο από οικοδομή να οδηγεί τον λαό των ανένταχτων.

Ο Πάσσαλος -από τον πάσσαλο τον κλεμμένο από οικοδομή που προαναφέραμε-, παρακολούθησε μαθήματα στην Ιατρική την επόμενη χρονιά και κάθε επόμενη χρονιά μέχρι που έφτασε στο πτυχίο κι εκεί σταμάτησε. Το πτυχίο θα το έπαιρνε κάποιος Κωνσταντίνος Ιωάννου, το διαβατήριο Κωνσταντίνος Ιωάννου έδινε εξετάσεις και παρακολουθούσε εργαστήριακι όχι ο Γιάννης Σαμιωτάκης, γιατί ο Γιάννης Σαμιωτάκης δεν πέρασε ποτέ τα Ιταλικά σύνορα, δεν γράφτηκε ποτέ στην Ιατρική σχολή, δεν σπούδασε ποτέ Ιατρική.

Ο Γιάννης εγκλωβίστηκε στην Ιταλία με ένα διαβατήριο που δεν του επέτρεπε να μπει στην Ελλάδα γιατί ήταν ψεύτικο και δεν μπορούσε να ζητήσει να βγει διαβατήριο στο πραγματικό του  όνομα γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει πως μπήκε νόμιμα στη Ιταλία μιας και μπήκε με ψεύτικο διαβατήριο στην Ιταλία κι αυτός σήμαινε φυλάκιση. Κι έτσι ο Γιάννης συνέχισε να ζει εγκλωβισμένος έχοντας ένα όνομα που κάποτε σήμαινε Ελευθερία, μια ελευθερία που αργότερα έγιναν οι αλυσίδες που τον κρατούσαν μετέωρο ανάμεσα στο είμαι και το ποιος είμαι.

Κάποτε πέρασαν τα χρόνια, ψηφίστηκαν νέοι νόμοι και έγινε Ιταλός πολίτης μιας που και η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν Ιταλοί. Απέκτησε Ιταλικό διαβατήριο με το όνομα Konstantino Ioannou και μ’ αυτό το όνομα πήρε το πτυχίο της Ιατρικής που δεν το χρησιμοποίησε ποτέ. Στην Ιταλία έγινε γνωστός για τους φούρνους του. Έναν παρέλαβε από τον πεθερό του και τους έκανε πέντε, -τους ονόμασε Da Passalo, -στου πάσσαλου-, τρεις στην Πάντοβα, έναν στην Βενετία και έναν στο Μέστρε. Ο Γιάννης Σαμιωτάκης ‘χάθηκε’ από προσώπου γης την ώρα που οι συγχωριανοί του τον πέρασαν έξω απ το χωριό κάτω από δέματα σανό. Ο Γιάννης Σαμιωτάκης εξαφανίστηκε και μετά από είκοσι χρόνια κηρύχτηκε εξαφανισμένος, κατά συνέπεια νεκρός.

Σαν Ιταλός και με Ιταλικό όνομα και διαβατήριο γύρισε στο χωριό του είκοσι πέντε χρόνια αργότερα. Οι γονείς του είχαν από χρόνια συγχωρεθεί, -αλλά τον είχαν επισκεφτεί πολλές φορές στην Ιταλία-, ο αδελφός του με την δική του οικογένεια ζούσε στην Αθήνα, κι έτσι ο Γιάννης πήγε στο χωριό του για να δείξει στην οικογένειά του από που ξεκινούσε η Ελληνική γενιά τους και να ευχαριστήσει τους συγχωριανούς που τον έσωσαν ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Βρήκε ζωντανούς κάνα-δυο που τον αγκάλιαζαν λες και ήταν ακόμα παιδάκι κι ας ήταν κι εκείνος σαράντα τρία χρονών άνδρας με μεγάλα παιδιά. Η φωνή του Γιάννη του Σαμιωτάκη ήταν ακόμα σχεδόν παιδική, αλλά πολύ δυνατή και αποφασιστική όταν ξεκίνησε στο όνομα των γονιών του υποτροφία για δυο παιδιά του χωριού που ήταν καλοί μαθητές αλλά από οικογένειες που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν.

Όμως εκείνη την πρώτη μέρα που φτάσαμε στην Πάντοβα ο Γιάννης Σαμιωτάκης, -ο Πάσσαλος-, μας έβαλε σε δυο ταξί και μας πήγε σε ένα ξενοδοχείο να μείνουμε το βράδυ. Το επόμενο πρωινό μας περίμενε υπομονετικά να ξυπνήσουμε και αρχίσαμε να ψάχνουμε για διαμερίσματα σε μεσιτικά γραφεία και το μεσημέρι πηγαίναμε όλοι μαζί στην φοιτητική λέσχη για φαγητό όπου πλέον επίσημα ‘με το μαχαίρι και την βούλα’ πιστοποιηθήκαμε σαν ‘κτήμα ΠΠΣΠ’ αφού μας είχε αναλάβει ο Γιάννης. Το να πιστοποιείσαι κτήμα μιας φοιτητικής παράταξης σήμαινε πως κατά πάσα πιθανότητα σε είχαν ήδη αξιολογήσει για δικό τους ψηφοφόρο και θα ήταν μάλλον δύσκολο -εκτός από ανάγωγο και άτοπο-, να προσπαθήσει να σε διεκδικήσει κάποια άλλη, εκτός κι αν τους πλησίαζες εσύ και ζητούσες να ενταχτείς κάτω απ τις προστατευτικές φτερούγες τους. Είτε έτσι πάντως είτε αλλιώς το Κυριακάτικο ξύπνημα από τους ΚΝΙΤΕΣ να σου πουλήσουν τον οδηγητή δεν το γλύτωνες ακόμα κι αν δήλωνες Νεοδημοκράτης. Ακόμα και ‘δαπίτης’ να δήλωνες και οι υπόλοιποι Έλληνες φοιτητές να σε κοιτούσαν υποτιμητικά και να ψιθύριζαν -αρκετά δυνατά ώστε να τους ακούσεις μιας που μόλις είχαμε βγει από δικτατορία στην Ελλάδα-, πίσω από την πλάτη σου, οι ΚΝΙΤΕΣ το θεωρούσαν ιερή υποχρέωσή τους να σε οδηγήσουν -αυτοί και ο Οδηγητής τους- στον ίσο δρόμο, τον δρόμο της Δημοκρατίας. Ο Άτλαντας κι εγώ πήραμε την σφραγίδα ‘κτήμα ΠΠΣΠ’ και καθόλου δεν μας πείραξε μιας που τις πρώτες μια δυο φορές που παρακολουθήσαμε την Συνέλευση των Ελλήνων Φοιτητών έγινε τις τρελής, οι ΠιΠιΣιΠίδες πέταξαν στον αέρα καρέκλες και θρανία, έπεσαν καρπαζιές και κλωτσιές και πρωταγωνιστής ποιος άλλος απ τον φίλο μας τον Γιάννη τον Σαμιωτάκη τον ‘Πάσσαλο’; Τον είδαμε κι εμείς σαν ήρωα και έκτοτε ΠιΠιΣιΠίζαμε, -ψηφίζαμε δηλαδή ΠΠΣΠ!

Τελικά τα δυο διαμερίσματα το ένα δίπλα απ το άλλο τα βρήκαμε στο τέλος της πρώτης βδομάδας. Ο πατέρας του Άτλαντα και ο Νίκος μόνο που δεν έπαθαν εγκεφαλικό όταν κατάλαβαν σε τι πολυκατοικία μας πήγε η κυρία που είχε το μεσιτικό γραφείο.

-Οι μισές ούτε καν εκδιδόμενες δεν είναι, επαναστάτησε ο κύριος Γιώργος! Είναι άνδρες που προσποιούνται τις γυναίκες ελευθερίων ηθών.

-Μπα, καθόλου δεν προσποιούνται τα ελευθέρια ήθη, τα πράττουν με συνέπεια, τον πείραξε ο αδελφός μου!

-Μα Νίκο μου, να αφήσουμε τα παιδιά σε τέτοιο κέντρο ακολασίας;

-…Το οποίο θα βρουν αν θέλουν την επόμενη που θα φύγουμε και δεν θα τους επιβλέπουμε, -αν θέλουν να το βρουν;

Κι έτσι νοικιάσαμε τα υπέροχα διαμερίσματά μας πολύ πιο φτηνά απ οποιοδήποτε άλλο διαμέρισμα στην πόλη. Αγοράσαμε τα έπιπλά μας, τακτοποιηθήκαμε, και πέντε μέρες αργότερα συνοδεύσαμε τους ‘δεσμοφύλακές’ μας στον σταθμό των τραίνων να ταξιδέψουν πίσω στην Ελλάδα με λεωφορείο.

Η ζωή σαν ελεύθερος-φοιτητής-χωρίς-γονείς-στο-κεφάλι-σου είναι μαγεία. Δεν έχεις να δώσεις λόγο παρά μόνο στον εαυτό σου, κι αν είσαι σαν εμένα, χμμμμ, εδώ είναι που ξεκινάει το πρόβλημα. Λέω ψέματα και δίνω υποσχέσεις που δεν κρατώ σε όλους, είναι δυνατόν να μην εξαπατήσω τον ίδιο μου τον εαυτό; Κάθε φορά που το κάνω όμως ο ίδιος ο εαυτός μου με βάζει από μπελάδες. Μπελάδες που τους πληρώνω ακριβά είτε εκείνη τη στιγμής, ή αργότερα… Το κακό είναι πως η Ζωή δεν ξεγράφει και δεν ξεχνά!

Μέχρι που κάποια στιγμή δεν είχε πιο πάτο το βαρέλι κι εγώ πνιγόμουν κι έτσι, -μισοβυθισμένη στα προσωπικά μου τέλματα-, με βρήκε η Δήμητρα να στροβιλίζομαι στον πάτο ενός συναισθηματικού βαρελιού, και ήρθε -φαντάσου-, να την βοηθήσω! Καημένη, άτυχη Δήμητρα, απ όλον τον κόσμο ήρθες εντός μου! Δεν αγοράζεις και ένα εθνικό λαχείο, τον πρώτο λαχνό θα πιάσεις, άκου που σου το λέω!

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   η. Padova, Κυριακή 21/10/1979

     vii. Νέοι φίλοι

Τέλειωνε ο Οκτώβρης κι ο χειμώνας φέτος προβλεπόταν βαρύς. Γυρνούσαμε σπίτι μετά από μια ολόκληρη μέρα τρέξιμο στο πανεπιστήμιο, στην φοιτητική εστία για φαγητό, στην βιβλιοθήκη για διάβασμα, και με το που μπαίναμε στην πολυκατοικία απ τα σκαλιά πριν φτάσεις στην είσοδο ‘μύριζε’ ευδαιμονία. Στα διαμερίσματα η ζεστασιά στο φουλ, ήμασταν μια πλούσια πολυκατοικία που λόγω των αυξημένων εισόδων τους οι πιο πολλών συγκάτοικοί μας δεν τσιγκουνεύονταν για να φτιάξουν τον χώρο όμορφο. Μέχρι και αρχιτέκτονα και  κηπουρό είχαν προσλάβει και είχαμε στην πίσω αυλή δένδρα και παγκάκια και τραπέζια ξύλινα και ψησταριά για πικ-νικ. Μπροστά πάλι, σε όλο το μήκος της πολυκατοικίας υπήρχαν πρασινάδα, παρτέρια και γλάστρες με λουλούδια.

Όλα είχαν ξεκινήσει τον Σεπτέμβρη που πέρασε, ούτε δυο μήνες δεν είχαμε που ζούσαμε στην Ιταλία. Πάνω στα τζάμια της εισόδου ένα μήνυμα με ωραία καλλιγραφικά: Tutti gli inquilini si pregano di essere all’ingresso del condominio nel pomeriggio di venerdì prossimo, -παρακαλούνται όλοι οι ένοικοι να είναι στην είσοδο της πολυκατοικίας την επόμενη Παρασκευή.

Σκεφτήκαμε πως θα είχε πλάκα τελικά να δούμε όλους τους ανθρώπους που ζούσαν στα διαμερίσματα της πολυκατοικίας μας από κοντά κι όχι απ τα μπαλκόνια των διαμερισμάτων μας. Οι πιο πολλοί είχαν ήδη αγοράσει το διαμέρισμά τους και άλλοι το χρησιμοποιούσαν για να φέρνουν του πελάτες μόνο, ενώ άλλοι ζούσαν όλη μέρα.

Εκείνη την εποχή τα Ιταλικά μας ήταν ακόμα si, no, d’accordo, per favore, grazie, prego, -ναι, όχι, σύμφωνοι, σας παρακαλώ, ευχαριστώ, παρακαλώ. Τα βρήκαμε μπαστούνια από την αρχή να καταλάβουμε όλους αυτούς τους πολύχρωμους ανθρώπους που μιλούσαν όλοι μαζί όταν ενθουσιάζονταν, γελούσαν και χειροκροτούσαν.

Εκείνο το απόγευμα με μάγεψαν τα χέρια, τα ρούχα και τα αρώματά τους. Εγώ μονίμως κυκλοφορούσα με ένα τζιν και μπλούζα ή πουκάμισο και μποτάκια ή μπότες με γούνα σαν επένδυση. Οι ‘ψεύτικες’ αυτές γυναίκες όμως ήταν εκατό φορές πιο θηλυκές από την γεννημένη θηλυκιά, εμένα.

Η διπλανή από τα δεξιά από το διαμέρισμα του Άτλαντα, η Daria ας πούμε: Μαλλιά μακριά μέχρι την μέση, μαύρα-αλαβάστρινα που παρ’ όλο που είχε ξυπνήσει πριν μια ώρα μόνο, ήταν σαν να είχε μόλις βγει απ το κομμωτήριο. Άψογα ξυρισμένη και μακιγιαρισμένη να λάμπει ολόκληρη με μια ομορφιά που σίγουρα ερχόταν από τον εσωτερικό της κόσμο. Κάθε φορά που την έβλεπα την κοιτούσα κρυφά για να βρω τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο όμορφη κι τόσο ευτυχισμένη. Πως είναι δυνατόν να είσαι ευτυχισμένη όταν είσαι… όταν κάνεις αυτή την δουλειά που κάνεις τέλος πάντων; Φορούσε ένα μεταξωτό ‘μίντι’ από μπλε του ουρανού βελούδο και ολόασπρη ακριβή δαντέλα. Οι μπότες της λεπτές, πανάκριβες, απ εκείνες που φτάνουν μέχρι πάνω απ το γόνατο, τις είχα δει στο Bata το πιο ‘εξκλουσίφ’ κατάστημα παπουτσιών στο κέντρο. Στον λαιμό ανέμελα τυλιγμένο ένα μεταξωτό παλ μπλε-πράσινο φουλάρι -προφανώς για να κρύβει το μήλο του Αδάμ. Το μόνο που μαρτυρούσε το πραγματικό της φύλο ήταν τα μακριά πλατιά δάχτυλά της. Κι όμως δεν υπήρχε πιο θηλυκό απ αυτόν τον άνδρα στην είσοδο της πολυκατοικίας που την τύλιγε το πιο ωραίο άρωμα που είχα μυρίσει ποτέ. Αυτό το άρωμα το ήθελα να το αγοράσω κι εγώ, το ήθελα τόσο πολύ που μπήκα στον κόπο να τολμήσω να φτιάξω μια ολόκληρη πρόταση στα Ιταλικά!

-Signora profumo molto bello che voglio comprare, come dicono? που έτσι όπως το είπα σίγουρα δεν κατάλαβε τι την ρωτούσα.

-Ah! tesorino mio, ti piace? Si chiama… -αχ θυσαυρούλη μου, σου άρεσε; Το λένε…- ξεκίνησε να μου απαντά χαρούμενη κι ύστερα σταμάτησε, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με μια υποψία γέλιου και συμπλήρωσε κουνώντας το κεφάλι αποφασιστικά και ναζιάρικα:

-…Non te lo dico! -δεν στο λέω!

Ένιωσα να βουλιάζω και να με ρουφάει το καφέ ψαροκόκαλο πλακάκι της εισόδου. Είναι δυνατόν να αρνείται να μοιραστεί το όνομα του αρώματός της λες και θα βγαίναμε ποτέ μαζί και θα την ανταγωνιζόμουν… Της χαμογέλασα με όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει και προσπάθησα να καταλάβω τι έλεγαν όλοι αυτοί οι περιθωριακοί -για τον πολύ κόσμο-, άνθρωποι. Κανείς δεν θέλει να μένει στην ίδια πολυκατοικία με δαύτους, μπορεί και να κολλήσεις την αρρωστημένη τους ζωή, όμως εμείς ζούσαμε μαζί τους και μέχρι στιγμής εγώ και ο Άτλαντας ‘σκάζαμε από υγεία’.

Συνέχισαν να φωνάζουν, να γελούν και να χειροκροτούν κάθε τόσο και στο τέλος, το νιώθαμε με τον Άτλαντα πως έπαιρναν αποφάσεις, κάποιος έκανε τις προτάσεις μια-μια και οι υπόλοιποι συμφωνούσαν ή διαφωνούσαν σηκώνοντας τα χέρια. Σε όλα συμφωνούσαν, σηκώναμε τα χέρια κι εμείς, πάντα λιγάκι καθυστερημένα για κα ‘κόψουμε’ διαθέσεις και να μετρήσουμε ψήφους σηκωμένων χεριών. Κι έτσι έληξε η πρώτη μας συνέλευση χωρίς να πάρουμε χαμπάρι στα έξοδα που έμπαινε το κάθε διαμέρισμα!

Σάββατο μεσημέρι χτύπησε το κουδούνι μου η Daria, -την είδα απ το ματάκι της πόρτας. Σκέφτηκα πως μετά την προσβολή που μου έκανε δεν θα είχε το θράσος να με ενοχλήσει, αλλά προφανώς το είχε. Φορούσε μια γκρίζα γούνα και μαύρα, σπορ μποτάκια λουστρίνι και χαμογελούσε ανυπόμονα. Με το ένα χέρι κρατούσε την ασορτί πανάκριβη τσάντα ώμου και το άλλο το είχε κριμένο πίσω από την πλάτη της. 

-Si chiama Chanel No 5, Coco Chanel ha creato un aroma con una fragranza con un odore fresco e pulito. E noi, farfalle della note sentiamo, -indossandolo il matino prossimo-, che il profumo purifica la nostra anima! Ονομάζεται Σανέλ Νο 5, η Κοκό Σανέλ δημιούργησε ένα άρωμα με μυρουδιά φρεσκάδας και καθαριότητας. Κι εμείς, οι πεταλούδες της νύχτας νιώθουμε το επόμενο πρωί που το φοράμε πως εξαγνίζεται η ψυχή μας! Ho pensato che tu che sei una bellezza pura, te lo meriti! Σκέφτηκα πως εσύ που είσαι μια αγνή ομορφιά, το έχεις δικαίωμα.

Το για τον πολύ κόσμο ‘τραβέλι’, την ώρα που ήταν έτοιμη να μου πει το όνομα του αρώματος σκέφτηκε πως ήμουν πολύ γλυκό παιδί και αποφάσισε να μου κάνει την επόμενη δώρο το άρωμα που μου άρεσε πάνω της.

-Ξέρεις πολλές φορές το μυρίζω πάνω σου και νιώθω πως μπαίνω μέσα σου και γίνομαι ένα καλό και αγνό κοριτσάκι όπως εσύ, μου έλεγε αργότερα όταν δεν ήταν για μένα πλέον η signora αλλά η Daria Αmore κι εγώ ήμουν για κείνη tesorino mio dolce, γλυκό μου θησαυρούλι…

Έτσι άρχισε η φιλία μου με την Daria… Στην αρχή ερχόταν στο δικό μου διαμέρισμα και πίναμε τσάι Lord ‘Earl Grey’ bergamot και τρώγαμε φρέσκα  κουλουράκια δυο από κάθε είδος, βουτύρου, μουστοκούλουρα, με γλυκάνισο, με σοκολάτα, ή κρουασανάκια με κρέμα ζαχαροπλαστικής ή λεμονιού απ τον φούρνο της γειτονιάς. Η Daria ήταν τελικά που με μύησε στην επιστήμη του τσαγιού.

-Στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν γκέισα, Δάφνη, το ξέρω, έχω εικόνες, ξυπνάω και νιώθω μυρωδιές και γεύσεις…

-Μα δεν έχεις πάει ποτέ στην Ιαπωνία, πως μπορείς να είσαι τόσο σίγουρη; Έχεις φάει ποτέ Ιαπωνικά φαγητά;

-Ναι, πήγα πριν δυο χρόνια στην Ρώμη, αχαχα, να σου πω πόσο βλάκες είναι οι άντρες; Ντύθηκα, σενιαρίστηκα, κούκλα, πρωτοκλασάτη γκόμενα, με ρούχα κυρίας όχι τίποτα φτηνιάρικο. Με το που πάτησα πόδι στην είσοδο εμφανίστηκαν δυο ‘πιγκουίνοι’, -ξέρεις αυτοί οι κυρηλάτοι στην πόρτα- και χαμηλόφωνα μου είπαν να πάω να απ αυτό που ξέρω να κάνω καλά και κάνω περιουσία Δόξα τω Θεώ. Μ’ έπιασε μια θλίψη, έπεσα να πεθάνω. Δυο μέρες αργότερα πήγα ντυμένη άνδρας έχοντας μαζί μου ένα δερμάτινο ντοσιέ, -πρωτοκλασάτος επιχειρηματίας και βάλε έδειχνα-, αφού είχα τηλεφωνικώς κλείσει τραπέζι με το αρσενικό μου όνομα. Υποκλίσεις οι πιγκουίνοι, δολάρια με το που μπήκα για να με πάνε στο τραπέζι μου εγώ, -φαντάσου τραπέζι με καρέκλες Χριστέ μου έπαθα σοκ όταν το είδα! Οι Γιαπωνέζοι δεν τρώνε σε τραπέζι και καρέκλες χρυσό μου-, δολάρια που μου έφεραν νερό, δολάρια από δω, δολάρια από κει, με κοιτούσε το εστιατόριο ολόκληρο.

Παραγγέλλω, και πηγαίνω στις γυναικείες τουαλέτες με το ντοσιέ. Βγάζω το κουστούμι μου -από κάτω φοράω το πανάκριβο κιμονό μου-, και την ανδρική περούκα με το κοντό μαλλί, και μένω με τα δικά μου μαλλιά. Ανοίγω το ντοσιέ, βγάζω πινέλα, βουρτσάκια, μέικ απ, και βάφομαι κανονικά σαν ονέ-σαν σαν γκέισα -όχι σαν μάικο που είναι η μαθητευόμενη με το λευκό μακιγιάζ στο πρόσωπο και το χαρακτηριστικό χτένισμα. Δένω την όμπι ζώνη μου πίσω απ το κιμονό μου γιατί είμαι καλλιτέχνης και θεσμοφύλακας των παραδόσεων και όχι γκέικο-ιερόδουλη, φοράω τα οκόμπο ξύλινα παπουτσάκια μου, σηκώνω  σε χτένισμα σημάντα με χτένια και φουρκέτες, τα μαλλιά μου, και βγαίνω από την τουαλέτα! Σαν γκέισα ονέ-σαν πηγαίνω και κάθομαι στην τραπέζι μου και έχουν μείνει όλοι με το στόμα ανοιχτό. Στην σάλα, άχνα. Έφαγα τα φαγητά και ήπια μπύρα και σάκε σαν η πιο υψηλής τάξης γκέισα που καταδέχτηκε να μπει στην ποντικοφωλιά τους. Φεύγοντας παρατάχτηκαν όλοι και υποκλίθηκαν. Υποκλίθηκαν στην γκέισα, όχι στον άνδρα που ντύθηκε γυναίκα.

Εκείνο το βράδυ, -ήταν άνοιξη-, περπάτησα στους δρόμους της Ρώμης και το ‘έξω’ μου ήταν αυτό που είμαι μέσα μου… Ήμουν ελεύθερη να είμαι αυτό που είμαι μέσα μου, αυτό που κάποτε ήμουν και ξαναγεννήθηκε σε λάθος σώμα. Η μάνα μου λέει πως γέννησε δυο παιδιά, εμένα και την αδελφή μου που ξεψύχησε μετά από λίγα λεπτά στα χέρια της νοσοκόμας. Φαντάζομαι πως σε μένα ζω εγώ και η αδελφή μου, εγώ, -η γκέισα-. κι η αδελφή μου, -ο σαμουράι που έτσι και δει την αδικία την πολεμάει σαν τον στρατιώτη ήρωα που υπερασπίζεται το καλό. Κάποια στιγμή θα μαζέψω όσα χρήματα χρειάζεται και θα ανοίξω το Γιαπωνέζικο εστιατόριο που ονειρεύομαι, θα φέρω σεφ από το Κιότο, το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου.

Τις δυο πρώτες φορές που με επισκέφτηκε βράζαμε νερό και βάζαμε τα φύλλα του τσαγιού μέσα και πίναμε τσάι στις κούπες του καφέ που είχα, αλλά την τρίτη φορά που με επισκέφτηκε μου έφερε την σωστή τσαγιέρα και κούπες για να πίνουμε Γιαπωνέζικο τσάι. Μου εξήγησε πως ακόμα και η ποιότητα του νερού  έπαιζε ρόλο και πως αν είχε πολλά μέταλλα η γεύση του  τσαγιού δεν ήταν καλή και πως ανάλογα με το είδος των φύλλων του τσαγιού έπρεπε να είναι και η θερμοκρασία του νερού. Έβαζε τα φύλλα στην κούπα με τις τρύπες στο στόμιο και έριχνε το ζεστό νερό από κάποιο συγκεκριμένο ύψος. Άφηνε το νερό να πάρει την γεύση και διηθούσε σε μια άλλη τσαγιέρα. Από εκεί γεμίζαμε μικρές ποσότητες αφεψήματος τις μικροσκοπικές κουπίτσες μας χωρίς χερούλι, και πίναμε τις πιο πολλές φορές σιωπηλές γιατί η ώρα του τσαγιού είναι ώρα για διαλογισμό και περισυλλογή.

Η Daria με μύησε στην ευχαρίστηση του να μοιράζεσαι το τσάι σου με ανθρώπους που αγαπάς. Την Daria την αγάπησα γι αυτό ακριβώς που ήταν. Μια πανέμορφη γκέισα στο σώμα μιας εκλεπτυσμένης Ιταλίδας που γεννήθηκε σε λάθος σώμα. Αν και δεν ήταν πάνω από πέντε χρόνια μεγαλύτερη μου ήταν η μάνα και ήμουν η κόρη. Και πρώτη φορά στην ζωή μου είχα μια μάνα -που ήταν λίγα χρόνια μόνο μεγαλύτερή μου αλλά πολύ σοφότερη-, έτσι όπως την ήθελα. Να μ’ αγαπά, να με μαλώνει όταν έβλεπε πως έκανα ανοησίες και αμέσως μετά με παρηγορεί στην τεράστια αγκαλιά της. Το επάγγελμά και το παρελθόν της δεν το συζητήσαμε ποτέ τους πρώτους μήνες αλλά πολύ αργότερα…

Πολύ αργότερα μου είπε πως ήταν από την Σικελία, ο πρωτότοκος μιας οικογένειας με ένα μόνο αγόρι και άλλες τρεις αδελφές. Ο πατέρας του είχε την δική του τράπεζα όπου ξέπλενε χρήματα από τις επιχειρήσεις του παππού του Dario που ήταν Don και capo-famiglia, δηλαδή ‘νονός’, αρχηγός της οικογένειας και από τις κεφαλές της τοπικής μαφίας. Ο Dario έφυγε στα δεκαεπτά τελειώνοντας το σχολείο να σπουδάσει οικονομικές επιστήμες στην Πάντοβα που είχε την καλύτερη σχολή όπως ήταν η θέληση του παππού. Τον ακολούθησε και η μητέρα του που είχε δει τα σημάδια των σεξουαλικών προτιμήσεων του πολυαγαπημένου της γιού κι έβλεπε τα προβλήματα να έρχονται σαν άγρια θάλασσα που είχε πολλές φορές χτυπήσει τον παλιό κυματοθραύστη. Ο Dario τελείωνε το τρίτο έτος και ενώ την μέρα ζούσε σαν αγόρι, τις νύχτες φορούσε γυναικεία ρούχα και σύχναζε σε μπαρ σαν Daria. Μάνα και γιος ήξεραν πως αν οι σεξουαλικές του προτιμήσεις μαθευόταν στην Ταορμίνα θα τον σκότωνε ο ίδιος του ο πατέρας.

Μετά την τελευταία φορά που ο Dario γύρισε την πόλη και άρχισαν οι ψίθυροι για το ‘αγόρι’, η μάνα πλήρωσε δυο καραμπινιέρους -αστυνομικούς-, να της βρουν πτώμα στα μέτρα του γιού της που το πρόσωπο να έχει παραμορφωθεί. Σε δυο μήνες ένας άστεγος ναρκομανής έπεσε στις γραμμές του τραίνου και ο Dario ‘πέθανε’ εκείνη την ίδια στιγμή.

Η mama Marcella τηλεφώνησε στις 3 το απόγευμα στον άνδρα της.

-Το παιδί πήγαινε με την παρέα του στην Βενετία με το τραίνο, το αγόρι μας παραπάτησε και έπεσε την ώρα που έφτανε το τραίνο. Είναι τόσο άσχημα χτυπημένο το σωματάκι του και το πρόσωπό του που το φέρετρο θα το σφραγίσει η αστυνομία.

Στο άκουσμα του τραγικού δυστυχήματος ο παππούς έπαθε εγκεφαλικό που τον κράτησε στο νοσοκομείο για μήνες. Ο γιός του, ο πατέρας του Dario κληρονόμησε τον τίτλο του Don capo-famiglia. Στην κηδεία πρωτοστάτησε ο Πάπας ο ίδιος γιατί η ‘φαμίλια’ είχε και τεράστιο φιλανθρωπικό έργο με οίκους για ορφανεμένες οικογένειες που ζούσαν με αξιοπρέπεια  έχοντας κάθε μήνα το συνταξιοδοτικό βοήθημα απ τον δήμο και την τράπεζα. Και πολύ καλά έκανε η famiglia και συνταξιοδοτούσε τις χήρες και τα ορφανά των ανθρώπων που η ίδια η famiglia είχε ‘καθαρίσει’. Μπορεί οι σύζυγοι και πατεράδες να ήταν εχθροί, είτε σαν μαφιόζοι κι εκείνοι, είτε σαν πολίτες που εναντιώθηκαν στην διαφθορά, αλλά οι οικογένειες τους ήταν ιερές. Οι χήρες θα εξασφαλίζονταν εφ όρου ζωής, οι κόρες θα προικίζονταν και θα παντρεύονταν ένα καλό παιδί, και οι γιοί ή θα έμπαιναν να δουλέψουν για την φαμίλια που τους προστάτευε ή θα σπούδαζαν για να βρουν τον δρόμο τους.

Την μέρα που βρέθηκε το πτώμα του νεαρού άστεγου ναρκομανή και μετονομάστηκε σε Dario, γεννήθηκε η Daria Ignazio από το Μιλάνο. Η mama Marcella είχε από μήνες αγοράσει και επιπλώσει το διαμέρισμα που θα έμενε ο γιός της σαν γυναίκα όταν όλοι θα τον νόμιζαν πεθαμένο. Μάζευε χρήματα κρυφά από τότε που το πρωτότοκό της πήγαινε δευτέρα δημοτικού και φορούσε τις γόβες, τα σουτιέν και τα νεγκλιζέ της. Μια μέρα μάλλον σύντομα θα πέθαινε, θα το έτρωγε το κεφάλι του μ’ αυτά που του άρεσαν, καλό θα ήταν να ‘πέθαινε’ μόνο στο μυαλό των άλλων παρά αληθινά.

Η mama Marcella ήξερε πως όταν θα ‘πέθαινε’ το πολυαγαπημένο της παιδί θα το έχανε για πάντα. Ούτε στην κηδεία της δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί -όπως κάνουν όλα τα παιδιά που αγάπησαν την μάνα τους. Αφού τελείωσε το τηλεφώνημα που ανακοίνωνε με αναφιλητά τον θάνατο του γιού στον πατέρα, ακούμπησε το ακουστικό στην θέση του και αγκαλιάστηκε με το παιδί της για τελευταία φορά. Έπλεξε τα χέρια της γύρω απ τον λαιμό του κι έτσι όπως ήταν ένα μάνα και γιός, τον έσφιξε, τον έσφιξε τόσο λες κι ήθελε να τον χώσει πάλι μέσα στο σώμα της να μην τον χάσει. Μετά τον φίλησε στα μάτια έτσι όπως έμαθε πως οι μανάδες φιλούν τους γιούς τους πριν τους θάψουν, και του είπε με φωνή που έτρεμε.

-Να είσαι το καλό παιδί που ήσουν πάντα και φρόντισε να γίνεις ευτυχισμένο μια μέρα γιατί την καρδιά της μάνας σου την σπάραξες που σε νεκροκλαίω ζωντανό. Κα τώρα, φύγε, να μην με δεις να φοράω μαύρα στην ζωή μου για πάντα.

Έκλεισε την πόρτα πίσω του, πήγε στο δωμάτιό της που είχε απλώσει τα μαύρα στο κρεβάτι της και άρχισε την ιεροτελεστία του θρήνου και του πένθους κατά τις συνήθειες του τόπου της. Έριξε ένα πανί στην μπανιέρα -αφού δεν είχε αυλή να το κάνει- του έριξε οινόπνευμα και το έτσουξε φωτιά. Ύστερα έβγαλε τα ρούχα και τα εσώρουχά της ένα-ένα. Κάθε που έβγαζε ένα ρούχο το φιλούσε, σκούπιζε μ’ αυτό τα μάτια της και θρηνώντας το πετούσε στην φωτιά. Περίμενε γυμνή να κοιτάει μέχρι που και το τελευταίο εσώρουχο έγινε στάχτη κι ύστερα πήγε στο υπνοδωμάτιό της φόρεσε τα μαύρα και περίμενε στο καθιστικό να έρθει ο οδηγός με την νεκροφόρα να οδηγήσουν τον ‘γιό’ της στην πόλη τους και στην αγκαλιά του πατέρα.

Το σπίτι που εδώ και καιρό ετοίμαζε η Daria με την μητέρα της είχε ότι χρειαζόταν για να ζήσει για λίγους μήνες χωρίς να κινήσει το ενδιαφέρον της γειτονιάς η χαμηλοβλεπούσα κοπέλα με τα τεράστια γυαλιά, την ξανθιά περούκα με το κοντό καρέ και τις φαρδιές παντελόνες. Πέντε μήνες αργότερα πούλησε το πλούσιο οροφοδιαμέρισμα στην  via chiesanuova και αγόρασε το πολύ μικρότερο κοντά στον σταθμό πίσω από την FIAT στην via Eugenio Curiel 14.

Η Daria δεν πάτησε το πόδι της στην Σικελία για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Συνέχισε να εκδίδεται για δέκα χρόνια και μάζεψε αρκετά χρήματα για να κάνει την εγχείρηση αλλαγής φύλλου. Έγραψε ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό φροντίζοντας να αλλάξει ονόματα, πόλεις και στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν το πραγματικό της όνομα. Το βιβλίο της ‘Mi chiamo Libera’ έγινε best seller τον πρώτο μήνα κυκλοφορίας και την έκανε σχεδόν πλούσια. Κανείς δεν ήξερε το πρόσωπο της Libera που το έκρυβε ένα ψάθινο καπέλο και άφηνε να φαίνονται μόνο τα όμορφα μακριά μαλλιά της.

Άνοιξε το πρώτο Γιαπωνέζικο εστιατόριο στην Βενετία και τις πιο πολλές φορές κυκλοφορούσε ντυμένη γκέισα πηγαίνοντας από τραπέζι σε τραπέζι για να δεχτεί τα συγχαρητήρια για τα πιάτα του Γιαπωνέζου σεφ του καταστήματος που είχε φέρει από το Κιότο. Τον ερωτεύτηκε παράφορα και πριν ξεκινήσει σχέση μαζί του, του αποκάλυψε το παρελθόν της. Εκείνος τρομοκρατήθηκε και έφυγε αφήνοντάς την στην απόλυτη δυστυχία. Επέστρεψε δώδεκα μέρες αργότερα σε ένα εστιατόριο που ευτυχώς λειτουργούσε ακόμα κάτω από τις ηρωικές προσπάθειες του Γάλλου σου-σεφ. Δεν έφυγε ποτέ ξανά απ το εστιατόριο και το κρεβάτι της. Παντρεύτηκαν ένα χρόνο αργότερα και υιοθέτησαν δυο δίδυμα κοριτσάκια από την Ιαπωνία.

Παρασκευή έγινε η συνέλευση στην είσοδο όσων έμειναν στην πολυκατοικία, την Τρίτη άρχισαν τα όργανα, οι μπουλντόζες για να είμαι ακριβής. Ξεκινούσαν στις δέκα το πρωί γιατί τα κορίτσια δεν ξυπνούσαν ποτέ νωρίτερα, μέχρι τις πέντε το απόγευμα, γιατί μετά τα κορίτσια έφερναν κόσμο που σίγουρα θα τους ήταν δύσκολο να συγκεντρωθούν επί τω έργω με τους τοίχους να τρέμουν και να χάνεται ο έστω και ελάχιστος ρομαντισμός πριν και κατά την διάρκεια της πράξης. Στο τέλος της δεύτερης Πέμπτης είχαμε πίσω και μπροστά αυλή.

Όταν καταλάβαμε τι ψηφίσαμε εγώ και ο Άτλαντας πάθαμε μικρά επαναλαμβανόμενα εγκεφαλικά με κάθε εργασία που βλέπαμε να γίνεται. Πόσο θα κόστιζαν όλα αυτά; Και κυρίως πόσα θα έπρεπε να δώσουμε εμείς για όλα αυτά εμείς οι κουβαρντάδες που σηκώναμε χέρι υπερψηφίζοντας κάθε πρόταση; Τελικά ήμασταν τυχερά παιδιά, τα έξοδα τα είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου τα κορίτσια.

Από Πέμπτη πρωί και πάλι πάνω στα τζάμια της εισόδου το μήνυμα με ωραία καλλιγραφικά μας καλούσε σε συνέλευση-μπαρμπέκιου στην πίσω αυλή το Σάββατο που μας ερχόταν. Ο καθ’ ένας ας έφερνε ότι του άρεσε να τρώει και να πίνει για να το μοιραστεί με τους άλλους. Δυο μερόνυχτα έφτιαχνα και φούρνιζα σαν παλαβή για να παρουσιάσω τα καλούδια τα δικά μου και του Άτλαντα.

Οι πρώτοι άρχισαν να κατεβαίνουν κατά τις έντεκα το πρωί. Έβαλαν κάρβουνα στις ψησταριές και ξεκίνησαν το ψήσιμο: λουκάνικα και μπριζόλες και παιδάκια αρνίσια και μπιφτέκια και συκωταριές λαδορίγανη και ψαρονέφρια και μείγμα από πατάτες, κρεμμύδια, μανιτάρια, μελιντζάνες, ντοματίτσες, πιπεριές, κολοκυθάκια σε αλουμινόχαρτο. Και γέμισαν τα τρία τραπέζια που απ τις δυο πλευρές τους είχαν παγκάκια για να κάθονται οι ένοικοι και οι ελάχιστοι πραγματικοί φίλοι που δεν ντρέπονταν να αγαπήσουν ‘αυτά τα εκτρώματα της φύσης που μόνο αρρωστημένα πρέπει να ήταν αφού κι αυτοί που ξάπλωναν μαζί τους ήταν αρρωστημένα υποκείμενα’. Γέμισαν τα τραπέζια με καλούδια και φαγητά και γλυκά και ανθρακούχα και ποτά. Κι αναγκάστηκαν κάποιοι να κατεβάσουν κι απ τα μπαλκόνια τους τραπεζάκια και καρέκλες γιατί ήμασταν πολλοί κι είχαμε φέρει πολλά. Ήμασταν πολλοί και ήμασταν χαρούμενοι και ήμασταν νέοι, -κανένας μας δεν είχε κλείσει ακόμα τα τριάντα-, και φάγαμε του σκασμού, και βάλαμε μουσική και τραγουδήσαμε και χορέψαμε κι ήταν εκείνο το Σάββατο μέχρι αργά το απόγευμα λες και δεν θα είχε αύριο.

Εκείνο το Σάββατο τα κορίτσια της πολυκατοικίας μας δεν βγήκα στην πιάτσα για δουλειά. Αυτές που έμεναν στον πρώτο όροφο ανέβηκα κι έφτιαξαν καφέ και κατέβασαν τόνους καφέ και ζάχαρη και γάλα για όλους. Κάποιες άλλες πήγαν στον φούρνο της γειτονιάς και σήκωσαν τόνους κουλουράκια και κρουασάν όλων των ειδών. Και γέμισαν πάλι τα τραπέζια με καφέδες και βουτήματα αυτή την φορά. Κι όσο έπεφτε ο ήλιος και χρύσιζε εκεί πίσω απ το εργοστάσιο της FIAT που στο πλάι του δούλευαν τα βράδια τα κορίτσια, τόσο έπεφτε και μια σιωπή που την συνόδευε η μελαγχολία γιατί όλοι ξέραμε πως αυτό δεν θα ξαναγινόταν ποτέ… Ίσως κάποιοι από το ένα διαμέρισμα να αποφάσιζαν να κάνουν ένα πάρτι με κάποιους από ένα άλλο, ίσως κάποιος να έφερνε κάνα-δυο φίλους, αλλά όλοι μαζί δεν θα ήμασταν ξανά να χαιρόμαστε την ζωή σαν παιδιά έστω και για λίγες ώρες χωρίς ο διπλανός να μας στραβοκοιτάξει.

Ήμασταν παρίες, ήμασταν τα φρικιά της φύσης, ήμασταν ανώμαλοι, ήμασταν πουτάνες και τραβέλια, ήμασταν της γης οι κολασμένοι για σας τους υπόλοιπους. Για μας ήμασταν άνθρωποι που είχαν χάσει ακόμα και το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται άνθρωποι χωρίς αρνητικό σήμα μπροστά απ την λέξη και την υπόστασή τους. Στο μυαλό μου ήμασταν όλα αυτά, κι εγώ κι ο Άτλαντας ήμασταν μέρος αυτής της μονάδας, ήμασταν όλοι μας όλα αυτά που οι ‘καθώς πρέπει’ απέναντι κοιτούσαν με περιέργεια πίσω απ τις κουρτίνες -και οι πιο τολμηροί απ τα μπαλκόνια τους καπνίζοντας και πίνοντας το ποτό τους. Ο επαναστατημένος μου εαυτός ήταν όλα αυτά, έξω απ τον καθωσπρεπισμό και τις νόρμες. Ο Άτλαντας, το πάντα καλό παιδί, το στερνοπούλι μιας πολυπληθούς οικογένεια που πάντα ‘έπρεπε’, έπρεπε να είναι καλός μαθητής, έπρεπε να είναι καλό παιδί, έπρεπε να είναι πάντα το καλό παράδειγμα, έπρεπε να είναι όπως και τα μεγαλύτερα αδέλφια του ίδιο καλούπι. Κι ο Άτλαντας εκείνο το Σάββατο αποτίναξε τον καθωσπρεπισμό και την ομοφοβία και αποδέχτηκε τα κορίτσια γι αυτό που ήταν, αποδέχτηκε και αγάπησε το μέσα τους τόσο που το έξω τους δεν είχε πια καμία σημασία, ήταν ένα ρούχο μόνο, ένα διάφανο σαρκίο που του επέτρεπε να βλέπει την ψυχή τους. Ο Άτλαντας χόρεψε με τα κορίτσια και γέλασε με τ’ αστεία τους κι έφτασε εκεί προς το τέλος της μέρας να βλέπει την Daria σαν ένα πλάσμα θηλυκό που ξεκάθαρα του έδειχνε πως δεν είχε να φοβηθεί τίποτα απ το άγγιγμά της και την ψιλοκουβέντα που είχαν στήσει.

Εκείνο το Σαββατιάτικο πάρτυ έγινε ορόσημο και σφράγισε την ζωή μου απεκδύοντας στρώσεις του εγώ μου όσο ωρίμαζα. Το ίδιο γεγονός το φίλτραρα μέσα από καινούρια Γνώση και Συναίσθηση κάθε φορά που κάτι συνταρακτικό με πήγαινε πίσω και ωρίμαζα ενώ με ωρίμαζε ή με ωρίμαζε ενώ ωρίμαζα…

Η Marina δεν σταμάτησε να εκδίδεται μέχρι που αρρώστησε και κάνοντας εξετάσεις έμαθε πως είχε εκείνη την μεγάλη αρρώστια με το μικρό όνομα. Τα υπόλοιπα κορίτσια της πολυκατοικίας την πρόσεξαν μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής της. Ήταν η άτυχη αδελφή που έφυγε πριν κλείσει τα εικοσιπέντε.

Η Niko εξαφανίστηκε για μερικές μέρες μέχρι που άρχισε να βγαίνει παράξενη μυρωδιά απ το διαμέρισμά της. Την βρήκαν στον καναπέ με την βελόνα ακόμα στο χέρι. Το διαμέρισμα καθαρίστηκε και νοικιάστηκε στο επόμενο κορίτσι με συνοπτικές διαδικασίες και αρκετά χαμηλό επιμίσθιο. 

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   θ. Padova, Σάββατο 03/11/1979

     viii. Συμπαντικές συχνότητες

Ζωγράφιζα και πάλι μοτίβα στα περιθώρια του βιβλίου μου. Σπείρες αυτή την φορά, όσο το δυνατόν ίδιου μεγέθους, μετρούσα τους κύκλους, έναν, δύο, πέντε, οκτώ. Κλείνοντας στην κορυφή τον όγδοο κύκλο συνέχιζα με την επόμενη σπείρα ακριβώς δίπλα προσπαθώντας να είναι πανομοιότυπη σε πάχος και κύκλους. Εφτά σπείρες στην πάνω σειρά, έξι στην αμέσως επόμενη, πέντε κατόπιν και πάντα ξεκινώντας την πρώτη σπείρα της επόμενης σειράς ακριβώς ανάμεσα από την πρώτη και την δεύτερη της από πάνω. Η τελευταία σπείρα έμοιαζε μόνη και ξεχασμένη στο κάτω μέρος της σελίδας ακροβατώντας προσεκτικά σαν φανταστική χορεύτρια των Μπολσόι να μην πέσει απ την σελίδα και κυλώντας στο τραπέζι κατέληγε στο πάτωμα.

Χιόνιζε εδώ και δυο μέρες ασταμάτητα και είχαμε φτιάξει καυτές σοκολάτες που βουτάγαμε μέσα φρέσκα κρουασάν βουτύρου. Είχε φτάσει σχεδόν μια το μεσημέρι και είχα μετακομίσει στο διαμέρισμα του Άτλαντα απ τα άγρια χαράματα. Την τελευταία βδομάδα έβρισκα τις πιο χαζές δικαιολογίες για να είμαι μαζί του συνέχεια. Έπαιρνα τα βιβλία και τα τετράδιά μου και κατασκήνωνα στο διαμέρισμά του προς μεγάλη απογοήτευση της Τίνας-Σκατίνας

-Πιστεύεις πως υπάρχουν χρονοταξιδιώτες και άνθρωποι που ταξιδεύουν στο παρελθόν και το μέλλον μέσα στα σώματα άλλων ανθρώπων; τον ρώτησα την ώρα που σηκώθηκε να χτυπήσει γάλα στο μίξερ μέχρι να γίνει αφρόγαλο.

-Αυτό είναι ρητορική ερώτηση στον γιο της συγκεκριμένης μάνας δηλαδή της δικής μου; Κοίτα, η Αναστασία είναι η μάνα μου, έχει διαβάσει ότι υπάρχει στην βιβλιοθήκη και δεν υπάρχει περίπτωση να αποδείξεις πως σε δουλεύει… Η Μάνα μου θα γινόταν η καλύτερη καφετζού στον κόσμο, ξέρει να εκμαιεύει και ξέρει να δημιουργεί πανέμορφες ιστορίες. Ξέρεις πως με μεγάλωσε; Τα παραμύθια που μου έλεγε για να κοιμηθώ ήταν για συμπαντικά συμπλέγματα και ιστορίες μικρών ηρώων που διακτινίζονταν για να σώσουν πλανήτες που κινδύνευαν. Μου εξηγούσε πως ο ουροβόρος όφις δεν είναι ένα φίδι αλλά πηγή ζωής. Τα παραμύθια της μάνας μου δεν περιορίζονταν σε πρίγκιπες και δράκους πάνω στην Γη, ίσα-ίσα που το ηλιακό μας σύστημα ήταν μόνο μια κουκίδα στο ‘Όλο και τα Πάντα’. Μια κουκίδα που απ όπου μια μέρα θα ταξίδευα χωρίς φόβο για το ‘Παντού’.

-Σε θυμάμαι στο σχολείο που μας έλεγες τέτοιες ιστορίες και σε ρωτούσαμε από ποιο βιβλίο σου τα διαβάζει η μαμά σου και απαντούσες πως δεν χρειαζόταν να τα διαβάζει γιατί ήταν Σύμπαντο-Ιστοριολόγος και πως ήξερε τα πάντα για το Σύμπαν.

-Χαχα, εγώ ξέρεις τι δεν θα ξεχάσω ποτέ; Δευτέρα δημοτικού και έρχεται από Βόλο ο Χρήστος, τον θυμάσαι τον Χρήστο; Ένα θηρίο διπλάσιο από εμάς τα υπόλοιπα. Τον ρωτάει η κύριος Ανδρέας τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς του και απατάει ο Χρήστος με στόμφο: «Ο πατέρας μου είναι ιερέας!». «Ψεύτης δηλαδή, κοροϊδεύει τον κόσμο, αφού Θεός δεν υπάρχει!» απαντάω εγώ. Αρχίζει να φωνάζει ο Χρήστος πως ήμουν τραμπούκος και κομμουνιστής και βγάζω εγώ τετράδιο να γράψω τον τύπο που αποδεικνύει πως δεν υπάρχει Θεός, αλλά μόνο Ενέργεια που έλκεται από ύλες και μορφοποιείται σε υπάρξεις στα διάφορα σύμπαντα. Ξεχνάω όμως μέρη της έβδομης εξίσωσης και βάζω τα κλάματα γιατί δεν μπορούσα να αποδείξω τέτοιο απλό θεώρημα. 

-Αχαχα, ναι θυμάμαι πως ο κύριος Ανδρέας σε λυπήθηκε τόσο πολύ που φώναξε την αδελφή σου την Άννα που πήγαινε στην Πέμπτη για να σε ηρεμήσει!

-Κι εγώ να σπαράζω: ποιο είναι το τρίτο πρόσημο του αριστερού σκέλους της έβδομης εξίσωσης! Κάλεσε ο διευθυντής την επόμενη την μάνα μου να μην μου λέει τόσο προχωρημένα σε μαθηματικά παραμύθια γιατί δεν έκανε καλό στο μυαλό μου.

-Και τώρα που δεν είσαι στην δευτέρα δημοτικού πιστεύεις πως υπάρχουν χρονοταξιδιώτες και άνθρωποι που ταξιδεύουν στο παρελθόν και το μέλλον μέσα στα σώματα άλλων ανθρώπων;

-Πιστεύω στην Επιστήμη, στην παρατήρηση και την απόδειξη. Και πιστεύω πως πολλά πράγματα πολύ επιστημονικά περιμένουν στην ζώνη της επιστημονικής φαντασίας να μελετηθούν και να αποδειχθούν…

-[Πολύ μου αρέσει αυτό το αγόρι, μου θυμίζει τον αδελφό μου!]

-[Ρε Δήμητρα, ασχολήσου με κάτι άλλο, για όλα έχεις λόγο!]

-[Με τι να ασχοληθώ, έχω ‘διαβάσει’ όλο το μυαλουδάκι σου, που είναι πολύ ενδιαφέρον θα πρέπει να ομολογήσω…]

-[Εγώ όμως δεν μπορώ να διαβάσω το δικό σου!]

-[Λογικό δεν είναι; Εγώ είμαι ο πομπός, εγώ ‘έχω κατσικωθεί στο κεφαλάκι σου και σου καίω φλάντζες’!]

-[Το ότι χρησιμοποιείς πλέον ακόμα και τις εκφράσεις μου γιατί δεν με αφήνει έπληκτη;]

-[Χμμμ, τις χρησιμοποιούσα πάντα με τον Many, πρέπει να τις μάθαμε πριν φύγουμε απ την Ελλάδα, ούτε καν θυμάμαι πότε και από ποιον τις ακούσαμε…]

-Δάφνη, με παρακολουθείς; Τώρα τελευταία με τρομάζεις που κοιτάς στο κενό, σκέφτεσαι και χαμογελάς…

-Μια χαρά ήμουν πριν αρχίσω να διαβάζω, το διάβασμα φταίει!

-Ποτέ δεν ήσουν μια χαρά, παρτσακλό ήσουν πάντα. Αλλά τώρα έχεις τελείως ξεφύγει κι απ τα όρια κι απ τα περιθώρια! Λοιπόν θέλεις να σου δείξω πόσο η Επιστήμη μπορεί να είναι ακόμα και ένα παιχνίδι που παίζαμε κάποτε;

-Θα πονέσει;

-Σε έχω πονέσει ποτέ;

Αχ γλυκέ μου Άτλαντα, ποτέ, αλλά τώρα τελευταία πονάει το δοντάκι μου για σένα. Φυσικά και δεν πρόκειται να σου το πω ποτέ…

-Θυμάσαι μόλις τελειώσαμε την πρώτη δημοτικού; Είχαμε πάει διακοπές στον Πλαταμώνα την ίδια εποχή και μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Θυμάσαι ποιο ήταν το αγαπημένο μας παιχνίδι τα μεσημέρια που δεν έπρεπε να κάνουμε φασαρία;

Κι εκεί, στο καταχείμωνο, κι ενώ έξω κάποιοι γείτονες έχτιζαν χιονάνθρωπους το διαμέρισμα του Άτλαντα γέμισε μυρωδιά καλοκαιρινής αύρας. Μπροστά απ το μπλε, στρογγυλό μεταλλικό τρίποδο τραπεζάκι που καθόμασταν έχοντας ένα τετράδιο και μολύβι ανάμεσά μας απλώθηκε στα πόδια μας στο μπαλκόνι που παίζαμε όταν οι μεγάλοι κοιμόταν το απέραντο της θάλασσας.

-Βαριέμαι άλλο να ζωγραφίζω, του είπα χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. Και βαρέθηκα να μιλάω ψιθυριστά, ακόμα και τα τζιτζίκια τζιτζικίζουν πιο δυνατά από εμάς!  Έλα να παίξουμε αριθμούς!

-Μηδέν!

-Και το επόμενο του Ένα!

Γράφαμε τους αριθμούς να μην τους ξεχάσουμε και μετά φτιάχναμε την σκάλα:

0

1

0

+

1

=

1

1

+

1

=

2

1

+

2

=

3

2

+

3

=

5

3

+

5

=

8

5

+

8

=

13

21, 34, 55, 89, 144, 233, 377, 610, 987, 1597, 2584, 4181…

μέχρι που χανόμασταν στην πρόσθεση που να είναι ο κάθε αριθμός ίσος με το άθροισμα των δύο προηγούμενων και αφού βρίζαμε ψιθυριστά ξεκινούσαμε απ την αρχή.

-Αυτή είναι η ακολουθία Φιμπονάτσι από τον Ιταλό Leonardo Pisano. Ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Fibonacci, σύντμηση του Filius Bonacci, -γιος του Bonacci-, από το όνομα του πατέρα του. Χρησιμοποιούσε επίσης την λέξη bigollo, -ταξιδευτής-, για να αυτοπροσδιοριστεί. Ο πατέρας του, ο Guilielmo Bonacci, ήταν γραμματέας της Δημοκρατίας της Πίζας στη Βορειοαφρικανική πόλη Bugia, μιλάμε για τον δωδέκατο μ.Χ. αιώνα. Ο Φιμπονάτσι μεγάλωσε εκεί και η εκπαίδευσή του επηρεάστηκε σημαντικά από τους Μαυριτανούς αλλά και από τα ταξίδια που έκανε αργότερα κατά μήκος της Μεσογειακής ακτής, Αίγυπτο, Συρία, Ελλάδα, Σικελία και Προβηγκία. Έτσι μελέτησε και έμαθε τις μαθηματικές τεχνικές και τα αριθμητικά συστήματα που είχαν υιοθετηθεί σε εκείνες τις περιοχές.

Φαντάσου, ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε υψηλού επιπέδου μαθηματικά χωρίς να έχουμε ιδέα πόσο σημαντικό ήταν αυτό που σκαλίζαμε!

Τώρα, σκέψου πως ο λόγος δύο διαδοχικών αριθμών της ακολουθίας τείνει προς το φ, την αποκαλούμενη Χρυσή Τομή,  ή Χρυσή Αναλογία, ή Χρυσός Αριθμός όπου φ =1.618033989. Από αυτό το λόγο προέρχεται το Χρυσό Ορθογώνιο και το Σπειροειδές Σχήμα, που είναι το πιο διαδεδομένο σχήμα στο σύμπαν.

Η ακολουθία αυτή τόσο συναντάται παντού στη φύση, σε μοτίβα όπως τα λουλούδια ή τα φύλλα των φυτών μέχρι το μοτίβο των πετάλων, στις πευκοβελόνες, ή τα στρώματα του φλοιού ενός ανανά. Τα φυτά δε γνωρίζουν για την ακολουθία Φιμπονάτσι, απλά μεγαλώνουν με τον πιο πρόσφορο και αποδοτικό τόπο. Η φύση προφανώς δεν προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την ακολουθία απλά αυτή εμφανίζεται ως το δευτερεύον αποτέλεσμα μιας πολύ βαθύτερης φυσικής διαδικασίας.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το ίδιο το ανθρώπινο χέρι: κάθε άνθρωπος έχει δυο χέρια, κάθε ένα από τα οποία έχει πέντε δάκτυλα, κάθε δάκτυλο αποτελείται από τρία τμήματα που χωρίζονται από δυο αρθρώσεις. Όλοι αυτοί οι αριθμοί ανήκουν στην ακολουθία Φιμπονάτσι.

Οι επιστήμονες επιμένουν πως οι αριθμοί Φιμπονάτσι είναι το αριθμητικό σύστημα της φύσης και σχετίζονται με την ανάπτυξη κάθε ζωντανού οργανισμού, ενός κυττάρου, ενός σπυριού σταριού, μιας κυψέλης μελισσών, ακόμα της ίδιας της ανθρωπότητας.

-[Το σπειροειδές σχήμα είναι το πιο διαδεδομένο στο Σύμπαν,  Νεαντερτάλιες θεωρίες.  Να σου πω τις Θεωρίες των Χορδών να του πετάξεις τα μάτια έξω και να τελειώνουμε με δαύτον;]

-Μισό λεπτάκι, μόλις συνέδεσες την αναλογία με το φ;

-Α! η χρυσή τομή,  ο Χρυσός Λόγος, ο Χρυσός Κανόνας, η Χρυσή Μετριότητα και Θεϊκή Αναλογία! Η ομορφιά εκφρασμένη σε μαθηματικά και αναλογίες! Θυμάσαι πως την σχηματίζουμε;

-Χμμμμ, νομίζω πως ναι, περίμενε να γυρίσω φύλλο στο πρόχειρο! Για να το ζωγραφίσω με βοηθάει να το βρω πιο εύκολα! Κατασκευάζουμε ένα τετράγωνο και φέρουμε μια ευθεία παράλληλη προς τη μια βάση. Μετά χωρίζουμε το τετράγωνο σε δύο ίσα ορθογώνια που η μία τους πλευρά να είναι όση η πλευρά του τετραγώνου και η άλλη η μισή τη και φέρνουμε μία διαγώνιο. Σωστά μέχρι εδώ;

-Καλά τα πας για συνέχισε πριν το χάσεις!

-Κατασκευάζουμε ένα κύκλο με κέντρο το μέσο της μίας πλευράς του τετραγώνου και ακτίνα τη διαγώνιο του ορθογωνίου. Τέλος, προεκτείνουμε την πλευρά του τετραγώνου στην οποία έχουμε ορίσει το κέντρο του κύκλου έως το σημείο του κύκλου που τελειώνει η διάμετρος. Το ευθύγραμμο τμήμα που αποτελείται από την πλευρά του τετραγώνου μαζί με την προέκταση έχει μήκος φ!

-Και αριθμητικά αυτό το φ είναι πόσο ακριβώς;

-Έλα, το παρατραβάς, σιγά μην καθόμουν να απομνημονεύσω άχρηστους αριθμούς!

-1.6180339887498948482… και υπάρχουν χιλιάδες λόγοι που ο συγκεκριμένος αριθμός δεν είναι άχρηστος! Αρκετοί μοριοβιολόγοι ερευνητές έχουν προτείνει πιθανή σύνδεση μεταξύ της χρυσής αναλογίας και του ανθρώπινου DNA. Για πες μου τι είναι το χρυσό ορθογώνιο;

-Εμ, εμ, για να θυμηθώ…

-Εμ, εμ, κοιμόσουν στο φροντιστήριο!

-[Ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο με αναλογίες χρυσής τομής, με μεγαλύτερη την πλευρά α και μικρότερη την πλευρά β, όταν τοποθετείται δίπλα σε ένα τετράγωνο με πλευρές μήκους α, θα παραχθεί ένα όμοιο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο με  αναλογίες χρυσής τομής με μεγαλύτερη πλευρά την α+β και μικρότερη την β.]

-Ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο με αναλογίες χρυσής τομής, με μεγαλύτερη την πλευρά α και μικρότερη την πλευρά β, όταν τοποθετείται δίπλα σε ένα τετράγωνο με πλευρές μήκους α, θα παραχθεί ένα όμοιο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο με  αναλογίες χρυσής τομής με μεγαλύτερη πλευρά την α+β και μικρότερη την β.

-[Ένα «ευχαριστώ, Δήμητρα» δεν θα με χαλούσε καθόλου!]

-[Που στο καλό τα θυμάσαι όλα αυτά; Φιλόλογος δεν είσαι; Γριά γυναίκα πως τα θυμάται ακόμα το μυαλό σου; Δεν έχεις ακόμα φτάσει στην εποχή της γεροντικής άνοιας;]

-[Μήπως επειδή όταν μου τα δίδασκαν στο σχολείο κοιτούσα στον πίνακα και όχι τον ωραίο πισινό του καθηγητή μου;]

-[Έλεος! Εσύ πως το ξέρεις αυτό;]

-[Είδα την εικόνα με το που ανέφερε το χρυσό ορθογώνιο ο Άτλαντας. Γιατί να μην μεταφερθώ στον εγκέφαλο ενός συγκροτημένου επιστήμονα σαν του Άτλαντα;]

-[Γιατί θα δημιουργούσατε εκατοντάδες σχάσεις έτσι και πιάνατε κουβεντολόι για τα Σύμπαντα!]

-Δάφνη είσαι καλά; Κοιτάς πάλι στο υπερπέραν και χαμογελάς σε κάτι που δεν υπάρχει αλλά δείχνεις να το βλέπεις μόνο εσύ… Αν θέλεις να με φρικάρεις το έχεις καταφέρει!

-Προσπαθώ να καταλάβω πως στο καλό τα θυμάμαι όλα αυτά…

-Άκου και τα πιο ενδιαφέροντα τώρα. Η γνώση του αριθμού φ και του χρυσού ορθογωνίου ανάγεται στους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι βάσισαν πάνω τους το πιο γνωστό έργο τέχνης: ο Παρθενώνας είναι γεμάτος από χρυσά ορθογώνια. Οι μαθητές του μαθηματικού και φιλοσόφου Πυθαγόρα έφταναν στο σημείο να θεωρούν τη χρυσή αναλογία, θεόπνευστη. Οι Αιγύπτιοι αρχιτέκτονες επίσης αξιοποίησαν τις σχέσεις των φ στην κατασκευή ναών και της Μεγάλης Πυραμίδας,

Ο χριστιανικός σταυρός αποτελείται από δύο κάθετες μεταξύ τους γραμμές με την αναλογία ανάμεσα στην κατακόρυφη και την οριζόντια να μην είναι άλλη από τον αριθμό φ.

Η λέξη Κοράνι, πιο σωστά στα Αραβικά Κουράν – Qur’an, προέρχεται από το ρήμα κάρα’α – qara’a που σημαίνει, απαγγέλλω κι αποτελείται από 114 κεφάλαια -Σούρα. Ο αριθμός 114 είναι διαιρετέος με το 19, ήτοι 114/19=6. Το 114 προκύπτει από τη διαίρεση του κύκλου με το π, ήτοι 360/π, όπου π=3,14159 και το 19 εκτός του ότι είναι ο Μετωνικός Αριθμός, προκύπτει επίσης σαν δεκαπλάσιο του π/φ, όπου φ=1,618034.

Όπως σου είπα ένα σωρό επιστήμονες πιστεύουν πως  το ανθρώπινο σώμα έχει δομηθεί και αναπτύσσεται σε αναλογίες φ. Η απόσταση ζωτικών οργάνων, για παράδειγμα εγκέφαλος-καρδιά, εμπεριέχει αναλογίες φ. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές ‘ανατολίτικες θρησκείες’ και κινήματα στα πλαίσια της διδασκαλίας τους για διαλογισμό και αυτοσυγκέντρωση η στάση του ανθρώπινου σώματος, -η οκλαδόν-, γίνεται κατά αυτό τον τρόπο έτσι ώστε τα κεντρικά-κομβικά σημεία του σώματος να βρίσκονται σε μία αναλογία μεταξύ τους χρυσή, σε αναλογίες φ, -το φ υψωμένο σε δυνάμεις 2,3,4 και το αντίστροφο 1/φ υψωμένο σε δυνάμεις 2,3,4. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες αλλά ο Άνθρωπος εμπεριέχεται και εμπεριέχει και την ακολουθία Φιμπονάτσι αλλά και το φ, και είναι αναμενόμενο και λογικό αφού η αναλογία διαδοχικών ζευγών από τη σειρά Φιμπονάτσι τείνει προς το 1.618 που είναι το φ. Ακόμα και μια τομή του ανθρώπινου DNA φαίνεται να ενσωματώνεται άψογα σε ένα χρυσό δεκάγωνο. Η χρυσή αναλογία και τα σχήματα που σχετίζονται με αυτή συνεχίζουν να κινούν το ενδιαφέρον των μαθηματικών, αλλά είναι νωρίς ακόμα να δημοσιευτούν έρευνες.

Ο Χρυσός Αριθμός φ και η Ελληνική Γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι τελικά.  Το λεξαριθμητικό σύστημα είναι η αντιστοιχία και ταύτιση των αριθμών με τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου, έτσι η κάθε λέξη περιέχει ή ‘σημαίνει’ έναν αριθμό και το αντίθετο.

Έχουμε λοιπόν: Α=1, Β=2, Γ=3, Δ=4, Ε=5,  Ϝ -δίγγαμα-=6, Ζ=7, Η=8, Θ=9, Ι=10 Κ=20, Λ=30, Μ=40, Ν=50, Ξ=60, Ο=70, Π=80, ϟ -κόππα-=90, Ρ=100, Σ=200, Τ=300, Υ=400, Φ=500, Χ=600, Ψ=700, Ω=800, ϡ -σαμπί-=900.

Έχουμε δηλαδή 27 γράμματα εκ των οποίων τα 24 είναι τα γνωστά και χρησιμοποιούμενα έως σήμερα ενώ τα άλλα 3 δεν χρησιμοποιούνται στο σύγχρονο ελληνικό αλφάβητο .

Εάν προσθέσουμε το σύνολο των 27 γραμμάτων θα έχουμε στο λεξαριθμητικό σύστημα: 

1 +2+ 3 + 4 + 5 + 6 + 7 + 8 + 9 + 1 0 + 2 0 + 3 0 + 4 0 + 5 0 + 6 0 + 7 0 + 8 0 + 9 0 + 1 0 0 + 2 0 0 + 3 0 0 + 4 0 0 + 5 0 0 + 6 0 0 + 7 0 0 + 8 0 0 +9 0 0 = 4 . 9 9 5

Εάν προσθέσουμε τα ψηφία του αποτελέσματος «4995» θα έχουμε : 4 + 9 + 9 + 5 = 2 7 όσοι και οι αριθμοί – τα αρχαιοελληνικά γράμματα που χρησιμοποιήσαμε.

Αν πολλαπλασιάσουμε τώρα τα ψηφία του πρώτου μας αποτελέσματος θα έχουμε 4.995 : 4 Χ 9 Χ 9 Χ 5 = 1.620.

Όμως 1.620 = 1.000 φ, όπου φ=1,62 με δύο δεκαδικά.

Εάν διαιρέσουμε το 4.995 με το 27:  4995 : 27 = 185 Το 185 όμως είναι η λεξαριθμητική ‘μετάφραση’ της λέξης γράμμα!

Ισχύει όμως και:

α. 4.995 Χ Φ= 8091,9 δηλαδή 8+0+9+1+9 = 27  και β. 4.995 Χ π (3,14) = 15684,3 δηλαδή 1+5+6+8+4+3 = 27

Η χρήση  και η εφαρμογή του χρυσού αριθμού στην αρχαία Ελληνική γλώσσα και τα κείμενα είναι εκπληκτική και αφήνει τον αναγνώστη εμβρόντητο και την φαντασία μας να πετάει.

Ο Mozart διαίρεσε μεγάλο αριθμό από τις σονάτες του σε δύο μέρη, η χρονική αναλογία των οποίων αντιστοιχεί στη χρυσή τομή, τον αριθμό φ, αν και υπάρχει σημαντική διχογνωμία για το κατά πόσο αυτό έγινε σκόπιμα.

Ο Leonardo Da Vinci ζωγράφισε το πρόσωπο της Mona Lisa ώστε αυτό να χωράει τέλεια σε ένα χρυσό ορθογώνιο και δόμησε τον υπόλοιπο πίνακα γύρω από το πρόσωπο χωρίζοντάς τον επίσης σε χρυσά ορθογώνια.

Πέρα όμως από τα επιστημονικά και τα καλλιτεχνικά δεδομένα η χρυσή αναλογία, ο αριθμός φ, περιβάλλεται από ένα πέπλο μυστηρίου, κυρίως γιατί εντυπωσιακές προσεγγίσεις του απαντώνται, εντελώς απρόσμενα σε ένα σωρό μέρη στη φύση.

Καταλαβαίνεις πως το φ δεν είναι ένα απλό μαθηματικό τρικ, δεν είναι ένα θεώρημα, μία μαθηματική ‘τιμή’ της γεωμετρικής κατασκευής του «θεωρήματος της χρυσής τομής», είναι μία Θεϊκή Αναλογία, μία Παγκόσμια Σταθερά, ένα μυστήριο ζωής που συναντάμε σχεδόν καθημερινά, ίσως και να του χρεωστάμε περισσότερα από ότι νομίζουμε, ίσως και την ύπαρξη μας την ίδια.

Συνειδητά ή όχι, οι άνθρωποι φαίνεται να είναι γενετικά προγραμματισμένοι να ανταποκρίνονται σε αυτούς τους ιερούς αριθμούς, λόγους και σχήματα.

-Τελικά ποια είναι τα όρια μεταξύ επιστήμης και μεταφυσικού ή επιστημονικής φαντασίας;

-Κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει μια γραμμή που να χωρίζει στο Σύμπαν την Επιστήμη απ τον Μυστικισμό. Μάλλον υπάρχει γραμμή που τα συρράπτει θα έλεγα. Φαντάσου την Αποδεκτή Επιστήμη σαν ένα τμήμα υφάσματος και την Επιστημονική Φαντασία, -σαν Επιστήμη που θα παραδοθεί στο μέλλον-, σαν ένα άλλο τμήμα του ίδιου υφάσματος που έχουν αποκοπεί. Φαντάσου και το φερμουάρ που τα ενώνει και ολοκληρώνει το ρούχο. Εμείς, ο Άνθρωπος ζει και δημιουργεί φερμουάρ. Ζούμε πάνω σε γεγονότα επιστημονικά που αποκαλύπτονται κάθε μέρα, άλλα μικρά κι άλλα μεγαλύτερα θαύματα που χτες ήταν υλικό μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας. Από την άλλη κάθε μέρα κάποιοι από μας, δημιουργούν επιστήμη προάγουν επιστήμη. Όλα ξεκινούν από την παρατήρηση και συνεχίζουν με τον πειραματισμό.

-Παρατηρούμε την ύλη, όμως…

-Παρατηρούμε και την Ύλη και την Ενέργεια. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Κατά τον γιατρό Ντάνκαν Μακντάγκαλ, -Duncan Macdugall-, η Ψυχή ζυγίζει 21 γραμμάρια…

-[Ναι έκανε πέντε παρατηρήσεις και απεφάνθη ο παντελώς άσχετος!]

-Και παρ’ όλο που επιστημονικά μάλλον τα θαλάσσωσε άνοιξε τον δρόμο στο να γίνει προσπάθεια να μελετηθεί η Ψυχή σαν Ενέργεια και να γίνουν μετρήσεις από το 1907.

Η λέξη ‘ψυχή’ -από το ρήμα ‘ψύχω’, δηλ. ‘πνέω’-, κυριολεκτικά σημαίνει ‘πνοή’, δηλαδή την ένδειξη της ζωής στο σώμα η οποία εκδηλώνεται μέσω της αναπνοής. Εντούτοις, από αρχαιοτάτων χρόνων ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει πολύ περισσότερα, ιδίως όσον αφορά τις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου και τη μετά θάνατον ζωή, με ειδικά το τελευταίο να έχει κυριαρχήσει στη θρησκεία και τη φιλοσοφία.

Λόγω των πολλών απόψεων για τη θρησκευτικο-φιλοσοφική σημασία της ‘ψυχής’, οι ορισμοί που υπάρχουν είναι τουλάχιστον δεκάδες, αλλά ωστόσο ο συνηθέστερος είναι αυτός που ορίζει την ψυχή ως την άυλη ουσία του ανθρώπου η οποία αποτελεί την έδρα της προσωπικότητάς του, επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος, -όντας η ίδια αθάνατη-, και στη συνέχεια μεταβαίνει είτε σε κάποια άλλη κατάσταση είτε σε κάποιο άλλο σώμα.

Είναι γεγονός ότι αυτός ο συνήθης ορισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πλατωνική ψυχολογία, δηλαδή μελέτη της ψυχής, η οποία, παρά τα κενά της, επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τους στοχαστές, τους φιλοσόφους και τους θεολόγους. Παρ’ όλα αυτά, οι απόψεις που εκτίθενται στα πλατωνικά έργα αποτελούν μια απόπειρα συστηματοποίησης και ανάπτυξης προϋπαρχουσών θεωριών, δεδομένου ότι τα ερωτήματα για τη φύση του ανθρώπου και τον θάνατο είναι πολύ παλαιότερα του Πλάτωνα και έχουν απασχολήσει ίσως όλους τους πολιτισμούς.

Κι έτσι ενώ η θεωρία περί 21 γραμμαρίων είναι διάτρητη επέτρεψε κάτι που δεν είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο, -δηλαδή η ύπαρξη Ψυχής σαν Ενέργεια-, να γίνει αντικείμενο έρευνας.

-Κάτι σαν συνείδηση σαν εν-συναίσθηση;

-Χμμμ, πολύ ενδιαφέρουσα αν και προκλητική ορολογία θα έλεγα. Από πεδίο μελετών της Ψυχολογίας φαντάζομαι;

-Περίπου, θα σου εξηγήσω άλλη φορά!

-[Ψεύτρα, σιγά μην τολμήσεις να του εξηγήσεις!]

-[Πάψε να με μπερδεύεις ρε Δήμητρα, πως θα τα συμμαζεύω μετά;]

-[Αχ Ατλαντούκο μου, δεν είναι τίποτα σοβαρό, να λίγο σχιζοφρένεια έχω!]

-Πάλι κοιτάς στο πουθενά και γελάς! Γιατί είχα την εντύπωση πως δεν έπαιρνες τίποτα τον τελευταίο καιρό και είχα ησυχάσει κάπως; Αν συνεχίσεις το ίδιο βιολί θα τηλεφωνήσω στον Νίκο να ρθει να δω τι θα κάνουμε!

-Δεν παίρνω τίποτα, τί-πο-τα! Απλά σκέφτομαι πράγματα, τόσο κακό είναι;

-Μου θυμίζεις την Κορίνα κουτάβι. Εκεί που παίζαμε ξαφνικά σταματούσε και κοιτούσε κάπου πίσω απ τον τοίχο ή το ταβάνι και είχε εκείνο το ύφος του ‘βλέπω κάτι τρομακτικό που μόνο εγώ μπορώ να δω!’

-Έλα βρε Άτλαντα, με περιγράφεις σαν ένα μαστουρωμένο κουτάβι!

-Σε περιγράφω σαν ένα κουτάβι που θέλει αγάπη και συμπόνια!

-Ναι αλλά ακόμα δεν μου εξήγησες πως συνδέονται η ακολουθία Φιμπονάτσι, ο αριθμός φ, τα σχήματα που παράγονται από δόνηση με τα ταξίδια στο παρελθόν και το Σύμπαν. Εννοείς πως τα μαθηματικά συνδέονται με την Ενέργεια;

-Με την Ενέργεια, τις Συχνότητες και την Μουσική. Και όταν λέω μουσική κυριολεκτώ. Τους αριθμούς Φιμπονάτσι ας πούμε μπορούμε επίσης να τους δούμε σε ένα πιάνο που παράγει αρμονία μέσα από μια όμορφη μουσική. Ένα πιάνο διαθέτει ένα πληκτρολόγιο με πέντε μαύρα πλήκτρα διατεταγμένα σε ομάδες δύο και τριών και οκτώ λευκά πλήκτρα (ολόκληροι τόνοι) για τις 13 χρωματικές μουσικές οκτάβες.

Οι αριθμοί Φιμπονάτσι, οι λόγοι και τα σχήματα του έχουν χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσουν τη δημιουργία, την ανάπτυξη και την αρμονία, -από πολλά πέταλα σε λουλούδια και μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονική, σε έναν σπειροειδή γαλαξία. Και για τους λάτρεις της μουσικής, είναι μια όμορφη αρμονία της μουσικής κλίμακας που ευχαριστεί το αυτί και τελικά το πνεύμα. Μια ιερή γεωμετρία! Περίμενε να σου δείξω σε ένα βιβλίο κάτι όμορφο.

Πήγε στην βιβλιοθήκη του και κατέβασε μερικά βιβλία. Γύρισε μασουλώντας ένα κομμάτι κέικ απ αυτό που είχαμε φτιάξει μαζί δυο μέρες πριν. Τι ευγενικός νέος, μου έφερε κι εμένα ένα ίσα με πεντάκιλο τούβλο που θα μου καθόταν εκεί ακριβώς που δεν έπρεπε.

-Λοιπόν βρήκα το πείραμα, ορίστε και οι φωτογραφίες. Χρησιμοποιήθηκαν μια γεννήτρια τόνων, -αλλά μπορείς να χρησιμοποιήσεις και οποιοδήποτε μουσικό όργανο όπως ένα βιολί ας πούμε-, ένας οδηγός κύματος, -ένα ηχείο δηλαδή που θα κάνει τον ήχο πιο δυνατό-, και μια μεταλλική πλάκα συνδεδεμένη στο ηχείο. Πάνω στην πλάκα έριξαν άμμο και ‘έπαιξαν’ έναν τόνο, -μια συγκεκριμένη συχνότητα ταλάντωσης. Ορισμένες συχνότητες δονούν τη μεταλλική πλάκα με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν περιοχές όπου δεν υπάρχουν δονήσεις. Η άμμος ‘πέφτει’ σε αυτές τις περιοχές, δημιουργώντας όμορφα γεωμετρικά σχήματα. Η άμμος πάνω στην πλάκα μας δείχνει τα σχέδια συντονισμού σε συγκεκριμένες συχνότητες ταλάντωσης καθώς τα σχήματα παράγονται από δόνηση.

-Μιλάμε για την εικόνα του ήχου; Ο ήχος έχει οπτική απεικόνιση;

-Μιλάμε για τις απεικονίσεις των ήχων! Δες τις φωτογραφίες, τα μοτίβα στις χαμηλότερες συχνότητες είναι πιο απλά, συχνά μοιάζουν με λουλούδια, όσο προχωρούμε όμως σε ποιο υψηλές συχνότητες η πολυπλοκότητα είναι εμφανέστατη, δες εδώ α πούμε.

-Αυτό μπορεί να ‘δουλέψει’ και αμφίδρομα; Να βρούμε τον ήχο ενός δεδομένου λουλουδιού από το μοτίβο του σαν εικόνα;

-Κάνε τις ερωτήσεις και θα σου απαντήσω συνολικά σε όσες έχω απάντηση.

-Αυτό εδώ το ‘σχέδιο’ είναι παρόμοιο με μοτίβο ‘μάνταλα’ που βρίσκονται στις μυστικιστικές παραδόσεις που λέγεται ότι είναι μοτίβα που αντηχούν ή είναι το αποτέλεσμα της αντήχησης με την συμπαντική ενέργεια. Η Daria μου τα έδειχνε λίγες μέρες πριν!

-Το ξέρεις πως σε θεωρεί κάτι σαν παιδί της, κάτι σαν μικρότερη αδελφή…

-Ναι, κι εγώ την αγαπώ, προσπαθεί ακόμα και να με προστατέψει από ‘κακές συνήθειες’! Δεν μου έχει αφήσει ούτε καν τα μικρά διακοσμητικά μπουκαλάκια Ούζου που είχα! Τα έσπασε στον νεροχύτη και μου τα πέταξε η τρελή!

-[Είδες που υπάρχει κόσμος που σ’ αγαπάει, τελικά; Μόνο εσύ δεν αγαπάς τον εαυτό σου…]

-[Σους ενοχλητικέ καταληψία, μαθαίνω πράγματα τώρα!]

-Γιατί ψάχνεις τις επόμενες σελίδες;

-Είναι δυνατόν να προβλέψουμε ποιος θα είναι ο σχηματισμός σε μια συγκεκριμένη συχνότητα; Δηλαδή, υπάρχει ένα πρότυπο για την εξέλιξη των μορφών που παίρνει η άμμος, έτσι ώστε να μπορούσαμε να καταλάβουμε τι θα φαινόταν σε μια συχνότητα που δεν είναι πρακτικά εφικτή;

Αντιστοιχεί η κάθε συχνότητα σε μια συγκεκριμένη εικόνα ή τα σχήματα δημιουργούνται τυχαία από τις δονήσεις των ηχητικών κυμάτων;

-Περίμενε χαθήκαμε δεν γίνεται να απαντήσω σε όλα με ένα ναι ή ένα όχι!

Το πραγματικό μοτίβο που εμφανίζεται εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες: συχνότητα, μέσον, ​ δοχείο, και πλάτος  Η ίδια συχνότητα δόνησης θα κάνει διαφορετικά σχέδια σε διαφορετικά μέσα και δοχεία. Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο γεωμετρικό μοτίβο που να συνδέεται με οποιαδήποτε συχνότητα, καθώς είναι ένας συνδυασμός και των 4 παραγόντων.

Στην επιστήμη, τα σωματίδια άμμου σχηματίζουν ένα συγκεκριμένο μοτίβο όταν ενεργοποιούνται από τον ήχο. Οι χαμηλές συχνότητες δημιουργεί απλά γεωμετρικά σχήματα. Όσο πιο υψηλότερη είναι η συχνότητα, τόσο πιο πλούσιο και εκλεκτικό και αιθέριο μοτίβο σχηματίζεται. Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι όταν η συχνότητα αλλάζει πριν γίνει ένα συμπαγές σχήμα, δημιουργεί χάος. Στη ζωή συμβαίνει το ίδιο, πρέπει κανείς να περάσει από μια συναισθηματική αναταραχή, πριν τα πράγματα να ηρεμήσουν. Αλλάζοντας τη διαδικασία σκέψης, αλλάζουμε και τη ζωή μας. Το κάθε μοτίβο θα απαιτήσει διαφορετική δόνηση συχνότητας σε διαφορετικά περιστάσεις. Μοιάζει πολύ μ αυτό που είναι η ζωή. Μια συχνότητα δεν είναι η απάντηση σε κάθε περίπτωση.

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή που βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της επίδειξης είναι ο συντονισμός. Το ενεργειακό δυναμικό ενισχύεται με συνεχή συντονισμό και υπάρχει μια φυσική τάση για κοντινά αντικείμενα να βρουν έναν αμοιβαίο συντονισμό. Σκέψου πως προσπαθείς να βρεις τη σωστή ‘δόνηση ζωής’: Εξαρτάται από το ενεργειακό σου επίπεδο, τη δύναμη με την οποία ‘δονείσαι’, το πεδίο στο οποίο εναποθέτεις τις δονήσεις σου, τι είναι κοντά και τι άλλες δονήσεις μπορεί να δημιουργήσουν ένα πρότυπο παρεμβολής.

Το πείραμα εμφανίζει τον ήχο χρησιμοποιώντας διαφορετικές ταχύτητες ή συχνότητες αλλάζοντας σε μυστική γεωμετρία. Εάν ο ήχος είναι εικόνα, τότε είναι λογικό ότι οτιδήποτε ‘υλικό’, η ύλη αυτή καθ’ εαυτή, προέρχεται από τις ηχητικές συχνότητες. Όλη η ύλη προέρχεται και υπάρχει μόνο χάρις σε μια δύναμη. Οι δονήσεις του ήχου ασκούν δύναμη σε σωματίδια, στα άτομα που συνθέτουν την ύλη.

Τα διάφορα γεωμετρικά σχήματα που σχηματίζονται στο αλάτι κατά την εφαρμογή διαφορετικών συχνοτήτων είναι ένα απλό παράδειγμα. Έχει γίνει έρευνα σχετικά με τις δονήσεις των ήχων και την επίδρασή τους στο νερό. Δεδομένου ότι το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από περισσότερο από πενήντα τοις εκατό νερό, αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα. Επίσης, γίνονται έρευνες για τις δονήσεις του εγκεφαλικού κύματος και τις επιπτώσεις που έχουν οι  συχνότητες των δονήσεων στην ικανότητά μας να θεραπεύουμε τους εαυτούς μας, να χρησιμοποιούμε την φαντασία μας, να ελέγξουμε τις διαθέσεις μας, την ικανότητά μας να μαθαίνουμε, το πνεύμα μας και πολλά άλλα . Όπως έλεγε ο Τέσλα «Αν θέλετε να βρείτε τα μυστικά το σύμπαν, σκέφτεται από την άποψη της ενέργειας, της συχνότητας και των κραδασμών.»

-Ποιο είναι το πρότυπο αρμονικής αντήχησης της Γης.

-Είναι 7.8 Ηz. Η δόνηση είναι η δημιουργική δύναμη πίσω από ολόκληρη τη δημιουργία.

-Δηλαδή, αν κατεβούμε στο υπο-ατομικό επίπεδο, θα βρούμε ένα μίνι ηλιακό σύστημα που δονείται με τον συντονισμό που χρειάζεται για να δημιουργήσει αυτό που δημιουργεί. Στην αρχή ήταν η Λέξη, και η λέξη ήταν Θεός. Διάβαζα προχτές σε ένα περιοδικό το άρθρο ενός δημοσιογράφου που έζησε ένα μήνα με ομάδα ανθρώπων που έπαιρναν ουσίες, περίμενε να το βρω.

Έτρεξα στο διαμέρισμά μου και πέταξα βιβλία και περιοδικά από τραπέζι, κρεβάτι και καναπέ μέχρι να βρω αυτό που έψαχνα. Ο Άτλαντας  είχε πάει μέχρι την βιβλιοθήκη του και ήξερε ποιο βιβλίο έψαχνε και που. Εγώ απ την άλλη, καμία ελπίδα! Σαν βομβαρδισμένο τοπίο ήταν το ‘τσαρδάκι’ μου…

-Νάτο, κορδώθηκα θριαμβευτικά γυρίζοντας και πάλι στην ζεστή κουζίνα του που μύριζε κακάο, σοκολάτα και ζεστασιά. Περίεργο αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή, είχε άρωμα…

-Σου διαβάζω τι λέει ένα μέλος της ομάδας: «Πήρα πρόσφατα περίπου πέντε γραμμάρια μανιταριών και όταν βρισκόμουν στην κορύφωση μπορούσα να αισθανθώ τις αόρατες υπερσφαίρες που εξέπεμπαν αυτές τις συχνότητες που μέχρι τώρα χειρίζονταν την ίδια την ύλη και τα δομικά στοιχεία της ζωής που συνθέτουν όλα τα πράγματα που βλέπουμε ή αισθανόμαστε και οι ήχοι χειρίζονταν την ύλη και τη φυσική πραγματικότητά μου κατά βούληση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τα μανιτάρια σαν κάποιο ναρκωτικό που μας κάνει να βλέπουμε περίεργα πράγματα αλλά πιστεύω ότι τα μανιτάρια διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στην ανθρώπινη εξέλιξη και είναι κάτι πολύ περισσότερο από δηλητηριώδεις μύκητες που αναπτύσσονται κάτω από κοπριές αγελάδων. Πιστεύω ότι είναι ιεροί δάσκαλοι και μας επιτρέπουν να κοιτάμε μέσα από το γυαλί σε διαφορετικές εκδηλώσεις της πραγματικότητας οποιαδήποτε μπορεί να είναι αυτή… 

Τα μανιτάρια, η σάλβια και η αγιαχουάσκα έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην αρχαία ιστορία μας. Απλώς εξαρτάται από τη νοοτροπία του ατόμου που το παίρνει. Αυτό οφείλεται στο DMT, το οποίο προσπαθώ να βιώσω και που είναι εξαιρετικά ρυθμισμένο ακόμα και όταν οι εγκέφαλοί μας δημιουργούν κάμποσο απ αυτό. Οποιαδήποτε ουσία που κάνει τον εγκέφαλό σας να δημιουργήσει και να απελευθερώσει περισσότερα DMT μας επιτρέπει να δοκιμάσουμε πράγματα που δεν θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε στην κανονική μας κατάσταση. Το LSD ας πούμε, το έχει πετύχει αυτό, αλλά δεν θα το δοκιμάσω επειδή είναι πολύ συνθετικό. Το φυσικό ισοδύναμο με το LSD είναι το DMT αν και η αγιαχουάσκα είναι πολύ πιο κοντά.

Άλλες φορές πάλι όταν έκανα DMT, οντότητες τραγουδούσαν γεωμετρικά σχήματα στο διάστημα πέρα ​​από κάθε λογική ακριβώς μπροστά μου. Δεν κατάλαβα τι έκαναν, αλλά μου είπαν ότι θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ και ότι ήταν αρχαία. Τώρα γνωρίζω ότι οι κοσμικοί αδελφοί από την αποκάλυψη και την ρωγμή που δημιουργεί το DMT προσπαθούσαν να μου δείξουν πώς λειτουργεί το σύμπαν και πώς η ακολουθία Φιμπονάτσι είναι παντού και όλοι είμαστε ένα.»

-[Πρόσεξες τι είπε; Οντότητες τραγουδούσαν γεωμετρικά σχήματα στο διάστημα. Κράτα το αυτό, είμαι σίγουρη πως η κυρία Κοσμο-ταξιδιώτισσα η μαμά του θα μπορούσε να το εξηγήσει ακόμα πιο εκτεταμένα!]

-Σε κάτι που δεν βρήκα απάντηση στα βιβλία που έψαξα είναι αν έχουν γίνει πειράματα με συχνότητες που δεν μπορούν να ακουστούν από το ανθρώπινο αυτί. Έχουν δηλαδή δοκιμαστεί τα μοτίβα των υπερηχητικών και υποηχητικών κυμάτων για να δούμε αλλαγές πέρα από την ανθρώπινη ακοή; Ρώτησα τον καθηγητή μου και μου έδωσε ραντεβού την επόμενη Παρασκευή. Μου είπε πως θα με πάρει μαζί του σε ένα συνέδριο στην Ελβετία.

Κοιτάξαμε έξω απ το παράθυρο. Σκοτείνιαζε και χοντρές νιφάδες χιονιού κάθονταν απαλά στα γυμνά από φύλλα δέντρα, στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, σ’ αμάξια και στους λιγοστούς ανθρώπους που γύριζαν στα σπίτια της γειτονιάς μας. Παντού άσπρες νιφάδες που περνώντας μπρος απ το φως του στύλου προς το τέλος του δρόμου έκαναν το τοπίο ακόμα πιο απόκοσμο…

-Όλα είναι σχηματισμοί σπειροειδείς εκεί έξω, τον άκουσα να ψιθυρίζει, ο λόγος δυο διαδοχικών αριθμών της ακολουθίας Φιμπονάτσι τείνει προς το φ και απ αυτό το λόγο προέρχεται το χρυσό ορθογώνιο και το σπειροειδές σχήμα. Οι σπείρες δημιουργούνται στις υψηλότερες συχνότητες… Πρέπει να δημιουργήθηκε και ν’ αναπτύχθηκε σαν αποτέλεσμα απίστευτης μουσικής αρμονίας ο σπειροειδής γαλαξίας μας και το Σύμπαν…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   ι. Padova, Σάββατο 03/11/1979

     ix. Συχνότητες και μουσικές

-[Μιλούσες για Ταλαντώσεις και Μουσικές όταν ήμασταν στου Άτλαντα τι εννοούσες;]

-[Δεν θυμάμαι αν ανέφερε ο Άτλαντας τον Νόμο της Δόνησης. Είναι νόμος της φύσης αναφέρει ό, τι όλα βρίσκονται σε κίνηση, όλα δονούνται, και τίποτα δεν αναπαύεται. Αυτές οι δονήσεις μπορεί να είναι χαμηλότερες πιο αργές δονήσεις ή υψηλότερες γρηγορότερες δονήσεις. Αυτά τα δονητικά επίπεδα ενέργειας είναι γνωστά ως ‘συχνότητες’ και μετρώνται σε Hertz (Hz). Ένα Hertz ισούται με ένα κύκλο δόνησης ανά δευτερόλεπτο.

Το 2008 ο Lipton απέδειξε πως οι συχνότητες δόνησης της ενέργειας είναι περίπου εκατό φορές πιο αποτελεσματικές όσον αφορά στην αναμετάδοση πληροφοριών μέσα σε ένα βιολογικό σύστημα απ’ ότι τα φυσικά ερεθίσματα, όπως ορμόνες, νευροδιαβιβαστές και άλλους παράγοντες ανάπτυξης. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει το πώς διαφορετικές συχνότητες μπορούν να επηρεάσουν τις διαθέσεις και τα συναισθήματά μας και τις διαθέσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω μας. Πιστεύεται ότι το συναίσθημα της λύπης, θυμού, φόβου, και του τρόμου για παράδειγμα, έχουν χαμηλή συχνότητα, ενώ τα συναισθήματα αγάπης, ευτυχία, ευγνωμοσύνης, κλπ. έχουν μια υψηλή συχνότητα.

-[Η Συχνότητες και οι κραδασμοί κατέχουν μια πάρα πολύ σημαντική ακόμη κρυφή δύναμη και μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή μας, την υγεία μας, την κοινωνία μας και τον κόσμο μας. Η επιστήμη της Κυματικής, -που σημαίνει τη μελέτη του ορατού ήχου και της δονήσεως-, αποδεικνύει ότι η συχνότητα και η δόνηση είναι τα βασικά κλειδιά και η οργανωτική βάση για τη δημιουργία όλης της ύλης και της ζωής σε αυτόν τον πλανήτη.

Όταν τα ηχητικά κύματα κινούνται μέσω ενός φυσικού μέσου (άμμου, αέρα, νερού, κλπ.), η συχνότητα των κυμάτων έχει άμεση επίπτωση στις δομές που δημιουργούνται από τα ηχητικά κύματα καθώς περνούν μέσα από το συγκεκριμένο μέσο.

Η μουσική έχει μια κρυφή δύναμη να επηρεάσει το μυαλό μας, το σώμα μας, τις σκέψεις μας, και την κοινωνία μας. Όταν η μουσική βασίζεται σε ένα πρότυπο ρύθμισης και σκόπιμα αφαιρεθεί από τις φυσικές αρμονικές που βρίσκονται στη φύση, το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι η ψυχική δηλητηρίαση του μαζικού νου της ανθρωπότητας.]

-[Μιλάμε για συγκεκριμένες συχνότητες, σαν αυτές που είδα στις εικόνες του βιβλίου;]

-[Ακριβώς! Όλα συνδέονται, είμαστε μέσα στο Όλον και παράλληλα λειτουργούμε και σαν συν-δημιουργοί του. Υπάρχουν κάποιες συχνότητες που για κάποιους λόγους οι μελετητές, -και όχι κατ’ ανάγκη επιστήμονες-, έχουν προσέξει είτε γιατί φέρνουν αρνητικό, ή θετικό αποτέλεσμα όπως τα 440 Hz και 432 Hz.

Η συχνότητα 432 Hz, που είναι γνωστή ως η ‘Α’ του Βέρντι είναι μια εναλλακτική ρύθμιση η οποία είναι μαθηματικά σύμφωνη με το Σύμπαν. Η Μουσική με βάση τα 432 Hz μεταδίδει ευεργετική θεραπευτική ενέργεια, διότι είναι ένας καθαρός ήχος μαθηματικής θεμελιώδους σημασίας για τη φύση. Αυτή η άποψη δείχνει να κερδίζει ολοένα και περισσότερους οπαδούς με την γέννηση του εικοστού πρώτου αιώνα, καθώς με μια απλή εφαρμογή, ο καθένας μπορεί να κουρδίσει στα 432 Hz οποιοδήποτε μουσικό κομμάτι επιθυμεί.]

-[Νομίζω πως όταν ξεκίνησα μαθήματα κιθάρας μου είχε πει η δασκάλα μουσικής πως ρυθμίζουμε στα 440 Hz.]

-[Λογικό μου φαίνεται… Τα 440 Hz ορίστηκαν ως ‘αναφορά’ στη ρύθμιση της μουσική και το κούρδισμα των οργάνων από το 1953 από το Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης, τον λεγόμενο ISO, και από τότε κυριάρχησε στη ‘ρύθμιση’ της σύγχρονης μουσικής. Οι πρόσφατες επανα-ανακαλύψεις της παλμικής ταλάντωσης στη φύση του Σύμπαντος δείχνουν ότι το πρότυπο των σύγχρονων συναυλιών διεθνώς μπορεί να δημιουργήσει μια νοσηρή δράση ή αντικοινωνική συμπεριφορά στη συνείδηση των ανθρώπων. Τα 440 Hz 440Hz είναι ένα αφύσικο πρότυπο συχνότητας και συντονισμού, το οποίο αφαιρεί τη συμμετρία των ιερών δονήσεων με μια χροιά που έχει κηρύξει τον πόλεμο στο υποσυνείδητο μυαλό του Ανθρώπου, καταστρέφουν τις φωνητικές χορδές και δεν συνηχούν καλά με την φύση. Παρατηρήθηκε πως αφού ο καθιερωμένος συντονισμός μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν 440 Hz., όλοι οι λαοί της Ευρώπης ήταν συντονισμένοι σε μια ασύγχρονη συχνότητα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ψυχές δηλητηριάζονται.

Αυτές οι καταστροφικές συχνότητες παρασύρουν τις σκέψεις προς την κατεύθυνση της διαταραχής, την έλλειψη αρμονίας και την διχόνοια. Επιπλέον, θα προκαλέσουν την διέγερση του ελεγκτικού οργάνου του σώματος, -τον εγκέφαλο-, σε δυσαρμονικό συντονισμό, ο οποίος δημιουργεί τελικά την αρρώστια και τον πόλεμο.]

-[Λιγάκι συνωμοσιολογικό μου ακούγεται όλο αυτό…]

-[Πιθανόν, ποιος ξέρει; Υπάρχει μια θεωρία ότι η μετάβαση από τα 432Hz στα 440Hz υπαγορεύτηκε από τη Ναζιστική προπαγάνδα από τον υπουργό Joseph Goebbels. Τη χρησιμοποίησε για να κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να αισθάνονται με ένα ορισμένο τρόπο, και να τους κρατά φυλακισμένους σε ένα ορισμένο πεδίο συνείδησης. Στη συνέχεια, γύρω στο 1940 οι ΗΠΑ επέβαλαν τα 440Hz σε όλο τον κόσμο, και τελικά το 1953 έγινε ISO 16-πρότυπο.

Η σύγχρονη κλίμακα μπορεί να δημιουργήσει καταστάσεις όπως  ‘εγκιβωτισμένη’, εγκλωβισμένη σκέψη, καταπιεσμένα συναισθήματα, συνείδηση βασισμένη στον φόβο ή στην έλλειψη, τα οποία στη συνέχεια τείνουν να εκδηλώνονται σε σωματικά συμπτώματα που ονομάζονται  ‘dis-ease’, ‘μη-ευκόλυνση’ ή αλλιώς ασθένεια.

 Για να μην αναφερθώ στην ακτινοβολία από πύργους κινητής τηλεφωνίας, μικροκύματα, κινητά τηλέφωνα, wifi κλπ. για να μην αναφέρουμε τους πύργους HAARP και GWEN, για δεκαετίες έστελναν διαφορετικές συχνότητες στην ατμόσφαιρα, έτσι ώστε να αλλάζουν τα καιρικά πρότυπα και το DNA. Ευτυχώς πέρασαν αυστηροί νόμοι και κάπως το πρόβλημα ρυθμίστηκε…]

-[Time out, Δήμητρα, άρχισες πάλι να μου λες πράγματα που δεν καταλαβαίνω, μου καις φλάντζες πάλι, αυτά είναι της δικής σου εποχής!]

-[Δεν φταίω εγώ που ζεις σε ημιάγρια κατάσταση σε εποχή που δεν υπάρχει ούτε καν ηλεκτρονικός υπολογιστής!]

-[Δήμητρα, σκάσε!]

-[Έσκασα! Δήμητρα, σκάσε! Δήμητρα, σκάσε! Δήμητρα, σκάσε! Δεν λες και τίποτα άλλο!]

-[Δεν λες να βάλεις γλώσσα μέσα σήμερα ε; Καλά τέλειωνε, πες ότι άλλο έχεις να πεις. Τι το παλεύεις ήθελα να ‘ξερα; Μια ακροάτρια έχεις και σ’ αυτή από το ένα αυτί μπαίνουν κι απ το άλλο βγαίνουν αφού ούτε τα μισά δεν καταλαβαίνει!]

-[Εσύ δεν είσαι που έχεις ανεβάσει τον Τέσλα στο βάθρο του Θεού; Θυμάσαι τι έλεγε;]

-[Αν θέλετε να ανακαλύψετε τα μυστικά του Σύμπαντος σκεφτείτε με όρους Ενέργειας, Συχνότητας και Δόνησης.]

-[Μπράβο, πολύ σωστά! Υπάρχουν και κάνα-δυο ακόμα συχνότητες ξέρεις, αλλά μάλλον ακόμα δεν έχουν μελετηθεί στην εποχή σου, ή η επιστημονική κοινότητα δεν έχει αποδεχτεί τις ιδιότητές τους.

Οι συχνότητες Solfeggio ας πούμε, αποτελούν την αρχαία κλίμακα 6 τόνων που πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε στην ιερή μουσική, συμπεριλαμβανομένων των Γρηγοριανών ψαλμών. Οι ψαλμοί και οι ειδικοί τους τόνοι πιστεύονταν ότι μεταδίδουν πνευματικές ευλογίες όταν τους τραγούδησαν αρμονικά. Κάθε τόνος Solfeggio αποτελείται από μια συχνότητα που απαιτείται για να ισορροπήσει την ενέργειά σου και να κρατήσει το σώμα, το μυαλό και το πνεύμα σε τέλεια αρμονία.

Κάθε τόνος έχει το δικό του μοναδικό δυναμικό. Οι συλλαβές που χρησιμοποιούνται για να υποδηλώσουν τους τόνους είναι: Ut, Re, Mi Fa, Sol, La και βγήκαν από την πρώτη στροφή του ύμνου στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή:

Ut queant laxis Resonare fibris

Mira gestorum Famuli tuorum

Solve polluti Labii reatum

Sancte Iohannes

Κατά τις αρχές της ηχοθεραπείας οι τόνοι περιγράφονται ως εξής:

UT

396 Hz:

μετατρέπει τη θλίψη σε χαρά, απελευθερώνοντας την ενοχή και τον φόβο: αναζητεί κρυμμένα μπλοκαρίσματα, υποσυνείδητες αρνητικές πεποιθήσεις και ιδέες που οδήγησαν στην παρούσα κατάσταση σας.

RE

417 Hz:

ανατρέπει τις καταστάσεις και διευκολύνει την αλλαγή: μας φέρνει σε επαφή με μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας, που μας επιτρέπει να αλλάξουμε τη ζωή μας.

MI

528 Hz:

μετασχηματισμός και θαύματα και επιδιόρθωση του DNA: αυξημένη ποσότητα της ζωτικής ενέργειας, νοητική διαύγεια, επίγνωση, αφυπνισμένη ή ενεργοποιημένη δημιουργικότητα, εκστατικές καταστάσεις όπως η βαθιά εσωτερική ειρήνη, ο χορός και η γιορτή. Επίσης, ενεργοποιεί τη φαντασία μας, την πρόθεση και τη διαίσθηση για να λειτουργήσουμε για τον ανώτερο και καλύτερο σκοπό μας.

FA

639 Hz:

επανασύνδεση και εξισορρόπηση, σχέσεις: ενισχύει την επικοινωνία, την κατανόηση, την ανεκτικότητα και την αγάπη.

SOL

741 Hz:

επίλυση προβλημάτων, εκφράσεις και λύσεις: οδηγεί σε μία πιο υγιή, πιο απλή ζωή, καθώς επίσης και σε αλλαγές στη διατροφή. Επίσης, οδηγεί στη δύναμη της αυτό-έκφρασης, η οποία οδηγεί σε μια αγνή και σταθερή ζωή.

LA

852 Hz:

αφυπνισμένη διαίσθηση, επιστρέφοντας στην πνευματική τάξη: ικανότητα να δούμε μέσα από τις ψευδαισθήσεις της ζωής μας, όπως ‘κρυφές ατζέντες’ ανθρώπων, τόπων και πραγμάτων. Ανοίγει ένα άτομο στην επικοινωνία με το Όλον Πνεύμα, αυξάνει την επίγνωση και μας επιτρέπει να επιστρέψουμε στην πνευματική τάξη.

Πέρα από τους ανωτέρω πρωτότυπους έξι τόνους, υπάρχουν τρεις επιπρόσθετοι τόνοι έχουν δειχθεί πώς έχουν θεραπευτικές ιδιότητες. Όλοι μαζί οι εννέα τόνοι συνθέτουν συχνότητες Solfeggio.

SI

963 Hz:

αφυπνίζει κάθε σύστημα στην αρχική του, τέλεια κατάσταση: επιτρέπει την άμεση εμπειρία, την επιστροφή στην Ενότητα.

174 Hz:

φυσικό αναισθητικό: μειώνει τον πόνο σωματικά και ενεργειακά.

285 Hz:

βοηθά στην επιστροφή του ιστού στην αρχική του μορφή: επηρεάζει τα ενεργειακούς πεδία, στέλνοντας τους ένα μήνυμα για την αναδιάρθρωση κατεστραμμένων οργάνων. Αφήνει επίσης το σώμα σας ανανεωμένο και γεμάτο ενέργεια…

-[Και από που προέρχονται όλοι αυτοί οι αριθμοί πάλι;]

-[Από τους παππούληδες μας. Τους Αρχαίους φυσικά! Εκείνοι κατείχαν την Γνώση, εμείς προσπαθούμε ακόμα να αποκωδικοποιήσουμε κομμάτια της που βρίσκουμε διάσπαρτα. Σύμφωνα με πυθαγόρεια μέθοδο μείωσης αριθμών, ανακαλύφθηκε το πρότυπο έξι επαναλαμβανόμενων κωδικών στο βιβλίο των αριθμών, Κεφάλαιο 7, στίχοι 12 έως 83

Η Πυθαγόρεια μέθοδος είναι μια απλή μέθοδος μείωσης, που χρησιμοποιείται για να μετατρέψει τους μεγάλους αριθμούς σε μονοψήφιους. Οι τιμές όλων των ψηφίων στον αριθμό προστίθενται. Όταν μετά την πρώτη προσθήκη ο αριθμός εξακολουθεί να περιέχει περισσότερα από ένα ψηφία, η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Εδώ είναι ένα παράδειγμα: 456 μπορεί να μειωθεί σε 4 + 5 + 6 = 15, και στη συνέχεια να μειωθεί σε 1 + 5 = 6. Έτσι ο αριθμός 456 μειώνεται τελικά στο μονοψήφιο 6.

Ο Δρ. Joseph Puleo βρήκε επαναλήψεις ενός μόνο θέματος ή υποκειμένου στο Βιβλίο των Αριθμών. Στο κεφάλαιο 7, στίχος 12 βρήκε μια αναφορά στην πρώτη ημέρα, η δεύτερη ημέρα αναφέρθηκε στο στίχο 18, την τρίτη ημέρα στο στίχο 24 και ούτω καθεξής μέχρι την τελική αναφορά στο στίχο 78 που μιλά για τη δωδέκατη ημέρα.

Η Πυθαγόρεια μείωση αυτών των αριθμών στίχων είναι:

Στίχος 12 = 1 + 2 = 3, Στίχος 18 = 1 + 8 = 9, Στίχος 24 = 2 + 4 = 6

Στίχος 30 = 3 + 0 = 3, Στίχος 36 = 3 + 6 = 9, Στίχος 42 = 4 + 2 = 6 … μέχρι τον στίχο 78

Βλέπεις την επανάληψη των 3, 9 και 6; Αυτή είναι η πρώτη συχνότητα: 396

Βρήκε την επόμενη συχνότητα κοιτάζοντας τον στίχο 13, ο οποίος μιλάει για μια προσφορά. Έξι στίχους κάτω, που είναι ο στίχος 19, η ίδια προσφορά ή ιδέα επαναλαμβάνεται, έξι στίχοι κάτω στο στίχο 25 υπάρχει μια άλλη επανάληψη, κλπ. Έτσι, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του Πυθαγορείου μείωσης, ανακάλυψε και πάλι ένα πρότυπο. Αυτό το μοτίβο είναι το 417. Είναι η δεύτερη συχνότητα. Οι υπόλοιπες συχνότητες βρέθηκαν χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο…]

-[Όλα αυτά τα μαθαίνετε στο σχολείο;]

-[Όχι δεν νομίζω να διδάσκονται, αλλά τα έχω ακούσει τόσες φορές σε συζητήσεις… Και φτάνουμε στην συχνότητα 528. Η συχνότητα 528 Hz η ιερή συχνότητα που επισκευάζει, σχεδόν θεραπεύει το καταστραμμένο, αλλοιωμένο, ή τραυματισμένο DNA των έμβιων πλασμάτων. Έρευνες έχουν δείξει πως ο ήχος και οι δονήσεις μπορούν να ενεργοποιήσουν το DNA. Το DNA δεν είναι θέσφατο, μπορεί να μεταμορφωθεί και να θεραπευθεί σε βάθος χρόνου.

Το 1998, σε είκοσι σχεδόν χρόνια από σήμερα, ο Δρ. Glen Rein του εργαστηρίου Quantum Biology Research της Νέας Υόρκης διενήργησε πειράματα με in vitro DΝΑ που είναι μια τεχνική πραγματοποίησης ενός δεδομένου πειράματος σε δοκιμαστικό σωλήνα ή γενικότερα πειραμάτων που πραγματοποιούνται σε αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες έξω από τους ζωντανούς οργανισμούς Τέσσερις μορφές μουσικής, συμπεριλαμβανομένων των Σανσκριτικών και Γρηγοριανών ψαλμών, που χρησιμοποιούν τη συχνότητα των 528 Hz, μετατράπηκαν σε κλιμακωτά ηχητικά κύματα και παρήχθησαν μέσω συσκευής αναπαραγωγής CD σε δοκιμαστικούς σωλήνες που περιείχαν DNA in vitro. Οι επιδράσεις της μουσικής προσδιορίστηκαν με μέτρηση της απορρόφησης του UV φωτός από το δοκιμαστικό σωλήνα DNA μετά από μία ώρα έκθεσης στη μουσική. Τα αποτελέσματα ήταν συγκλονιστικά! Το βιοενεργό, εξαγωνικό, συσσωματωμένο, ομαδοποιημένο νερό που είναι ελεύθερο και αποτελεί την υποστηρικτική μήτρα υγιούς DNA, διασπάται σε μικρούς σταθερούς δακτυλίους ή συστάδες. Ο βιοχημικός Steve Chemiski διατείνεται ότι οι εξαγωνικές συστάδες που υποστηρίζουν τη διπλή έλικα του DNA δονούνται σε μια συγκεκριμένη συχνότητα συντονισμού, στους 528 κύκλους ανά δευτερόλεπτο.

Για να σου δώσω να καταλάβεις, το DNA μας έχει μεμβράνες που επιτρέπουν τη ροή νερού που καθαρίζει από ακαθαρσίες. Επειδή το συσσωματωμένο, ομαδοποιημένο νερό είναι ‘μικρότερο’ από το δεσμευμένο συνδεόμενο νερό, ρέει ευκολότερα μέσω των κυτταρικών μεμβρανών και είναι αποτελεσματικότερο στην απομάκρυνση αυτών των ακαθαρσιών και την διατήρηση της επικοινωνίας μεταξύ των κυττάρων. Έρευνες απέδειξαν επί πλέον πως οι νεαροί οργανισμοί εμπεριέχουν αυτό το είδος του νερού σε μεγαλύτερες ποσότητες απ ότι γηραιότεροι οργανισμοί. Το δεσμευμένο συνδεδεμένο νερό δεν ρέει εύκολα μέσα από τις κυτταρικές μεμβράνες και επομένως οι ακαθαρσίες παραμένουν και μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε ασθένεια. Όσο γερνούμε, τα επίπεδα του δεσμευμένου νερού γίνονται πιο υψηλά και του ελεύθερου πιο χαμηλά. Οι τοξίνες και άλλες βρωμιές ενώνονται με το δεσμευμένο νερό αφυδατώνουν τα κύτταρά μας οδηγώντας σε φτωχή κυτταρική διατροφή ου οδηγεί σε φτωχή κυτταρική υγεία.

Το πείραμα του Γκλεν Ρέιν απέδειξε πως η μουσική μπορεί να συντονιστεί με το ανθρώπινο DNA, οι θεωρίες των χορδών στηρίζονται στο ότι η ύλη είναι παλλόμενες χορδές, το ανθρώπινο DNA είναι ταλαντωμένες, παλλόμενες χορδές που γεννούν μουσική καθώς πάλλονται. Εάν τα γονίδια μπορούν να ενεργοποιηθούν ή να απενεργοποιηθούν λόγω ‘ηχητικών προσομοιώσεων’, τότε το DNA μπορεί να επηρεάζονται από ήχο και εάν επηρεάζονται από τον ήχο, τότε επηρεάζονται και με τη συχνότητα αυτού του ήχου.]

-[Γιατί είσαι τόσο παθιασμένη με όλα αυτά; Εμένα μου φαίνονται λίγο περίεργα, λίγο παλαβά, δεν ξέρω αν ένας υγιής Νους θα έμπλεκε την Επιστήμη με την Φαντασία…]

-[Όπως σου είπα έχω δυο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη. Την δεκαετία από το 2020 και μετά έχοντας χάσει μια ολόκληρη γενιά νέων λόγω των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών παιδιά με την χρήση των BRs και έχοντας μάθει το μάθημά μας, παλεύουμε -όλοι, η κοινωνία σαν σύνολο-, να επανα-φέρουμε την αρμονία στη ζωή μας προσπαθώντας να αντικαταστήσουμε τη δυσ-τονική δυτική κλίμακα με ένα δίκτυο λεπτών και ξεκάθαρων χρονικών σχέσεων της μουσικής Solfeggio. Το μήνυμα της δικής μου εποχής είναι: αφήστε τη μουσική να γίνει για άλλη μια φορά ένα εργαλείο για την ανύψωση της ανθρώπινης φύσης και μια μέθοδο για να συνδεθείτε με την Πηγή. Κι αυτό το μήνυμα η Τίνα Καρούλης το σφετερίστηκε προς ίδιον όφελος…]

-[Είσαι κι εσύ σαν εκείνους που πολεμούν το intranet; Τους λες παλαβούς και περιθωριακούς αλλά κι εσύ δεν το θέλεις…]

-[Νομίζω πως κανείς δεν το θέλει στην πραγματικότητα. Είναι μια χρυσή φυλακή. Με προστατεύει σαν άτομο και σαν κοινωνία, αλλά παράλληλα χάνω το δικαίωμα επιλογής. Είμαστε μια ομάδα ‘λόγιων’ και πανεπιστημιακών που προσπαθούμε να βρούμε μέσα από φιλοσοφικές ατραπούς την λύση στο πρόβλημα…]

-[Δηλαδή κάθεστε όλη μέρα και …]

-[Μην το πεις, οι λύσεις στα προβλήματα πρέπει να πηγάζουν από ειρηνικές συζητήσεις και υγιείς διαφωνίες.]

-[Και να δεχόμαστε φιλόσοφοι και θεολόγοι και αμφισβητίες να φιμώνονται! Καθόλου ειρηνικά και καθόλου υγιώς θα τολμούσα να πω! Αυτοί οι άνθρωποι χάνουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της διακίνησης ιδεών. Ακόμα κι εσείς οι ‘αποστειρωμένοι υγιώς’ χρησιμοποιούντες το ‘τυράκι’ στο κλουβί σας, φυλακισμένοι είσαστε σε μια φυλακή που έχει το μέγεθος που σας επιτρέπει το τυράκι!]

-[Προετοιμάζουμε το έδαφος για μια αναίμακτη επανάσταση! Δίνουμε συνεντεύξεις ασκώντας δημιουργική κριτική. Έτσι κι αλλιώς ο Κόσμος θ’ αλλάξει μόλις ενηλικιωθούν τα ‘ουράνια παιδιά’.]

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   κ. Padova, Σάββατο 03/11/1979

  1. x. Ίντιγκο μέλλον

-[Τα ποια παιδιά είπες; Παιδιά απ τους Ουρανούς; Καλά τι στο καλό ‘πίνετε’ στην εποχή σου και πιστεύετε τέτοιες ιστορίες Μεσαιωνικές;]

-[Τα παιδιά Indigo, τα παιδιά Crystal και τα παιδιά Rainbow, για ποιο Μεσαίωνα μιλάς. Ω! Έχεις δίκιο φυσικά και δεν ξέρεις, στην δεκαετία του εβδομήντα οι πέντε γενιές Ίντιγκο δεν έχουν γίνει γνωστές ακόμα!

Τα τελευταία χρόνια κάτι αλλάζει στις αφίξεις νέων ψυχών στη Γη. Σύμφωνα με θρησκευτικό-μεταφυσικές θεωρίες και μαρτυρίες που όλο και πληθαίνουν πολλά από τα παιδιά που γεννιούνται τα τελευταία χρόνια ανήκουν σε ένα πιο εξελιγμένο είδος, έρχονται με συγκεκριμένη αποστολή και γι αυτό είναι προικισμένα με ξεχωριστές ικανότητες και ταλέντα. Τα ονομάζουν Παιδιά Ίντιγκο, Παιδιά Κρύσταλλα και Παιδιά Ουράνια Τόξα. Είναι οι προπομποί ενός νέου τύπου ανθρωπότητας και είναι πολύχρωμα!]

-[Μιλάμε για παιδιά που έχουν αλλιώτικο χρώμα;]

-[Α! πρέπει να σου εξηγήσω αλλιώς θα χαθείς τελείως… Αλλιώτικο χρώμα όχι στο δέρμα αλλά στην ‘Αύρα’ τους, που είτε έχει χρώμα ίντιγκο , δηλαδή είτε λουλακί, είτε είναι ιριδίζουσα σαν οπάλι, ή έχει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.]

-[Ξέρω τι είναι η αύρα, τουλάχιστον έτσι νομίζω. Υπάρχουν φωτογραφίες φύλλων φυτών που τις έχουν τραβήξει με την μέθοδο φωτογράφισης Κίρλιαν, που δείχνουν την ‘αύρα’ των φύλλων. και γενικώς ‘φωτογραφίζει’ λεπτοφυή φάσματα που άλλες τεχνικές αδυνατούν να πραγματοποιήσουν.]

-[Αυτή ήταν η αρχή, αλλά χρησιμοποιείται πλέον κυρίως στην νανο-βιο-Ιατρική. Σαν αύρα ορίζουμε το ηλεκτρομαγνητικό και βιοενεργητικό πεδίο που ακτινοβολούν όλα τα ζωντανά όντα και έχει φωτογραφηθεί με τις ειδικές συσκευές Κίρλιαν. Η αύρα τελικά είναι το ενεργειακό αποτύπωμα που απορρέει από τον άνθρωπο αλλά και από κάθε άλλο ζωντανό ον ζώο ή φυτό. Είναι ένα είδος φωταύγειας που όμως μπορεί να πάρει διάφορες αποχρώσεις ανάλογα με τα συναισθήματά μας και την ψυχική μας διάθεση. Ωστόσο, πάντα υπάρχει ένα κυρίαρχο χρώμα που φανερώνει κατά κάποιον τρόπο την πνευματική μας εξέλιξη.]

-[Άρα όταν λες πως είναι πολύχρωμα εννοείς την αύρα τους; Αλλά και ένα υγιές και όχι κομμένο φύλλο έχει πολύχρωμη αύρα.

-[Δεν είναι θέμα σωματικής υγείας. Θα ξεκινήσω λέγοντας πως υπάρχουν πέντε γενιές παιδιών Ίντιγκο, οι Άλφα, Βήτα, Γάμα, Δέλτα και Ωμέγα που χωρίζονται σε τρεις υποκατηγορίες. Οι τρεις πρώτες γενιές αυτών των διαφορετικών παιδιών εξ ορισμού φέρουν ακόμα την γενική ονομασία Ίντιγκο, ενώ η Δέλτα γενιά ονομάστηκε Παιδιά Κρύσταλλα και η Ωμέγα Παιδιά Ουράνια Τοξα.

Ο ‘ερχομός’ των διαφορετικών παιδιών, -δεν είναι όλα τα παιδιά που γεννιούνται Ίντιγκο-, η γέννησή τους αν θέλεις να το πεις με πιο αποδεκτούς τρόπους, ξεκίνησε πριν από έναν αιώνα αλλά ο αριθμός τους άρχισε να αυξάνεται εντατικά ιδίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα.

Το χαρακτηριστικό Ίντιγκο περιγράφει το ενεργειακό μοτίβο της ανθρώπινης συμπεριφοράς που υπάρχει σε πάνω από το 95% των παιδιών τα οποία γεννήθηκαν από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Αυτά τα φαινόμενα συμβαίνουν παγκοσμίως και τελικά οι επιστήμονες πιστεύουν πως οι άνθρωποι Ίντιγκο θα αντικαταστήσουν όλα τα άλλα χρώματα.

Ξέρεις λέγαμε πως ο Άνθρωπος Νεάντερταλ εξελίχθηκε στον Άνθρωπο που υπάρχει σήμερα, αλλά αυτή την Αλλαγή δεν μπορέσαμε να την παρατηρήσουμε ποτέ με μικροσκόπιο ή άλλο τρόπο μέτρησης την εποχή που συνέβαινε. Αν και ήμασταν εμείς το πλάσμα που μεταμορφώθηκε σε κάτι καινούριο, δεν μπορέσαμε να παρατηρήσουμε την εξέλιξη γιατί δεν είχαμε την διανοητική και επιστημονική ικανότητα να μας μελετήσουμε.

Tα Ίντιγκo ονομάστηκαν έτσι γιατί γεννήθηκαν κάτω από την βαθυγάλανη ακτίνα σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές που ήταν παιδιά της βιολετή ακτίνας και θεωρήθηκαν η γέφυρά του Ανθρώπου προς το μέλλον. Στον Παγκόσμιο Χάρτη, κάποιες ομάδες ανθρώπων φοβήθηκαν αυτά τα ‘καινούρια’ παιδιά και προσπάθησαν με τεχνάσματα να τα αποπροσανατολίσουν και κάποιες άλλες θέλησαν να τα μελετήσουν με σκοπό το κέρδος και την δύναμη που θα αποκτούσαν αν κατάφερναν να χειραγωγούν μια τέτοια ομάδα ανθρώπων όπως ήταν τα Ίντιγκο παιδιά.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γεννήθηκε ένας σημαντικός αριθμός που σήμερα είναι οι Ίντιγκο ενήλικες και είναι η πρώτη γενιά, που ονομάστηκε Άλφα και περιλαμβάνει και τα παιδιά που γεννήθηκαν την περίοδο από το 1958 ως το 1968. Η αύρα τους είχε βαθύ γαλάζιο και πράσινο-μοβ αποχρώσεις. Από μικρά παιδιά ακόμη, οι Άλφα, είχαν μια αίσθηση ότι είναι διαφορετικοί, σαν να μην ανήκουν στον τόπο, στη χώρα ή στους γονείς που τους γέννησαν. Οι λόγοι γι’ αυτή τη διαφορετικότητα ήταν πάντα ασαφείς και ποτέ δεν έβρισκαν μια ικανοποιητική εξήγηση. 

Μόλις ωρίμασαν νοητικά, αρκετά για να μπορέσουν να φανούν τα χαρίσματα τους, είχαν και την εμπειρία της ‘Σκοτεινής Νύχτας της Αφύπνισης’. Για κάθε Ίντιγκο γενιά αυτή η διαδικασία της αφύπνισης ξεκινάει γύρω στην ηλικία των είκοσι-οκτώ ετών και διαρκεί περίπου επτά με οκτώ χρόνια. Η ‘Σκοτεινή Νύχτα της Αφύπνισης’ είναι περίοδος που μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη, επειδή είναι η περίοδος της οριστικής επιστροφής του ατόμου στον Εαυτό του και στην αποστολή για την οποία τελικά βρίσκεται εδώ. Αυτή η περίοδος είναι γεμάτη παγίδες, προβλήματα διάφορων ειδών και διάφορες δύσκολες ‘δοκιμασίες’. Για την Άλφα γενιά αυτή η περίοδος συνέπεσε από το 1986 μέχρι το 1996. 

Στην ηλικία των ώριμων τριάντα, -δηλαδή μεταξύ τριάντα επτά με τριάντα εννιά-,  ξεκινάει η ανάρρωση και η άνθιση των ψυχικών τους δυνατοτήτων. Εδώ μιλάμε για τις διάφορες εσωτερικές εμπειρίες του Ανοιχτού Νου, πoυ σημαίνει να έχει κανείς καθαρή διαίσθηση, δυνατή εσωτερική κατεύθυνση και επικοινωνία με τον πνευματικό κόσμο, αναγνώριση των σκέψεων, συναισθημάτων και προθέσεων των άλλων, κατανόηση των παράλληλων επιπέδων της πραγματικότητας, μια αληθινή επίγνωση για τη φύση του χρόνου, καθημερινές συγχρονικότητες και πολλά άλλα χαρίσματα. Σ’ αυτή την ηλικία των τριάντα ετών απελευθερώνονται συνήθως όλες οι θεραπευτικές δυνάμεις όλων των γενιών. Πολύ σπάνια ένα Ίντιγκο άτομο συνειδητοποιεί την αποστολή του πριν τα τριάντα του χρόνια.]

-[Δεν μου φαίνονται και πολύ ιδιαίτερα παιδιά πάντως για να είμαι ειλικρινής. Εγώ για παράδειγμα πάντα είχα την αίσθηση ως δεν ‘ανήκω’ εκεί που είμαι είτε είναι τόπος είτε οικογένεια. Το έχω συζητήσει και με τον Νίκο τον μεγαλύτερο αδελφό μου και καταλήξαμε πως απλά ‘περνάω φάση’ και πως είναι η δική μου προσωπική διαδικασία ενηλικίωσης. Αυτό δεν με κάνει κατ’ ανάγκη και Ίντιγκο…]

-[Ίντιγκο ίσως όχι, ‘πάρτσακλο’ πάντως πολύ πιθανόν!]

-[Πφφφ, κοίτα που πήρε αέρα και κάνει και λογοπαίγνια η ‘γρέτζω’ του 2030!]

-[Θα πρέπει πάντως να προσέξουμε πως έχεις κι άλλο ένα στοιχείο των Ίντιγκο παιδιών. Παρ’ όλο που είσαι ιδιαίτερα έξυπνη, η απόδοσή σου στα μαθήματα του σχολείου δεν ήταν υψηλή και ούτε καν σε ενδιέφερε πραγματικά τι θα σκεφτόταν γονείς και δάσκαλοι αφού μάθαινες με τον δικό σου τρόπο και από διάφορες πηγές ότι ήθελες εσύ να μάθεις.

Η δεύτερη γενιά που ονομάστηκε Βήτα είναι άνθρωποι γεννημένοι κατά την περίοδο μεταξύ του 1968 και 1978. 

Χαρακτηριστικά χρώματα στην αύρα τους είναι το γαλάζιο, πράσινο-μοβ. Η περίοδος της δικής τους αφύπνισης συμπίπτει, περίπου στην περίοδο από το 1996 μέχρι το 2006. 

Εκείνη την περίοδο εξαφανίζονται τα προστατευτικά πέπλα της αύρας και το άτομο μπορεί να έχει συχνά την αίσθηση πως είναι γυμνό, απροστάτευτο και ευάλωτο διότι περνάει τις διαδικασίες κάθαρσης σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο. Μπορεί εύκολα να νομίζει ότι τρελαίνεται και δεν είναι κακό σ’ αυτή την περίπτωση να ζητάει βοήθεια κάποιου ειδικού ψυχολόγου, αλλά πρέπει να αποφεύγει φάρμακα. Πέρα από αυτό πρέπει να αναπτύξουν τη διαίσθησή τους και να ακούσουν την εσωτερική τους φωνή γιατί όλες οι απαντήσεις βρίσκονται μέσα τους.

Τα Ίντιγκο άτομα που ανήκουν σε αυτή τη γενιά, την πνευματική ωρίμανση θα τη βιώσουν στα σαράντα τους, που αρχίζει ένα πραγματικά πανηγύρι αυτογνωσίας και απελευθέρωσης. Ένα τυπικό χαρακτηριστικό και των δύο γενιών, Άλφα και Βήτα, είναι ότι φαίνονται πολύ πιο νέοι απ ότι είναι στην πραγματικότητα.]

-[Θα σε διακόψω και πάλι αλλά όλα αυτά είναι θεωρεία ή έχουν συμβεί στο δικό μου μέλλον και δικό σου παρελθόν;]

-[Θυμήσου τι μας είπε η Κόσμο-ταξιδιώτισσα μάνα του Άτλαντα: Σε διάφορα Σύμπαντα μπορούν να συμβούν λόγω Σχάσεων που προκαλούνται από ηθελημένες ή τυχαίες  επεμβάσεις Κόσμο-ταξιδιωτών και λοιπών ‘ερευνητών’.]

-[Μας κάνατε τον χρόνο και τον χώρο μας κέντρο διερχομένων, παράπονο δεν έχουμε!]

-[Μας έπιασε μια τόση δα μικρούλα όρεξη να πετάξουμε λίγο δηλητήριο κι όποιον πάρει ο χάρος μικρή Φημονόη;

Η τρίτη γενιά των παιδιών Ίντιγκο, η Γάμα, έχουν γεννηθεί από το 1978 μέχρι το 1988.  Αυτή είναι και η πρώτη γενιά με την ελάχιστη προστατευτική ασπίδα. Σε περίπτωση που την έχουν είναι συνήθως μωβ απόχρωσης με σημάδια της ώχρας ή του κρυστάλλινου χρώματος. Η περίοδος της πνευματικής αφύπνισης αυτών των παιδιών συμπίπτει με την περίοδο μεταξύ 2006 και 2016. 

Στην Ελλάδα γεννήθηκα 98 παιδιά Ίντιγκο, -σαράντα εννέα αγόρια και σαράντα εννέα κορίτσια-, εκεί κοντά στον Απρίλιο του 1983. Παιδιά που κάποιοι υποστήριξαν πως είχαν ιδιαίτερα χαρίσματα αλλά και γονίδια, λόγω ενός γεγονότος που σχετίστηκε με την κοσμική ακτινοβολία αλλά θα σου πω γι αυτά αργότερα αφού ολοκληρώσω για όλες τις Ίντιγκο γενιές.

Στο δικό μου Σύμπαν, το φαινόμενο Ίντιγκο έχει αναγνωριστεί ως μια από τις εκπληκτικότερες αλλαγές της ανθρώπινης φύσης που έχουν καταγραφεί ποτέ στην κοινωνία.

Αν κάποιος είναι Ίντιγκο αναγνωρίζεται σε μικρή ηλικία. Υπερβολικά έξυπνα, με ασυνήθιστα μεγάλα, διαυγή μάτια, και έντονο, βαθύ βλέμμα. πρώιμα αναπτυγμένα παιδιά, με εκπληκτική, εντυπωσιακή  μνήμη και ισχυρή επιθυμία να ζήσουν ενστικτωδώς. Είναι ευαίσθητες, προικισμένες ψυχές με εξελιγμένη συνείδηση, και έχουν έρθει στην Γη με κάποιο σκοπό, για να μας βοηθήσουν να αλλάξουμε τον παλμό της ζωής μας και για να δημιουργήσουν μία γη, μία υδρόγειο και ένα είδος  και για να συμβάλλουν στην αλλαγή της συνειδητότητας και στην καλυτέρευση του κόσμου. Είναι ψυχισμοί που ενδιαφέρονται για την ειρήνη, τα μεγάλα ανθρώπινα ιδανικά, το σεβασμό του φυσικού περιβάλλοντος και τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, θεραπείας και κοινωνικής δομής.

Λέγεται ότι είναι περισσότερο σε επαφή με κάτι που ονομάζεται ‘Παγκόσμια Αλήθεια’ και είναι συνδεδεμένα με μια εσωτερική Πηγή δύναμης και γι αυτό δεν ανέχονται ούτε συμβιβάζονται με συμπεριφορές και συστήματα που δεν βρίσκονται σε συμφωνία με αυτήν. Είναι αποφασιστικά και ζητάνε στα ίσια αυτό που θέλουν. Διαθέτουν μια έμφυτη ισχύ και αυτοπεποίθηση και ανιχνεύουν την ανεντιμότητα από μίλια μακριά.]

-[Δηλαδή μπορεί και στο δικό μου Σύμπαν, -αν αγκιστρώθηκες σε λάθος Σύμπαν εκτός από Χώρο και Χρόνο-, να μην συμβεί ποτέ. Κανείς δεν έχει μιλήσει για τέτοια παιδιά, δεν υπάρχει γραμμένο σε εφημερίδες, δεν έχει ακουστεί στο ράδιο. Όλα αυτά μου φέρνουν στο μυαλό το 2001: A Space Odyssey με αναφορές και μεταφορές απ το μέλλον στο παρελθόν. Με κουράζουν οι άπειρες πιθανότητες του να συμβεί κάτι ή του ότι αυτό το κάτι δεν συνέβηκε τελικά γιατί κάποιος κουτσομπόλης απ το Μέλλον έχωσε την μύτη του στο Παρόν μου! Απ την άλλη όλα αυτά τα ‘πλουμιστά’ παιδιά θα ήθελα να τα δω, θα ήθελα να τα ‘ψυχογραφήσω’.]

-[Δάφνη θα τα λατρέψεις τα Ίντιγκο, σκέψου πως θα είσαι απ τους πρώτους που θα παρατηρήσεις μοτίβα συμπεριφοράς και θα ξέρεις πως είχες την τύχει να συναντήσεις ένα Ίντιγκο-Θαύμα πολύ πριν εκείνο καταλάβει πόσο σημαντικό είναι στην Αλυσίδα της Εξέλιξης των Ψυχών.

Υπάρχει η δοξασία πως τα παιδιά Ίντιγκο έχουν έρθει ως προπομποί για να προετοιμάσουν το έδαφος, να σπάσουν τα παλιά φράγματα και τις ξεπερασμένες συνήθειες ώστε τα Κρυστάλλινα Παιδιά που ακολούθησαν να βάλουν τα θεμέλια της ειρήνης και της αρμονίας και τα Παιδιά Ουράνια Τόξα να χρησιμοποιήσουν την ισχυρή τους θέληση και την απεριόριστη ενέργειά τους για να χτίσουν έναν νέο κόσμο. Πολλά από αυτά τα παιδιά έχουν κάποιες ιδιότητες που ονομάζονται Υπερψυχικές με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να βλέπουν άλλες διαστάσεις ή να αντιλαμβάνονται αιθέριες οντότητες, αγγελικές παρουσίες ή και τον απλό φυσικό κόσμο χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιούν τα μάτια τους. Μπορούν να γευτούν και να μυρίσουν αυτά που δεν αντιλαμβανόμαστε κοινοί άνθρωποι και άλλα πολλά. Όπως λέγεται «μπορούν να βλέπουν με ολόκληρο το σώμα τους». Είναι ιδιαίτερα έξυπνα άτομα και έχουν ανεπτυγμένα ταλέντα Χειρίζονται με μεγάλη άνεση την τεχνολογία. Ονειροπολούν και επικοινωνούν με έναν άλλο αόρατο κόσμο Παρουσιάζουν δείγματα ιδιαίτερα ώριμης σκέψης και αναπτύσσουν αφηρημένη σκέψη από πολύ νωρίς. Διαθέτουν έντονη εν-συναίσθηση. Μπορούν στ’ αλήθεια «να νιώσουν» τον άλλον και το ίδιο ισχύει για τα φυτά και τα ζώα

Για αυτό και τα παιδιά αυτά ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα προς την συμπεριφορά τους. Έχουν αυξημένη συνείδηση, διαφορετικό τρόπο σκέψης από τους υπόλοιπους ανθρώπους, έχουν αυξημένη διαίσθηση, και εκφράζονται με μια συμπεριφορά υποχρέωσης προς τον κόσμο, νιώθουν δηλαδή πως οφείλουν με κάποιο τρόπο να βοηθήσουν το σύνολο.

Τα Ίντιγκο παιδιά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία μας και συχνά είναι δυστυχισμένα. Δυσκολεύονται να δεχτούν την εξουσία οποιασδήποτε μορφής ειδικότερα αν δεν την έχουν επιλέξει εκείνα, έχουν ταμπεραμέντο πολεμιστή και γι αυτό οι υπόλοιποι τους θεωρούσαν επαναστάτες χωρίς αιτία μιας και δεν υποτάσσονται εύκολα την εξουσία. Αρνούνται να κάνουν διάφορα πράγματα που είναι υποχρεωτικά σύμφωνα με τα κοινωνικά στερεότυπα, αρνούνται να ακολουθήσουν οδηγίες και υποδείξεις. Θυμώνουν εύκολα και εκνευρίζονται με το σύστημα που υποχρεώνει την ιεραρχία και την πειθαρχία και δεν ενισχύει την δημιουργική σκέψη. Βαριούνται απίστευτα την ρουτίνα και τα τελετουργικά και κάποιες φορές μπορεί εσφαλμένα να θεωρηθούν αδιάφοροι.

Αυτό τα επηρεάζει ιδιαίτερα στο σχολείο είτε στην απόδοσή τους στα μαθήματα αφού δε θέλουν να πηγαίνουν σχολείο είτε στην συναναστροφή τους με τα υπόλοιπα παιδιά. Πολύ συχνά ανακαλύπτουν νέους τρόπους για να κάνουν διάφορα και διαφορετικά πράγματα είτε στο σχολείο είτε στο σπίτι και αυτό τα κάνει να φαίνονται πως δεν ενσωματώνονται σε κανένα σύστημα, φαίνονται αντικοινωνικά προς τον υπόλοιπο κόσμο εκτός κι αν συναναστρέφονται με το δικό τους ‘είδος’. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει κάποιος να έρθει πιο κοντά μαζί τους, είναι η ισότητα αφού θεωρούν τον κόσμο άδικο, άνισο και χαοτικό.]

-[Τελικά ποιός είναι ο σκοπός των παιδιών Ίντιγκο;]

-[Μία κεντρική ιδέα είναι η θεωρία που αναφέρει πως τα παιδία Ίντιγκο ή αλλιώς φωτισμένα παιδιά έχουν έρθει στην Γη για να διδάξουν ένα μάθημα στην Ανθρωπότητα! Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν πως τα παιδιά αυτά είναι παλιές ψυχές οι οποίες έχουν ενσαρκωθεί αρκετές φορές και έχουν απίστευτη Γνώση και Σοφία από αυτές τις ενσαρκώσεις. Αρκετοί επίσης πιστεύουν πως τα παιδιά Ίντιγκο έχουν έρθει εδώ για να σώσουν την ανθρωπότητα από κάποιο υπέρτατο κίνδυνο, και να απελευθερώσουν τις σκέψεις αλλά και την σκλαβωμένη από τα συστήματα κοινωνία μας.

Όταν ενηλικιώνονται αυτά τα παιδιά που θα γίνουν οι γονείς των Κρυστάλλινων παιδιών, εκδηλώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Είχαν έντονες πνευματικές αναζητήσεις στην εφηβεία τους, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι, αναζητούν το νόημα της ζωής ενώ παράλληλα έχουν ‘πράσινη’ οικολογική συνείδηση και αγωνίζονται για το περιβάλλον. Προτιμούν τη θέση του ηγέτη από την ομαδική εργασία και ονειρεύονται να αλλάξουν τον κόσμο. Εξοργίζονται με την πολιτική και επαναστατούν και θυμώνουν με την αδικία. Απορρίπτουν τις νόρμες, και το κατεστημένο και ρωτούν πάντα «γιατί;» Συναισθάνονται τους άλλους αλλά δεν αντέχουν την ανοησία. Κάνουν δουλειά με τον εαυτό τους για να ξεπεράσουν τα μπλοκαρίσματα της παιδικής τους ηλικίας που προήλθαν από το σχολικό ή οικογενειακό περιβάλλον που δεν τους καταλάβαινε. Διαλύουν τις παραδόσεις και τα κοινώς αποδεκτά όταν βρίσκουν έναν νέο, καλύτερο τρόπο και βοηθούν και τους υπόλοιπους να ξεπεράσουν τους περιορισμούς τους.]

Τα παιδιά της τέταρτης γενιάς, -της Δέλτα γενιάς δηλαδή-, είναι γεννημένα από το 1988 μέχρι το 1998. Το χαρακτηριστικό της τέταρτης γενιάς είναι το χρώμα της αύρας, που είναι καθαρά Ίντιγκο, δηλαδή γαλάζιο-λουλακί. Ως εξαίρεση που αποδεικνύει τον κανόνα κάποια άτομα που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, έχουν ένα ελαφρύ πέπλο στον εξωτερικό κύκλο της αύρας τους. 

Αυτή η γενιά είναι υπερβολικά ευαίσθητη και χρειάζεται αρκετή βοήθεια για να βρει τον εαυτό της. Είναι υπερδραστήριοι και αρκετά εξωστρεφείς. Τους αρέσει να δείχνουν στον κόσμο ποιοι είναι πραγματικά και σε πολλές περιπτώσεις το κάνουν με μεγάλη αυτοπεποίθηση και σιγουριά. 

Οι γονείς ενός Ίντιγκο παιδιού της τέταρτης γενιάς πρέπει να ξέρουν ότι πως πρέπει  να φτιάξουν μια γαλήνια όαση στο δωμάτιο του κι αν ζει σε ένα σπίτι γεμάτο αγάπη και γαλήνη, θα το βοηθήσουν πολύ περισσότερο από το να του δίνετε φάρμακα για την υπερκινητικότητά του. Στο δικό του περιβάλλον θέλει γαλάζιο και μοβ χρώματα, ενώ απολαμβάνει πραγματικά τη μουσική με αργούς ρυθμούς. 

Πρέπει να αποφεύγουν την πολυκοσμία και τις υψηλές θερμοκρασίες και να μην βλέπουν πολύ τηλεόραση γιατί αυξάνετε η νευρικότητά του. Επίσης είναι καλό, να μην κοιμάται ή να περνάει τις περισσότερες ώρες της ημέρας σ’ ένα δωμάτιο με πολλές ηλεκτρικές συσκευές. 

Η Δέλτα γενιά έχει συνήθως πολύ δύσκολη εφηβεία. Πολλά από αυτά τα παιδιά νομίζουν ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί τους, μπλέκονται με τα ναρκωτικά, έχουν τάσεις αυτοκτονίας. Το καλύτερο φάρμακο για αυτούς είναι η Φύση στην οποία καλό είναι να περνάνε όσο περισσότερο χρόνο γίνεται. Η περίοδος της ωρίμανσης και της πνευματικής αφύπνισης της Δέλτα γενιάς συμπίπτει με την περίοδο από το 2016 ως το 2026. 

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στη Δέλτα γενιά ονομάζονται επίσης και Κρυστάλλινα Παιδιά λόγω μιας ιδιαίτερης φωτεινής, κρυστάλλινης απόχρωσης στην αύρα τους.]

-[Μιλάμε για μια μερίδα παιδιών δηλαδή, όχι όλα τα παιδιά στην Γη, αλλά μερικά εκατομμύρια διάσπαρτα σε όλο τον πλανήτη; Μα δεν ήταν πάντα έτσι; Πάντα υπήρχαν ξεχωριστά παιδιά, παιδιά αλλιώτικα που άλλαξαν τελικά τον Κόσμο μας αλλά δεν έφερναν μια λέξη-χρώμα για σφραγίδα. Μαχάτμα Γκάντι, Μάρτιν Λούθερ-Κιγκ κι ένα σωρό άλλοι ήταν διαφορετικά, ξεχωριστά παιδιά που μπορεί και να ανήκουν σε ομάδα ατόμων που άλλαξαν τον κόσμο, την οποία όμως εμείς δεν έχουμε κωδικό ή αποκωδικοποιήσει ακόμα γιατί πολύ απλά δεν το σκεφτήκαμε.]

-[Θα συμφωνήσω μαζί σου. Σκέψου τα εξής κοριτσάκια που γεννήθηκαν από το 1908 μέχρι το 1918 σε διάφορα μέρη του πλανήτη: Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Μητέρα Τερέζα, Ντόροθι Χόντγκιν, Ρόζα Πάρκς, Ίντιρα Γκάντι. Και μερικά αγοράκια που γεννιούνται από το 1919 μέχρι το 1929: Νέλσον Μαντέλα, Μάλκολμ Χ, Μπι Μπι Κινγκ, Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Αυτά τα τότε κοριτσάκια και αγοράκια  άλλαξαν τον κόσμο μερικές δεκαετίες αργότερα. Ανήκαν άραγε σε μια ομάδα ψυχών που είχαν ενσαρκωθεί για να σώσουν τον Κόσμο κι απλώς εμείς δεν την ανακαλύψαμε με μαθηματικο-επιστημονικούς ή πνευματιστικούς όρους ακόμα;

Η ονομασία-χρώμα για σφραγίδα χρησιμοποιήθηκε από ομάδες που θέλησαν να εποφεληθούν από την σπανιότητα και ικανότητές των παιδιών. Ύστερα, -γύρω στο 1990-, έκανε την εμφάνισή της η τέταρτη, μια ακόμα πιο εξελιγμένη γενιά, αυτή των ‘Κρυστάλλινων Παιδιών’ ενώ με το πέρασμα στον εικοστό πρώτο αιώνα άρχισαν να γεννιούνται τα παιδιά της πέμπτης, της επονομαζόμενης Ωμέγα γενιάς, τα Παιδιά Ουράνια Τόξα.]

-[Είμαστε τώρα δέκα χρόνια πριν μπει ο καινούριος αιώνας, σωστά;]

-[Και με την καταστροφολογία στα ύψιστα όρια. Υπάρχουν ομαδικές αυτοκτονίες ανθρώπων που προτίμησαν να ‘φύγουν’ πριν καταστραφεί το ηλιακό μας σύστημα! Αδύναμοι άνθρωποι που τους εκμεταλλεύτηκαν θεοσοφιστές τσαρλατάνοι.

Αν τα Ίντιγκο παιδιά είναι συχνά λίγο οργισμένα και αντιδραστικά προσπαθώντας να κάνουν την ανατροπή και να ανοίξουν δρόμο, τα Κρυστάλλινα Παιδιά που -σύμφωνα με τις σχετικές θεωρίες- άρχισαν να ενσαρκώνονται την τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα, είναι ήσυχα, υπομονετικά, κάνουν τα πάντα με την ησυχία τους και το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η γαλήνια συμπεριφορά. Σπάνια θα υψώσουν τη φωνή τους, αλλά αν χρειαστεί είναι ατρόμητα.

Συχνά τα περιγράφουν σαν φωτεινούς μαγνήτες. Όπου κι αν πάνε τραβούν κοντά τους ένα μικρό πλήθος, -ιδίως τα άλλα παιδιά-, μόνο με ένα χαμόγελο ή μερικές λέξεις. Έχουν μεγάλα μάτια και βλέμμα βαθύ και σοφό αν και μπορεί να καθυστερήσουν να μιλήσουν επειδή έχουν ανεπτυγμένες τηλεπαθητικές ικανότητες και δεν χρειάζεται να μιλούν για να επικοινωνούν. Επειδή έχουν την ικανότητα να αισθάνονται τηλεπαθητικά τους άλλους, γνωρίζουν πότε οι αγαπημένοι τους είναι άρρωστοι, λυπημένοι ή κινδυνεύουν. Έχουν θεραπευτικές ικανότητες και δείχνουν φροντίδα ιδίως προς τα άλλα παιδιά και τα ζώα. Μπορούν να επικοινωνούν με άλλους κόσμους και τους αρέσει να παίζουν με κρυστάλλους και πέτρες. Τους αρέσουν τα χάδια, τα φιλιά και οι αγκαλιές και αγαπούν ιδιαίτερα το νερό. Έχουν την ικανότητα να επικοινωνούν τηλεπαθητικά με τα δελφίνια μέσα στο νερό αλλά και από απόσταση.

Μιλούν από μικρή ηλικία για τα παγκόσμια ζητήματα όπως η ειρήνη, το περιβάλλον, η πείνα στον κόσμο και θέλουν να κάνουν κάτι για να βοηθήσουν. Συγχωρούν πρόθυμα και εκφράζουν αγάπη και κατανόηση. Δείχνουν μεγάλη προθυμία να βοηθούν τους άλλους ανθρώπους. Δεν τους αρέσουν τα ρούχα και προτιμούν να είναι γυμνά ή να φορούν πολύ απαλά ρούχα από φυσικά υλικά και χαρούμενα χρώματα Είναι πολύ εκλεκτικά στο φαγητό τους.]

-[Και η πέμπτη γενιά;]

-[Τα παιδιά που γεννήθηκαν στις αρχές του καινούριου αιώνα και μετά ανήκουν στη πέμπτη, την λεγόμενη Ωμέγα Ίντιγκο γενιά και είναι τα Παιδιά Ουράνια Τόξα. Υποτίθεται πως αυτή είναι και η τελευταία ‘καθαρή’ Ίντιγκο γενιά. Πολλά απ αυτά είναι παιδιά των Ίντιγκο γονέων ή είναι μετενσάρκωση των πρόωρα πεθαμένων της Άλφα και Βήτα γενιάς. Αυτή η γενιά θα βιώνει τη ‘Σκοτεινή Νύχτα της Αφύπνισης’ την εποχή από το 2035 και μετά. 

Αυτά τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε διάφορες δερματολογίες, αλλεργίες και αρρώστιες ειδικά του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος που οφείλονται στη μεγάλη ρύπανση του περιβάλλοντος. Επίσης ένα σημαντικό ποσοστό τους χαρακτηρίζεται ως αυτιστικά ή υποφέρουν από το σύνδρομο Asperger. Ο αυτισμός σ’ αυτά τα παιδιά πολλές φορές δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος αυτοπροστασίας από τη νεύρωση και επίθεση του έξω κόσμου. 

Η τελευταία αυτή κατηγορία παιδιών που η αύρα τους ακτινοβολεί όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου άρχισε να ενσαρκώνεται στις αρχές του 21ου αιώνα και λέγεται ότι θα συνεχίσουν να έρχονται ως το 2030 περίπου. Λέγεται πως πρόκειται για ψυχές που ενσαρκώνονται για πρώτη φορά στη Γη και είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στα χρώματα. Όπως και τα Κρυστάλλινα Παιδιά έχουν θεραπευτικές και τηλεπαθητικές ικανότητες σε πολύ υψηλό βαθμό, και έχουν έναν ψυχισμό απολύτως ανοικτό και δεκτικό.

Έχουν πολύ ισχυρή θέληση, έντονη προσωπικότητα και διαθέτουν τεράστια αποθέματα ενέργειας και ζωτικότητας, είναι άτομα δημιουργικά και είναι λογικό να περιμένουν την άμεση υλοποίηση αυτού που σκέπτονται ή χρειάζονται γιατί εκείνα θα έκαναν αυτό ακριβώς. Συχνά προσδιορίζουν τα πράγματα με βάση το χρώμα τους και τους αρέσουν τα ρούχα με έντονα χρώματα και η πολυχρωμία στο περιβάλλον

Τα Παιδιά Ουράνια Τόξα έχουν επιλέξει να γεννηθούν σε οικογένειες όπου επικρατεί γαλήνη και πνευματικότητα. Το βαθύτερο αίτημα που θα υπηρετήσουν στη ζωή τους είναι να διδάξουν τη δύναμη της σκέψης και χρησιμοποιώντας την ισχυρή τους θέληση να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο. συγγραφείς και ερευνητές επισημαίνουν πως αυτά τα παιδιά χρειάζονται ειδική εκπαίδευση, υπομονή, ηρεμία και σεβασμό. Στην Κίνα έχουν φτιάξει ειδικά σχολεία γι αυτά τα παιδιά που ονομάζουν ‘Υπερψυχικά’ και σύμφωνα με τις στατιστικές ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο. Το αξιοσημείωτο όμως είναι πως σε όποια χώρα κι αν γεννιούνται δείχνουν τις ιδιαίτερες ικανότητές τους από τη βρεφική ηλικία.

Αυτά τα παιδιά που ήρθαν και συνεχίζουν να έρχονται λοιπόν μας δίνουν μια γεύση για την κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί η ανθρωπότητα. Φέρνουν μαζί με τα ιδανικά που πάντα είχαν οι νέοι και τα εξαιρετικά χαρίσματά τους που τους φέρνουν σε επαφή με τα αόρατα πεδία και τις έξω-αισθητήριες εμπειρίες. Σήμερα είναι μια μειοψηφία που ανοίγει τη θύρα του θαυμαστού απ όπου θα περάσει κάποτε ολόκληρη η ανθρωπότητα κάνοντας συλλογικά το νέο εξελικτικό της άλμα.]

-[Κάποια στιγμή ανέφερες πως προσπάθησαν να ‘επιβλέπουν’ την ανάπτυξη των ενενήντα οχτώ Ίντιγκο που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, το ογδόντα-τρία, σωστά; Χριστέ μου τι κάνω; Μιλάω με παρελθοντικό χρόνο για κάτι που θα γίνει σε τέσσερα χρόνια, πατσαβούρι το κάναμε το χρονικό συνεχές τον τελευταίο καιρό! Τέλος πάντων γιατί εστίασαν στα συγκεκριμένα παιδιά και κυρίως ποιοι;]

-[Στην Ελλάδα γεννήθηκα 98 παιδιά Ίντιγκο, -σαράντα εννέα αγόρια και σαράντα εννέα κορίτσια-, εκεί κοντά στον Απρίλιο του 1983. Παιδιά που κάποιοι υποστήριξαν πως είχαν ιδιαίτερα χαρίσματα αλλά και γονίδια, λόγω ενός γεγονότος που σχετίστηκε με την κοσμική ακτινοβολία που παρατηρείται κάθε 343 χρόνια, και επιδρά στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου.

Υπήρξαν μελετητές που υποστήριξαν ότι τα συγκεκριμένα παιδιά δέχονταν συχνά από τις μικρές τάξεις του δημοτικού έως και πολλά χρόνια μετά την ενηλικίωσή τους, διάφορα ερωτηματολόγια τα οποία περιέχουν ερωτήματα, που κρίνονται ιδιαιτέρως ύποπτα. Στην Ελλάδα για παράδειγμα το ερωτηματολόγιο που απεστάλη από την Ακαδημία και το Πανεπιστήμιο Αθηνών με τίτλο «Διευρωπαϊκό πρόγραμμα: Βιολογι­κά, κλινικά και γενετικά χαρακτηριστικά που προάγουν τη σωματική υγεία», καθώς και προσκλήσεις για εξετάσεις αίμα­τος σε ανύποπτες, δήθεν, στιγμές και χωρίς προφανή αιτία από διάφορους φορείς, θεωρήθηκαν απροκάλυπτη παραβίαση και τέθηκαν πολλά ερωτηματικά για τους απώτερους σκοπούς μιας σκοτεινής και ανεπιβεβαίωτης έρευνας σε μια ομάδα ‘διαφορετικών’ ανθρώπων.

-[Υπάρχουν υπόνοιες πως ήταν ένα από τα σκοτεινά πρότζεκτς των Σαϊεντολόγων, αλλά δεν αποδείχτηκε ποτέ…]

-[Ποιοι είναι αυτοί πάλι;]

-[Τι να σου λέω τώρα… Γκουγκλάρισε: Σαϊεντολογία-Χάμπαρντ και θα σου δώσει τουλάχιστον δέκα σελίδες αναφορών!]

-[Να γκουγκλατί; Κάτι τέτοια μου κάνεις και σε φοβάμαι!]

-[Σωστά, κομπιούτερ δεν έχουμε το γκουγκλάρισμα μας μάρανε! Και να φανταστείς ο κόσμος έπαψε να γκουγκλάρει εδώ και τόσα χρόνια αφού υπάρχει πια το intranet! Λοιπόν Σαϊεντολογία είναι μια θρησκεία στην πραγματικότητα και όχι Φιλοσοφία.

Με τα παιδιά του 83 ασχολήθηκαν πολλοί και οι περισσότεροι επικεντρώνονται στον τέταρτο µήνα του 1983 και όχι στον όγδοο µήνα του 1982. Από τον Αύγουστο του 1982 θα πρέπει να ξεκινήσει το ταξίδι στο µυστήριο.

Τον Απρίλιο του 1983 γεννήθηκαν 11.053  παιδιά στην Ελλάδα, από τα οποία ενενήντα οκτώ παρακολουθούνται για ιατρικούς, -βάζω την λέξη ιατρικούς σε εισαγωγικά-, σκοπούς από την ενδομήτρια ζωή τους. Τα παιδιά αυτά διαθέτουν ξεχωριστές ικανότητες. Μιλάμε για παιδιά που ο δείκτης νοημοσύνης τους ξεπερνά κατά πολύ αυτόν που έχουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Οι ιδιαίτερες ικανότητες που έχουν οφείλονται στο γεγονός ότι όλα συνελήφθησαν από τις μητέρες τους τον Αύγουστο του 1982, στην περίοδο των κυνικών ταυμάτων ενός σπάνιου αστρονιμικού φαινομένου που επηρέασε τα πολύ αρχικά στάδια κύησης όσων γυναικών είχαν συλλάβει εκείνο το µήνα. Οι διαδικασίες που συµβαίνουν στη µήτρα των γυναικών κατά τη σύλληψη και τα πρώτα στάδια της κύησης επηρεάσθηκαν από αστρική ακτινοβολία, που είχε ως αποτέλεσµα, σύµφωνα πάντα µε την εν λόγω θεωρία, τη γονιδιακή µετάλλαξη των εµβρύων! Άρα, αυτό που µας ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η µέρα της γέννησης αλλά τα πρώτα στάδια της σύλληψης του εµβρύου. Οι ερευνητές θέλουν αυτό το σπάνιο αστρονοµικό φαινόµενο να συµβαίνει κάθε 343 χρόνια με αποκλειστικό επίκεντρο των επιρροών κι επιδράσεών του τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου.

Όταν μιλάμε για κυνικά ταύματα εννοούμε ότι ο αστερισμός του Σειρίου πλησιάζει πάρα πολύ τη Γη και η επιρροή του εστιάζεται στον Αιγιακό χώρο, στο ευρύτερο Αιγαίο κι έχει αυξημένη ακτινοβολία και θερμότητα. Τότε συνέβησαν και άλλα γεγονότα, αστρικά σώματα ή αστρικό σώμα, μη εντοπισμένο μέσα στο ηλιακό μας σύστημα, πλησίασε πάρα πολύ τον πλανήτη μας και ειδικότερα το Αιγαίο. Το σώμα αυτό το οποίο ήταν είτε μετεωρίτης είτε κομήτης προκάλεσε την εκπομπή φωτοχυσιών που επηρέασαν το γενετικό σπέρμα και το έμβρυο. Ενενήντα οκτώ παιδιά προέκυψαν σαν εγκυμοσύνες στον Ελλαδικό χώρο, και αυτά είναι τα ‘παιδιά του 83’ που στην ουσία η μητέρα τους έμεινε έγκυος τον Αύγουστο του 1982 και έχουν ένα ιδιαίτερο σημάδι, μαζί και μια κληρονομημένη ανώτερη φύση.

Υποθέτουµε έτσι, πως και άλλοτε, οπότε είχαµε επανεµφάνιση του φαινοµένου, υπήρξε µία αντίστοιχη γενιά µε αυτή του 83. Δε γνωρίζουµε αν κάποια παλαιότερη ‘εκλεκτή’ γενιά τέθηκε υπό το µικροσκόπιο της επιστήµης, αλλά για τη γενιά του ’83 αυτό θεωρείτε από πολλούς σίγουρο!

-[Αχ, ξέρεις τι μου θυμίζεις τώρα; Την Αντριάνα στον Βλαχομαχαλά που λέει τον καφέ και ‘δένει’ γαμπρούς για νύφες που πάτησαν τα τριανταπέντε! Λυπήσου με!]

-[Κι όμως, ερευνητές, καθώς και βουλευτές πολιτικού κόμματος θα ασχοληθούν με το θέμα και η μπάλα θα πάρει Άγγλους, Εβραίους και Σαϊεντολόγους. Οι καταγγελίες ήταν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες της εποχής και μιλούσαν για τα προικισμένα αυτά παιδιά που έχουν την ικανότητα να βλέπουν πράγματα και γεγονότα προτού ακόμη συμβούν, μπορούν να προβλέψουν τα πάντα, είναι άριστοι μαθητές, αθλητές και γενικότερα τα καταφέρνουν με ό,τι καταπιάνονται, ενώ παράλληλα, έχουν ισχυρές ηθικές αρχές.

«Αυτά τα παιδιά, όταν θα έρθει η στιγμή, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις των χωρών του κόσμου. Γι’ αυτό άλλωστε και είναι αρκετοί εκείνοι που προσπαθούν να τα εντοπίσουν. Είτε για να τα ελέγξουν είτε για να τα εξοντώσουν, γι αυτό τα συγκεκριμένα παιδιά χρειάζονται προστασία καθώς κινδυνεύουν από ανθρώπους τύπου Ηρώδη. Οι οργανώσεις αυτές γνωρίζουν τις ιδιότητες των παιδιών και προσπαθούν να τα βάλουν στο χέρι, να τα έχουν υπό τον έλεγχό τους», δήλωνε στην Βουλή ο αντιπρόσωπος του λαού.

 «Διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο, γι’ αυτό υπάρχει μια ισχυρή ομάδα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό που συνεχώς τα προστατεύει. Καθένα από ‘τα παιδιά του ’83’ έχει και τον… φύλακα-άγγελό του», δήλωνε ο ερευνητής. «Την ομάδα ‘Ε’ που αποτελείται από Έλληνες πολίτες με υψηλό οικονομικό και πνευματικό επίπεδο. Αποστολή αυτής της ομάδας είναι η προστασία τους και η διασφάλιση των συμφερόντων του ελληνισμού από οποιαδήποτε απειλή.» Μάλιστα, αρκετά είχαν ακουστεί κατά καιρούς και για τα παρακλάδια της ομάδας ‘Ε’ που έχουν έδρα τη Ρωσία, τη Γιουγκοσλαβία και άλλες χώρες του εξωτερικού. Ως μέλη της εν λόγω ομάδας είχαν αναφερθεί και αρκετά μεγάλα ονόματα από το χώρο της οικονομίας και της επιστήμης. Ποτέ όμως κανείς δεν αποδείχτηκε ή παραδέχτηκε πως ανήκε στην ομάδα ‘Ε’, ούτε καν αποδείχτηκε η ύπαρξη της συγκεκριμένης ομάδας.

Πάντως ερευνητές δήλωναν σε δημοσιογράφους πως υπάρχει προσπάθεια εξόντωσής των παιδιών από σκοτεινές δυνάμεις που τους χορηγούν φάρμακα και τους κάνουν συνεχώς εξετάσεις σωματικές και ψυχολογικές καλώντας τα να απαντήσουν σε διάφορα περίεργα, -αν όχι ύποπτα-, ακαδημαϊκά ερωτηματολόγια που έχουν να κάνουν με μάγια, με τηλεπάθεια, με τεχνικές mind control, με συμπεριφορές αλαφροΐσκιωτων.]

-[Εννοείς πως κάποιος παρακολουθεί προσποιούμενος πως μελετά επιστημονικά αυτά τα παιδιά;]

-[Ακριβώς! Το 1989 δάσκαλοι δηµοτικών σχολείων όπου φοιτούσαν παιδιά γεννηµένα τον Απρίλη του ’83 τα επισκέφθηκαν στο σπίτι τους µε σκοπό οι γονείς τους να συµπληρώσουν κάποια ερωτηµατολόγια που περιείχαν ερωτήµατα σχετικά µε την ανάπτυξη των παιδιών, την ευφυΐα τους, τα χόµπι που είχαν κτλ.

Η ιστορία επαναλήφθηκε το 2001, οπότε και στα σχολεία της Ελλάδας που φοιτούσαν μόνο παιδιά του ‘83 έφτασε ένα ερωτηµατολόγιο παρόµοιο µε αυτό του 1989, έχοντας τον τίτλο «Διευρωπαϊκό Πρόγραµµα: Βιολογικά, κλινικά και γεννητικά χαρακτηριστικά που προάγουν τη σωµατική και ψυχική υγεία». Στο ερωτηµατολόγιο αναγραφόταν πως η έρευνα ήταν ανώνυµη και γινόταν υπό την αιγίδα του Πανεπιστηµίου Αθηνών και της Ακαδηµίας Αθηνών. Μάλιστα συµµετείχαν και άλλες χώρες της Ευρώπης.

Μέχρι εδώ όλα καλά, µιας και παρόµοιες έρευνες έχουν γίνει και κατά το παρελθόν. Τότε, πού είναι το πρόβληµα; Στο ότι τόσο οι ερωτήσεις όσο και το όλο παρασκήνιο της έρευνας δεν καταδείκνυαν µία άκρως διαφανή επιστηµονική έρευνα’

Στο ερωτηµατολόγιο δεν αναγραφόταν πουθενά πως η έρευνα µε επίκεντρο τα παιδιά του Απρίλη είχε οργανωθεί απ’ το αγγλικό κολέγιο ‘Imperial College’. Το Πανεπιστήµιο Αθηνών και η Ακαδηµία είχαν απλώς την επίβλεψη. Το ότι στην έρευνα αυτή συµµετείχαν παράλληλα και παιδιά Ευρωπαϊκών χωρών που είχαν γεννηθεί τον Απρίλιο του 1983, ήταν µάλλον ανακριβές, για να µην πούµε ψευδές. Το συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα µόνο παιδιά από την Ελλάδα συµµετείχαν, καθώς παρόµοιες τέτοιες έρευνες είχαν γίνει σε χώρες του εξωτερικού πολύ παλαιότερα. Στη Φινλανδία το 1966. Στην Αγγλία το 1946. Στα νησιά Φέρεοε το 1927 και το 1937. Κοινός παρονοµαστής αυτών των ερευνών, το ‘Imperial College’. Επίσης, το ότι κάθε ερωτηµατολόγιο έφερε τετραψήφιο κωδικό επάνω του, διαφορετικό για τον κάθε συµµετέχοντα στην έρευνα, αποτελούσε πλήγµα στην υποτιθέµενη ανωνυµία που θα το συνόδευε. Σα να µην έφταναν αυτά, οι γονείς των παιδιών θα έπρεπε να συµπληρώσουν και εκείνοι ένα ερωτηµατολόγιο ως προς την εξέλιξη των παιδιών τους, αλλά και να δώσουν την έγκρισή τους ώστε να γίνουν ιατρικές εξετάσεις σε αυτά! Σύµφωνα µε το συνοδευτικό κείµενο του ερωτηµατολογίου «Ίσως χρειαστεί να µετρήσουµε το βάρος, το ύψος…(εννοεί του παιδιού)…Γι’ αυτό το λόγο παρακαλούµε να συµπληρώσετε την ανώνυµη σελίδα δίνοντας τη συγκατάθεσή σας. Τα αποτελέσµατα των εξετάσεων θα σας σταλούν ταχυδροµικά.» Πώς γίνεται να δώσει κάποιος συγκατάθεση για κάτι δίχως να αναφέρει το όνοµά του, – αφού ήταν ανώνυµη σελίδα-, και τελικά να πάρει τα αποτελέσµατα του παιδιού του µέσω ταχυδροµείου διατηρώντας την ανωνυµία του; Για την ιστορία, το ερωτηµατολόγιο το συµπλήρωσαν 10.176 παιδιά από τα αρχικώς 11.053. Όσα από αυτά αγνόησαν την όλη διαδικασία ελάχιστο καιρό µετά έλαβαν µια δεύτερη επιστολή, µε την οποία οι υπεύθυνοι της έρευνας απαιτούσαν τη συµµετοχή όλων όσων είχαν κληθεί να τα συµπληρώσουν, η οποία έπρεπε να είναι άµεση. Μέχρι σήµερα, τα αποτελέσµατα της έρευνας δεν έχουν έρθει στο φως. Εφόσον δεν υπάρχει κάποιο µυστικό πίσω από την έρευνα, γιατί να µη µάθουµε τα αποτελέσµατά της;]

-[Αυτό που μου λες δηλαδή είναι πως στην Ελλάδα μπορεί να έχουν γεννηθεί παιδιά που μπορεί να είναι Ίντιγκο όπως και όλα τα υπόλοιπα που γεννήθηκαν στον πλανήτη αλλά και συγχρόνως παιδιά του Αύγουστου το 1982!]

 

-[Από πολλούς τα παιδιά του Απρίλη έχουν χαρακτηριστεί ως τα ‘µπλε παιδιά’, λόγω της αύρας που εκπέµπει το σώµα τους και η οποία είναι διαφορετική από των άλλων ανθρώπων.

Στην αύρα των παιδιών του ’83 υποτίθεται πως κυριαρχεί ένα µπλε χρώµα, κάτι το οποίο είναι απόρροια της έκθεσής τους στην αστρική ενέργεια που προσέλαβαν ως έµβρυα κατά τον Αύγουστο του 1982. Αν πράγµατι λοιπόν µιλάµε για τέτοιου είδους παιδιά, τότε εξηγούνται τα αµφιλεγόµενα ερωτήµατα στα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν.  

Δεν ξέρω, αλλά ξαφνικά ο ‘σαλεμένος’ ερευνητής και ο βουλευτής μου φαίνονται όλο και λιγότερο ‘γραφικοί’…

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γεννήθηκε ένας σημαντικός αριθμός που σήμερα είναι οι Ίντιγκο ενήλικες. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έρχεται στη γη ένα μεγαλύτερο κύμα παιδιών Ίντιγκο που είναι εκ φύσεως πιο έξυπνα, πιο ευαίσθητα, πιο διορατικά και πιο δημιουργικά που με ευκολία έχουν πρόσβαση στο αριστερό και στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου τους, κάτι που τα καθιστά χαρισματικά στην καλλιτεχνία, την τεχνολογία και την περιπέτεια. Έχουμε δηλαδή, μια ολόκληρη γενιά Ίντιγκο που μετά το 2020 θα είναι λίγο πιο πάνω από σαράντα ετών και που πρόκειται να πάρουν τη θέση τους ως αρχηγοί κρατών, επιστήμονες, καλλιτέχνες, ή φιλόσοφοι.

Δυνάµεις τηλεκίνησης, τηλεπάθεια, αυξηµένος δείκτης νοηµοσύνης και αντιληπτική ικανότητα για πρόσωπα και καταστάσεις, πέραν του φυσιολογικού. Αυτά τα παιδιά χαρακτηρίζονται ως οι νέοι ηγέτες όχι µόνο του Ελληνικού Έθνους αλλά και της παγκόσµιας τάξης,  που θα διαπρέψουν σε επιφανείς και ισχυρές θέσεις! Αυτός είναι, σύµφωνα πάντα µε τις θεωρίες, ο λόγος που τα παιδιά αυτά παρακολουθούνται από την ενδοµήτρια ζωή τους, από κάποιους που προσπαθούν είτε να τα βγάλουν από τη µέση, είτε να τα προστατεύσουν από όσους θέλουν να τους κάνουν κακό! Το µυστήριο πυκνώνει ακόµη περισσότερο αν δεχθούµε την άποψη ενός ερευνητή ότι µόλις 49 αγόρια και 49 κορίτσια έχουν τις δυνάµεις που αποδίδονται σε σύνολο 11.053 παιδιών που οι μαμάδες τους έμειναν έγκυος τον Αύγουστο του 82.

Πρόσφατα ο αριθμός 49 αγόρια και 49 κορίτσια  θεωρήθηκε εσφαλμένος. Κατά την αναλογία Φιμπονάτσι πρέπει να είναι ζεύγη των 55, δηλαδή έξι ζεύγη δεν είχαν ταυτοποιηθεί, είχαν ξεφύγει, ξεγλιστρήσει από τους ερευνητές και τα διάφορα ερωτηματολόγια. Υπολογίζεται πως αυτά τα δώδεκα άτομα είτε γεννήθηκαν πρόωρα ή δεν γεννήθηκαν καθόλου λόγω αποβολών και ξαναγεννήθηκαν, ή θα ξαναγεννηθούν αλλά πλέον σαν παιδιά Ουράνια Τόξα. Φαντάσου ένα παιδί που στην πρώτη του ‘εμφάνιση’ ήταν παιδί Ίντιγκο και παιδί του 83 και στην δεύτερη παιδί Ουράνιο Τόξο.]

-[Δεν κατάλαβα γιατί κάποιες ομάδες θέλησαν να τα εξοντώσουν. Το να τα χρησιμοποιήσουν λόγω των ικανοτήτων τους είναι κατανοητό, να τα σκοτώσουν όμως;]

-[Υπήρχαν δυο  ‘τάσεις’. Εκείνοι που δεν ήθελαν να προωθήσει ο Ίντιγκο πληθυσμός το Καλό γιατί θα έχαναν εκείνοι δύναμη και χρήμα. Και η ομάδα που πίστευε, -και ακόμα πιστεύει πως ο Αντί-Χριστος είναι ενσαρκωμένος σε ένα άτομο του Ίντιγκο πληθυσμού. Φανατικοί που παντού βλέπουν τον αντιπρόσωπο του κακού στο Σύμπαν και δεν κατανοούν πως Ίντιγκο και κακό είναι δυο αντίθετοι Κόσμοι!

-[Υπάρχουν Άνθρωποι στον Χρόνο σου που να είναι αποδεδειγμένα Ίντιγκο;]

-[Ναι αλλά θα προτιμούσα να σου μιλήσω και για κάποιον Ίντιγκο της εποχής σου που γεννήθηκε το 1935 Ο Δαλάι Λάμα, για παράδειγμα, η επίγεια ενσάρκωση του Βούδα του Ελέους, ο τελευταίος στυλοβάτης του Θιβέτ, ο πνευματικός, σοφός, εξόριστος ηγέτης των Θιβετιανών μοναχών που μετατράπηκε σε οικουμενικό πρέσβη της Ειρήνης.

Έχει διδαχθεί αρχές λογικής, ιατρικής και σανσκριτικά, αλλά και τη βουδιστική φιλοσοφία και τη θιβετιανή τέχνη και πολιτισμό. Αργότερα μυήθηκε στον βουδιστικό μοναχισμό και τη μεταφυσική, και συνέχισε τη μαθητεία στην αυστηρή λογική και την επιστημολογία.

Ως ενσάρκωση του ελεήμονος Βούδα, ο θιβετιανός ηγέτης πέρασε τη ζωή του ταγμένος στην αγαθοεργία και την αγάπη στον συνάνθρωπο. Έχει συγγράψει αναρίθμητα βιβλία και έχει δώσει επίσης αμέτρητες διαλέξεις στα μήκη και τα πλάτη της Γης καλώντας για παγκόσμια ειρήνη, αγάπη στον πλησίον και, πρόσφατα, περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Σου φαίνεται μια τέτοια Ύπαρξη να ανήκει στην ίδια ομάδα με το Κακό σαν έννοια και δύναμη;]

-[Τελικά τι είναι οι Ίντιγκο, -αν υπάρχουν;]

-[Δεν έχω αμφιβολία πως υπάρχουν! Η εξάχρονη κόρη μου είναι παιδί Ουράνιο Τόξο και ο άνδρας μου παιδί πρώιμο Κρύσταλλο. Εγώ, -μην με ρωτήσεις-, είμαι τενεκές ξεγάνωτος! Το μάθαμε επίσημα την πρώτη βδομάδα που την πήγαμε στο νηπιαγωγείο, αλλά το ξέραμε από τότε που ήταν μωρό. Τα παιδιά των άστρων, τα Ουράνιου Τόξου παιδιά, έχουν επιλέξει συγκεκριμένους γονείς που θα τα βοηθήσουν να αναπτύξουν τις φυσικές τους δυνατότητες. Έβλεπα την κόρη μου, μια χαρισματική Ψυχή, ένα διαφορετικό παιδί, ένα παιδί που είχε επιλέξει εμένα για να το βοηθήσετε να βοηθήσει τους άλλους στο πνευματικό τους μονοπάτι να ανθίζει ώρα με την ώρα. Ένιωθα τόσο τυχερή σαν επιλεγμένη γονιός μιας από εκείνες τις τόσο χαρισματικές ψυχές που ήρθαν για να βοηθήσουν αυτή τη Γη! Αυτό είναι οι Ίντιγκο: η Εξέλιξη σε κάτι καλύτερο γιατί είχαμε ‘πιάσει πάτο’ και το Συμπονετικό Σύμπαν μας χάρισε άλλη μια ευκαιρία. Οι Ίντιγκο φέρνουν δώρο την Καλοσύνη και την Επανένωση του Ανθρώπου με τον πλανήτη. Οι Ίντιγκο δεν είναι ούτε θρησκεία, ούτε φιλοσοφία, είναι τρόπος ζωής, είναι δώρο του Σύμπαντος που μας συγχωρεί και μας διδάσκει Συγχώρεση και Αγάπη μέσα από ταλαντώσεις και συχνότητες…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   λ. Padova, Παρασκευή 23/11/1979

  1. xi. Εφιάλτες

Με τραβούσε από το μπράτσο κι εγώ ούρλιαζα «όχι, όχι, φοβάμαι». Με τραβούσε με χέρια βρώμικα, χέρια με κάλους, χέρια που μύριζαν, όλος μύριζε άσχημα, μύριζε αλκοόλ, φτηνό αλκοόλ με γλυκάνισο. Με τραβούσε και απ το φως με έσερνε σε σκοτάδια, φοβάμαι, φοβάμαι, άσε με σε φοβάμαι, δεν σ’ αγαπώ καθόλου πια!

-Κοίτα με, όταν σου μιλώ να με κοιτάς!

-Σε φοβάμαι μπαμπά!

Έσκυψε μπροστά μου και με άρπαξε από τα δυο μπράτσα. Θεέ μου πόσος πόνος, με έσφιγγε πάνω σε μελανιές που μου είχε κάνει μερικές μέρες πριν, λες και το έκανε επίτηδες.

-Κοίτα με, όταν σου μιλώ θα με κοιτάς!

-Δεν θέλω σε φοβάμαι, φοβάμαι όταν είσαι έτσι!

-Άσε την αδελφή μου ήσυχη, πάρε τα χέρια σου από πάνω της!

-Μπαμπά άστη την μικρή, θα ρθω εγώ! Πάμε μέσα μπαμπά.

Συνέχισε να με τραβάει στο σκοτάδι κι εγώ να ουρλιάζω, να ουρλιάζω μέχρι που ξύπνησα.

Απόλυτος Τρόμος. Ο πατέρας μου, ήταν το σκοτάδι, το σκοτάδι, ο απόλυτος τρόμος ήταν ο πατέρας μου…

Κι όμως, όσες φορές κι αν είχα κάνει την ζωή του Χριστόφορου ‘πατίνι’ ποτέ δεν με είχε μαλώσει, ποτέ δεν τον φοβήθηκα. Ένα ήταν σίγουρο, ο πατέρας μου δεν με είχε πονέσει ποτέ σωματικά. Ναι, ήταν φορές που ήθελα να ήταν παρών σαν φυσική παρουσία στα δύσκολα, κι επειδή δεν ήταν πλήγωσε τα αισθήματά μου, αλλά έφταιγε ο κακός κώδικας επικοινωνίας που είχαμε. Όμως το καλοκαίρι που μας πέρασε έριξε βάλσαμο στις πληγές μου και άρχισα ‘να βλέπω με δυο μάτια’ όπως μου έμαθε ο Χριστόφορος.

Ήταν τέλη Ιούλη και στο σπίτι υπήρχε μια αναστάτωση χωρίς προφανή λόγο αν και τον λόγο τον ξέραμε όλοι. Σε δυο τρεις βδομάδες έπρεπε να φύγω και πάλι και θα τους έλειπα και θα μου έλειπαν.

Δεν ξέρω τι κακό είχα κάνει, -γιατί δεν μπορεί, για να με αποδεχτεί ο Γιάννης κάτι στραβό θα είχα κάνει-, και ένα απόγευμα που με βρήκε μόνη και απροστάτευτη στην πίσω αυλή να τραγουδάω με τα τζιτζίκια χαϊδεύοντας μια γάτα του σπιτιού με πλησίασε με περίεργες διαθέσεις.

-Γεια σου ομορφούλι…

-Γεια σου και σένα…

-Σου έφερα παγωτό.

Ακούμπησε δυο τροφαντά μπολ με παγωτό καϊμάκι και παρφέ στο τραπέζι της αυλής πάνω στο αχνοκίτρινο πλαστικό τραπεζομάντηλο. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί μου και παίρνοντας ένα απ τα δυο κουτάλια με το λεπτό μακρύ ‘χέρι’ έβγαλε από το μπολ μια κουταλιά απ το παγωτό του.

-Μην το κοιτάς, μην το φοβάσαι, δεν θα σε φάει, είναι ‘πλασμένο’ για να το φας εσύ, με παρότρυνε κοιτώντας το δικό μου παγωτό.

-Είναι πλασμένο να μου κάτσει τον πισινό και να περπατάω σαν την ‘χοντρή του Θησαυρού’!

Η γάτα ανέβηκε όλο αναίδεια απ την αγκαλιά μου στο τραπέζι και κατευθύνθηκε προς το μπολ μου. Οι γάτες δεν είναι τα χαζά πλάσματα που όλοι πιστεύουμε και σίγουρα δεν την ένοιαζε καθόλου αν έπαιρνε η περιφέρειά της λιπάκια και σωσιβιάκια. Στο κάτω-κάτω της γραφής ποιος θα κάτσει να ασχοληθεί με μια γάτα που δεν είναι σε μέγεθος ‘σλιμ’;

-Του όρμηξε η χοντρή του σπιτιού, σιγά μην δεν πρόφταινε!

-Δεν είναι χοντρή, έχει πιο πλούσιο τρίχωμα…

Η γάτα με το που δεν την μάλωσε κανείς πήρε πιο πολλά θάρρητα και έχωσε μια γενναία γλυψιά στο παγωτό μου. Με την γλώσσα μετέωρη και έτοιμη να πάρει άλλη μια δόση ευδαιμονίας κοίταξε στα μάτια τον αδελφό μου για να κόψει διαθέσεις ξέροντας ήδη πως από μένα είχε το ελεύθερο.

-Και δεν το τρως όλο; Εσύ θα πάθεις ζάχαρο! της απάντησε μιμούμενός την, σουφρώνοντας την μύτη του και γλύφοντας τα χείλη του.

Έχωσε την μούρη της στο παγωτό και άρπαξε μια γερή δαγκωνιά. Και ξαφνικά ο εγκέφαλός της ‘κοκάλωσε’. Όποιος δεν είναι τόσο λιχούδης και λαίμαργος που να δαγκώσει και να καταπιεί κάτι πολύ παγωμένο, δεν έχει γνωρίσει την αίσθηση του πόσο πολύ άσχημα μπορεί να καταψυχθεί και κακοποιηθεί βάναυσα ο εγκέφαλός του από ένα παγωμένο χέρι που τον αγκάλιασε απότομα και τον έσφιξε μέχρι θανάτου. Έμεινε ακούνητη με την μουσούδα ακόμα μέσα στο παγωτό και δεν ξέρω αν ήθελε να φωνάξει ‘βοήθεια’ αλλά δεν την βοηθούσε ούτε ο παγωμένος της εγκέφαλος ούτε η προφανής και αδιαμφισβήτητη έλλειψη ικανότητας να μιλήσει την ανθρώπινη γλώσσα. Κι ύστερα ο εγκέφαλος επανήλθε και έδωσε σήμα: ‘γλύφουμε, δεν δαγκώνουμε’, κι αυτή η νέα γνώση έσωσε την τροφαντή μας γατούλα από επί πλέον πονοκεφάλους κυριολεκτικούς και μεταφορικούς!

-Τελικά δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί με τον Νίκο τα πάτε τόσο καλά και εμένα με έχεις για τον απόπατο ρε Δάφνη…

-Ορίστε;

Άλλο κι ετούτο πάλι! Ο Γιάννης μου έκανε ζήλειες σαν παραπετάμενο αδέλφι! Ή μήπως είχε στο μυαλό του κάτι διαβολικό να με κάνει να ζω με εφιάλτες για ποιος ξέρει πόσο καιρό πάλι…  Καλά, πλησίαζε τα τριάντα και πάλι μ’ εμένα τα έβαζε γκοτζάμ γάιδαρος;

-Τέλος πάντων, σηκώθηκε να φύγει χωρίς να με κοιτάει, αν πάντως χρειαστείς ποτέ κάποιον δίπλα σου να ξέρεις πως είμαι εδώ.

-Ναι, θα χρειαστώ να λιμάρω τα δρακουλοδόντια μου, μην ξεχάσεις να μου φέρεις μια λίμα απ το περίπτερο γυρνώντας το βράδυ!

-Ε; Τι εννοείς;

-Εννοώ πως πάντα μου έκανες την ζωή δύσκολη και τώρα θυμήθηκες να μου σταθείς αν σε χρειαστώ;

-Σου έκανα την ζωή δύσκολη; Εγώ; Πότε;

-Θυμάσαι όταν σε ρώτησα τι σήμαινε το Δρ. μπροστά απ το επίθετο του μπαμπά; Θυμάσαι τι είχες πει;

-Φυσικά! Είχα πει ‘δράκουλας’, αυτό που είχε πει και σ’ εμένα όταν είχα ρωτήσει ο Νίκος! Και το είχες χειριστεί καλά, κάνα δυο μέρες άυπνη έμεινες και το ξεπέρασες! Εγώ κατουριόμουν τα βράδια μέχρι την πέμπτη δημοτικού!

-Σου το έκανε κι εσένα ο Νίκος;

-Φυσικά! Κάτι τέτοια μόνο ο Νίκος τα σκεφτόταν! Όταν σε έφερε η μαμά απ το νοσοκομείο που σε γέννησε το πρώτο που μου είπε ήταν «Τσίφτη μου τυχερός είσαι, οχτώ χρόνια μικρότερο σκατό και κορίτσι! Θα ρίξουμε χοντρά γέλια, άντε, σούφεξε!»

-Και όταν έβαζα μουσική ούρλιαζες και χτυπούσες τις πόρτες!

-Δάφνη, εσύ δεν έβαζες μουσική! Εσύ δοκίμαζες την ανθεκτικότητα του οικοδομήματος και του περιβάλλοντος χώρου. Κι εγώ ετοιμαζόμουν να δώσω για το πανεπιστήμιο και είχα έναν όχλο να με κυνηγάει: «Ο Νίκος πέρασε Ιατρική με την πρώτη και από τους πρώτους, να δούμε εσύ τι θα κάνεις νεαρέ!» Μετά στο πανεπιστήμιο το ίδιο βιολί: «Ο αδελφός σου πήρε όλα τα μαθήματα του πρώτου έτους με άριστα, εσύ τι κάνεις;» Κι είχα κι εσένα που είχες βρει το κουμπί μας και μας έκανες ότι ήθελες! Ο μπαμπάς; Τρελός και παλαβός με την Φημονόη του! Η μαμά; Ερωτευμένη με την κόρη της, την Δάφνη της! Ο Νίκος; Θανάσιμα λαβωμένος στην καρδιά απ την μικρή του πριγκηπέσα! Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας; Αχ το μωρό μας το λατρεμένο, ωχ η μοναχοκόρη.

-Άσε μας ρε Γιάννη, κάθε καλοκαίρι με πετάγατε εσώκλειστο στα Κολλέγια στο Λονδίνο! Με παρκάρατε στην Αγγλία γιατί σας έπιανα πολύ χώρο και κατανάλωνα χρόνο απ την ζωή σας!

-Εσύ ζήτησες, -τι λέω, απαιτούσες-, να φεύγεις τα καλοκαίρια. «Εγώ θέλω να σπουδάσω Αγγλική φιλολογία και Θέατρο!» θυμάσαι; ήσουν ακόμα πέμπτη δημοτικού, -είχες βάλει και τα δυο χέρια στην μέση όπως η γιαγιά Αιμιλία όταν την πιάνουν τα ‘αριστοκρατικά της’ και μας είπες την απόφασή σου-, ούτε την άδεια να επικροτήσουμε ή να διαφωνήσουμε δεν μας έδωσες! Αγγλική φιλολογία ήθελε η πριγκηπέσα, ας της προετοιμάσουμε το μέλλον να ξέρει την γλώσσα και την κουλτούρα από πρώτο χέρι. Οι επιθυμίες σου διαταγές μας! Εσύ έβαλες τα χεράκια σου και έβγαλες τα ματάκια σου!

-Αχαχά, το θυμάμαι αυτό, ένα τόσο δα σκατούλι και ήδη μας έδινε διαταγές! Εσύ μπαμπά αυτό, εσύ μαμά εκείνο, ο Νίκος εκεί ο Γιάννης δίπλα! Και μην θυμώσω, ε; Θα σας κάνω τον βίο αβίωτο!

Ο Νίκος μόλις είχε βγει στην αυλή κρατώντας ένα ποτήρι φραπέ που έβλεπες μέσα του τα παγάκια να λιώνουν με αγαλλίαση!

-Γιατί τσακωνόμαστε αυτή την φορά;

-Ο Γιάννης λέει πως εσύ ξεκίνησες να λες πως είμαστε από δρακούλο-σόι!

-Ψέματα!…

-Το ήξερα πως ήταν ψέματα! Ακόμα και τώρα, γέρος άνθρωπος, και μια αλήθεια δεν θα πει!

-…Ο μπαμπάς το ξεκίνησε! Με άρπαζε και με δάγκωνε όπου έβρισκε, κι όταν ρωτούσα «γιατί;» μου έλεγε πως έπρεπε να βλέπω και να μαθαίνω γιατί κάποτε θα το έκανα κι εγώ. Φαντάζομαι πως εννοούσε πως μου έδινε μαθήματα πατρότητας και πως παίζουν πατέρας και γιός.  

Δαγκωνόμασταν και ουρλιάζαμε: «Το μικρό δρακουλίνι μόλις έφερε ένα θανατηφόρο δαγκωματάκι στο μεγάλο δρακουλίνι!» ή «ο Αρχιδράκουλας-μπαμπάς μόλις έπληξε με τις δοντάρες του το δεξί μπουτάκι του μικρού δρακουλίνου-Νικολίνου» κι άλλα τέτοια χαριτωμένα. Μετά γεννήθηκες εσύ Γιάννη, και μια μέρα, -μαμά και γιαγιά-, σε βρήκαν με  μελανιές… «-Τι έκανες Νίκο στο μωρό μας;» «-Το δρακουλίνιασα μαμά!» Έφαγα ένα σκατόξυλο, αξέχαστο θα μου μείνει! Και μετά ήρθαν τα χειρότερα. Γύρισε ο Χριστόφορος από Αθήνα, -τότε πρέπει να ήταν λέκτορας ακόμα-, και τον περιέλαβε η μάνα μας. Τον στρίμωξε η κόρη της παλαβής της γιαγιάς-Ρεζά σε μια γωνιά και την άκουσε η πόλη όλη!

Γελούσαμε καθισμένοι γύρω απ το τραπέζι το ξύλινο της αυλής που είχε φτιάξει ο παππούς ο Γιάννης για να καθόμαστε τα μεσημέρια του καλοκαιριού και να τρώμε καρπούζι και φέτα και τυρί ή παγωτό: μια μπάλα παρφέ και μια καϊμάκι με μύγδαλα πάνω του, -για να μην είναι φαλακρό το παγωτό καλέ-, όπως έλεγε η γιαγιά η Αιμιλία, και σιρόπι βύσσινο να τρέχει πάνω τους και να λεκιάζει το πιάτο παγωτού με το λεπτό γαλάζιο λουλουδάκι μπορντούρα.

-Και να φανταστείς ο Γιάννης σου είχε αδυναμία πιο πολύ απ όλους μας, του ξέφυγε του Νίκου σε μια στιγμή.

-Ναι σιγά!

-Αυτό είναι γνωστό τοις πάσι! μιμήθηκε ο Νίκος τον μπαμπά όταν ήθελε να δείξει πως το θέμα δεν σήκωνε αμφισβήτηση!

-Αλήθεια είναι, έκανε ο Γιάννης ντροπαλά, κι εσύ είκοσι χρόνια τώρα μου βγάζεις το λάδι.

-Μα είμαι μόνο δεκαεννιά ρε ψεύτη!

-Απ την κοιλιά της μαμάς!

Μας φάνηκε τόσο αστείο ένα έμβρυο να έχει ‘βάλει στο μάτι τον αδελφό του’ που βάλαμε όλοι τα γέλια. Γέλια χαρούμενα και δυνατά που τα διέκοψε μια αυστηρή φωνή που ερχόταν από την ‘Σπηλιά του Δράκου’ από τον πάνω όροφο του σπιτιού μας.

-Υπάρχει και κόσμος που διαβάζει εδώ πάνω αντί να χασκογελάει. Μην κατέβω κάτω…

Και μετά η φωνή άλλαζε και γινόταν περιπαικτική.

-…Και φάω όλο το παγωτό που υπάρχει στο ψυγείο! Για να δω εγώ ένα καλό κοριτσάκι να μου ετοιμάσει ένα πιάτο με καρπούζι και φέτα και να κατέβω να κάνω παρέα στα κακά παιδάκια που γελάνε!

-Κοιμάμαι, θα πάψετε επί τέλους όλοι οι διαβόλοι της ζωής μου; ακούστηκε η φωνή της μαμάς απ την ‘κρεβατοκάμαρα των γέρων’.

Δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσουμε να κοιμηθεί, ήδη άκουγες χαζό-γελάκια απ την αυλή και το γραφείο του μπαμπά. Κατέβασα ένα μπολ από τα μεγάλα, για μπόλικες μπάλες παγωτού για τον μπαμπά, έβγαλα παγωτό καιμάκι και παγωτό παρφέ απ την κατάψυξη, και έφερα κοντά μου το βαζάκι με το βύσσινο γλυκό που είχε φτιάξει η γιαγιά Δάφνη.

-Έτοιμο το παγωτό, φώναξα κι η φωνή μου ακούστηκε καμπάνα σ’ όλο το σπίτι έτσι όπως φώναζε η οικιακή βοηθός μας η κυρία Ιωάννα που αυτόν τον καιρό έκανε διακοπές στα λουτρά και μας είχε αφήσει ‘στα κρύα του λουτρού’!

Μετά κατέβασα το αγαπημένο ποτήρι της μαμάς και το γέμισα με παγάκια. Παγωμένο νερό απ το γυάλινο μπουκάλι στο ψυγείο, νες και ζάχαρη και ηλεκτρικό αναδευτηράκι  μέχρι να γίνει ο μείγμα σαν κρέμα.

-Μαμάααα, φώναξα, τον καφέ σου με γάλα ή χωρίς;

Πνιχτά γέλια και πάλι, και η απελπισμένη απάντηση της μαμάς:

-Χωρίς, και θα τα πούμε το βράδυ, μαζί θα ξενυχτήσουμε εγγονή της Αιμιλίας!

Όσες φορές κι αν είχα κάνει την ζωή του Χριστόφορου ‘πατίνι’ ποτέ δεν με είχε μαλώσει, ποτέ δεν τον φοβήθηκα, ο πατέρας μου δεν με είχε πονέσει ποτέ σωματικά όμως εγώ πετάχτηκα απ τον ύπνο μου ουρλιάζοντας γιατί κάποιος πατέρας ετοιμαζόταν να μου κάνει κάτι πολύ κακό. Ο ‘πατέρας’, κάποιος σκοτεινός πατέρας που σίγουρα ήταν πλάσμα του εφιάλτη μου κι όχι ο δικός μου, εξακολουθούσε να με τραβά σε σκοτεινά μονοπάτια ακόμα και τα πρώτα δευτερόλεπτα που είχα ξυπνήσει.

-[Δεν είναι δικός σου εφιάλτης, είναι δικός μου…]

Τις τελευταίες μέρες η ‘φωνή’ της, οι σκέψεις της δεν ανταποκρίνονταν με τόση ‘σπιρτάδα’ και άμεσα.

-[Εφιάλτης; μα εσύ δεν κοιμάσαι ποτέ!]

-[Κουράζομαι εύκολα και όταν κοιμάσαι εσύ, εγώ  ‘χάνομαι μέσα στο παρελθόν μου’, νομίζω πως είναι ένα είδος κατάστασης λήθης.]

-[Αυτός ήταν δικό σου εφιάλτης; Ο μπαμπάς σου σε έδερνε;]

-[Δάφνη τα είπαμε και τα ξαναείπαμε αυτά! Την δική μου οικογένεια δεν την αγγίζουμε, δεν ανοίγουμε πληγές, εντάξει;]

-[Όχι, δεν είναι καθόλου εντάξει! Οι γονείς σου είναι η τελευταία σου ελπίδα. Αν τους συναντήσω στο μέλλον, αν εξηγήσω στην μητέρα σου…]

-[…Θα πεθάνει μια ώρα νωρίτερα από ντροπή και ενοχές!]

-[Που παντρεύτηκε τον μπαμπά σου; Εν τάξει μπορεί σε ένα Σύμπαν να μην ήταν και τόσο καλός πατέρας από κάποια λάθος σχάση! Αυτό δεν σημαίνει…]

-[Ο πατέρας μου ήταν ένα τέρας, σε όλα τα Σύμπαντα ήταν ένα τέρας, σε παρελθοντικά Σύμπαντα ήταν ένα τέρας και πίστεψέ με, και  σε μελλοντικά τέρας θα είναι! Αν θέλεις να κάνεις κάτι καλό για μένα βρες τον και σκότωσέ τον πριν συναντήσει την μάνα μου!]

-[Μα έτσι δεν θα γεννιόσουν εσύ. Ούτε τ’ αδέλφια σου…]

-[Καλύτερα, καλύτερα να μην γεννιόμασταν ποτέ. Ίσως είχε δίκιο τελικά ο Many. Εμείς οι δυο δεν έπρεπε να επιβιώσουμε, έπρεπε να είχαμε πηδήσει κι εμείς στον ακάλυπτο τότε… Όσους αγαπήσαμε πέθαναν, είμαστε το Σπέρμα του Διαβόλου, ότι καλό τριγύρω μας το καταστρέφουμε, του απομυζούμε την ζωή για να επιβιώσουμε εμείς τα δυο βδελύγματα! Μείναμε δυο, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό για να κάνουμε οικογένειες και παιδιά και να γεμίσουμε τον κόσμο με γενιές πλασμάτων σαν εμάς! Παιδιά της ντροπής, παιδιά του Διαβόλου! Ευτυχώς το Συμπαντικό Καλό μας πήρε τους απογόνους μας, τελικά υπάρχει ο Θεός του Καλού!]

-[Δήμητρα, περνάς κρίση, δεν είναι έτσι, δεν μπορεί να είναι έτσι! Δεν φταις εσύ κι ο αδελφός σου για τα λάθη των γονιών σου…]

-[Δεν ξέρεις, εσύ δεν ξέρεις, κι ούτε μπορείς να φανταστείς.]

Η φωνή της ακούγεται εξασθενημένη και σιγά-σιγά χάνεται σε κάτι που ήταν σαν ύπνος βαρύς, σαν ρόγχος… Κι ύστερα  χάθηκε τελείως κι ένιωσα κάτι μέσα μου να κοιμάται και να χάνεται σε επικίνδυνα σκοτάδια…

Δίπλα μου το ξυπνητήρι. Να μην το κοιτάξω, να μην το κοιτάξω, αν το κοιτάξω θα δω την ώρα και θα ξυπνήσω για τα καλά. Έλα Δαφνούλα, γύρνα απ την άλλη και κλείσε τα ματάκια να ρίξεις άλλον ένα υπνάκο μέχρι τις εφτά, νορμάλ ώρα που ξυπνάει όλος ο κόσμος. Το χιόνι έλιωσε, στις ειδήσεις είπαν πως θα είναι μια ηλιόλουστη μέρα, προχτές παρέλαβες επιταγή και εισιτήρια επιστροφής για τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές απ την μαμά και τον μπαμπά. Ο Νίκος σου έστειλε πεντακόσια κολλαριστά δολαριάκια μέσα στο δίπατο κουτί με τους κουραμπιέδες κι ο Γιάννης άλλα τριακόσια σε άλλο κουτί με άλλο λεωφορείο. Μόλις ξυπνήσεις και πιείς καφέ θα ετοιμαστείς για την τελευταία μέρα μαθημάτων της εβδομάδας. Μετά θα ρθει ο Άτλαντας απ την σχολή σου και θα ξεκινήσει το πανηγύρι. Δώρα για την μαμά, δώρα για τον μπαμπά, δώρα για τ’ αδέλφια, δώρα για τους παππούδες, δώρα για τις γιαγιάδες, δώρα για την κυρία Ιωάννα, κάτι φορεματάκια και μποτίτσες ασορτί για σένα, εκείνο το παντελόνι το γκρι το κολλητό με την μπλε, φαρδιά, ντεγκραντέ από απαλό βαμβάκι μπλούζα με κασκόλ αντί για γιακά, μμμ μούρλια, μέχρι τελικής πτώσης θα ψωνίζω τις επόμενες δυο μέρες. Και φυσικά κάποιο δωράκι στις ορδές των αδελφών του Άτλαντα, στον μπαμπά του, την Κορίνα μας και τέλος στην μαμά του. Κι για τον Άτλαντα; Τι δώρο θα του αγόραζα; Κάτι μέσα απ την καρδιά μου για κάποιον που αγαπώ αλλά δεν πρέπει να καταλάβει τι είδους αγάπη νιώθω;

Μην κοιτάς το ξυπνητήρι Δάφνη, μην το κοιτάς, θα σηκωθείς αν το κοιτάξεις και δεις πως πέρασε από πέντε… Στο είπα ρε Δάφνη να μην κοιτάξεις, για το Δαφνί είσαι, τελικά, το κοίταξες, δεν άντεξες!

Πεντέμισι τα χαράματα, κλείνω το ‘αλάρμ’ δεν χρειάζεται να χτυπήσει, αυτό ήταν, ξύπνησα, σηκώθηκα, αχ βρε Δήμητρα τι μου κάνεις. Καφές ή μπάνιο, καφές ή μπάνιο, καφές ή μπάνιο; Άσε, πρώτα καφές, ανάβουμε θερμοσίφωνο εν τω μεταξύ. Ανοίγουμε πρώτα παράθυρα και μπαλκονόπορτα να καθαρίσει ο αέρας και να μπουν οι μυρουδιές μιας ανοιξιάτικης μέρας στο καταχείμωνο… Στρώνω το κρεβάτι μου αφού τινάξω απ το παράθυρο τις κουβέρτες μου μια-μια. Νιώθω ενοχές, κατάντησα σχεδόν ψυχαναγκαστική, αλλά δεν σταματάω με τίποτα αν δεν γίνει το υπνοδωμάτιο λες και βγήκε από κλίβανο. Έχω από μέρες πετάξει σεντόνια, μαξιλάρια και κουβέρτες που είχε αγγίξει ή κοιμηθεί ο Raimondo-Alessandro, ακόμα και στρώμα αγόρασα καινούριο. Το δωμάτιό μου έχει ‘εξαγνιστεί’ όπως και τα στρωσίδια μου, όπως κι η ζωή μου…

Τελικά έκανα πρώτα μπάνιο και κατέληξα σχεδόν να τρέμω πηγαίνοντας στην κουζίνα. Ελληνικό καφέ ή σοκολάτα; Σοκολάτα ή κακάο; Καταλήγω στον Ελληνικό, μου λείπει η Ελλάδα και ανοίγω ένα καινούριο σακουλάκι Λουμίδη. Η μυρωδιά με χτυπάει στην μύτη. Χώνω την μούρη μου μέσα στο σακουλάκι και τραβάω ‘τζούρες’, πωπώ αυτό είναι καφές!  Φτιάχνω κούπα καφέ Λουμίδη διαστάσεων πισίνας Ολυμπιακών Αγώνων και ψάχνω αν έμεινε έστω και ένα κομμάτι κέικ που μου είχε στην κούτα-δώρο που μου έστειλε η μαμά. Πρέπει να αρχίσω μια διαιτούλα δεν γίνεται σε κάθε γεύμα να τρώω τον αγλέορα και όταν πίνω καφέ η τσάι να μην αφήνω ψίχουλο από κέικ ή κουλουράκια. Αλλά σκασίλα μου εδώ που τα λέμε, έχω πέσει σε ψιλοκατάθλιψη, αυτός που είμαι ερωτευμένη τα έφτιαξε με μια κουκλάρα δίμετρη Ιταλίδα απ την σχολή του.

Εντάξει, λογικό ήταν και αναμενόμενο. Ο Άτλαντας μέσα σε δυο χρόνια έπαψε να είναι ο ‘μικρομεσαίος και προβληματικός’ φιλαράκος μου που θύμιζε κλαράκι που ο καθ’ ένας μπορούσε να σπάσει. Είχε μετατραπεί σε έναν ωραίο, μοντέρνο, νεαρό άνδρα με χιούμορ που όλες οι κοπέλες πάλευαν να τραβήξουν την προσοχή του. Η Maria απ την άλλη ήταν αυτό που τα αγόρια της ηλικίας μου ήθελαν να έχουν δίπλα και στο κρεβάτι τους.

Τους είχα δει απ το μπαλκόνι μου την προηγούμενη βδομάδα να έρχονται χέρι-χέρι, εκείνος κρατώντας την ομπρέλα που σκέπαζε και τους δυο απ το ψιλόβροχο. Ήταν ακόμα απόγευμα αλλά μόλις θα έπεφτε ο ήλιος και η θερμοκρασία κάτω απ το μηδέν, η βροχή θα γυρνούσε σε χιόνι. Σταμάτησαν και ο Άτλαντας άρχισε να ψάχνει την τσάντα του, μάλλον για τα κλειδιά του. Τους άκουσαν να γελούν κι ύστερα πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε στο στόμα. Μπήκα βιαστικά στην κουζίνα και έκλεισα αθόρυβα την μπαλκονόπορτα. Άναψα το ράδιο δυνατά και έβαλα τα κλάματα.

-[Έλα ρε Δάφνη, δεν σημαίνει πως είναι η γυναίκα της ζωής του. Σ’ αυτή την ηλικία λογικό δεν είναι να δημιουργεί σχέσεις κάθε τόσο;]

-[Είναι ξεκάθαρο πως δεν είμαι εγώ η γυναίκα της ζωής του…]

-[Όχι, δεν είναι αλήθεια, είσαστε ακόμα παιδιά και πειραματίζεστε…]

-[Δεν θέλω να το συζητήσουμε άλλο… Δεν θέλω να το σκέφτομαι άλλο…]

Μου την σύστησε όταν συναντηθήκαμε στην βιβλιοθήκη, δυο μέρες αργότερα.

-Αυτή είναι η Maria, είμαστε στο ίδιο τμήμα και στην ίδια ομάδα στο εργαστήριο. Κι από δω η Δάφνη, η κολλητή μου φίλη.

-Όμως εγώ θα γίνω πιο κολλητή σου και πιο φίλη σου, ε;

-Ο χρόνος θα το δείξει…

-Σκοπεύω να τον βοηθήσω όσο πιο πολύ γίνεται αυτόν τον ‘χρόνο’ αγάπη μου!

Κι έτσι έπαψα τα σούρτα-φέρτα όποτε ήθελα στο διαμέρισμα του Άτλαντα και πήγαινα μόνο όταν μου το ζητούσε εκείνος.

-Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η τύπισσα που μας έφερε ο Άτλαντας, παραπονέθηκε η Daria.

-Δεν μας πέφτει λόγος απ την στιγμή που αρέσει σ’ εκείνον…

-Εσένα σου πέφτει πάντως…

-Μπα και γιατί; Από πότε μου ανήκει και δεν το ήξερα;

-Από πάντα. Ήταν πάντα τόσο ξεκάθαρο, ειδικά όλον αυτό τον καιρό που ήσουν με τον άχρηστο τον Raimondo… Τον μισούσα αυτόν τον γελοίο, μωρό μου. Τον μισούσα γιατί σε εκμεταλλεύτηκε άσχημα. Ένα βράδυ τον άκουσα που ήρθε και σε απειλούσε. Φεύγοντας βγήκα εγώ και μερικά κορίτσια και τον περιμέναμε στο αμάξι του την ώρα που ετοιμάστηκε να μπει. Δεν το χάρηκε καθόλου, πίστεψέ με.  Όχι, δεν τον χτυπήσαμε, μην είσαι χαζή. Του είπαμε πως τάχα θα μιλήσουμε στον πεθερό του για τις συχνές επισκέψεις που μας κάνει, -και μας ‘φεσώνει’ κι από πάνω-, και για τα ανώμαλα που ζητάει να του κάνουμε! «Χριστέ μου τι βρώμικο αγόρι Conte Franchi μου, θα του πούμε» τον απειλήσαμε! Και λύγισε το χαζόπαιδο, μέχρι που κατουρήθηκε τελικά! Ξέρεις εμάς μπορεί να μας λένε πόρνες όμως έχουμε κώδικες τιμής, κι ένας άνδρας που βασανίζει ένα άλλο πλάσμα πρέπει να τιμωρείται, αυτό λέει ο κώδικάς μας. Ο Άτλαντας όμως, πίστεψέ με, σ’ αγαπάει πραγματικά…

-Γι αυτό τα έφτιαξε με την Maria!

-Μια σχέση από την αρχή με χρόνο περιορισμένο. Εκείνος αγαπάει εσένα, εκείνη αγαπάει τον εξωτικό ξένο, δεν υπάρχει το δέσιμο που υπάρχει ανάμεσά σας. Όταν εσείς οι δυο γίνετε ζευγάρι θα αστράψει ο ουρανός μ’ αστέρια! Εσείς οι δυο είσαστε ηλεκτρισμός, και φως, κι αγάπη, μωρό μου.

-Τα λες για να με παρηγορήσεις…

-Τα λέω γιατί εγώ προβλέπω το μέλλον!

-Αχ, να χαρείς φτάνει, δεν θέλω να ξέρω άλλο μέλλον, χόρτασα από μέλλον!

-Γιατί ποιος σου είπε πως ξέρει πραγματικά τι θα συμβεί στο μέλλον; Αγάπη, δεν πιστεύω να σε παραμυθιάζει καμιά που λέει τα χαρτιά και να σου τρώει τα λεφτά σου;

-[Την πάτησες, τώρα να δω πως θα τα κουκουλώσεις!]

-Σιγά μωρέ, μια συμφοιτήτρια λέει τον καφέ. Βασικά Ελληνίδα είναι που σπουδάζει κι αυτή εδώ. Βρισκόμαστε κάνα-δυο-τρεις πότε στο ένα σπίτι πότε στο άλλο και σαχλαμαρίζουμε…

Κάθομαι στο τραπέζι που είναι μπρος απ την μπαλκονόπορτα με μια κούπα αχνιστό Ελληνικό καφέ να καίει τα χέρια μου. Έχω τα φώτα σβηστά, το πηχτό-μαύρο σκοτάδι το έχει λιγάκι λερώσει κάτι που έρχεται λίγο πριν το πρώτο ξημέρωμα, ένα σημάδι πως σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη έχει ήδη ξημερώσει κι η μέρα έρχεται να δει και τον δικό σου κόσμο… Είναι η ώρα που ανήκει σε μένα και την Δήμητρα. Είναι η ώρα που πάντα θα ανήκει στην Δήμητρα στο μέλλον. Κάθε φορά που θα χρειαστώ να πάρω δύσκολες αποφάσεις στο μέλλον θα κάθομαι μ’ ένα ζεστό καφέ στα χέρια αρκετή ώρα πριν χαράξει και θα συζητώ μαζί της, ή μάλλον με αυτό που άφησε εντός μου όταν έφυγε, -την Σοφία-, και θα βρίσκουμε λύσεις στα προβλήματά μου κι ας μην υπήρχε πια μέσα μου εδώ και χρόνια.

-[Δήμητρα, πρέπει να μιλήσουμε.]

-[Είμαι κουρασμένη, αργότερα, όχι τώρα…]

-[Κάθε φορά είναι και χειρότερα Δήμητρα. Σε νιώθω όλο και πιο πολύ να γλιστράς και να ξεφεύγεις.]

-[Δεν υπάρχει λύση, το ξέρω και το ξέρεις κι εσύ. Τα πάντα ήταν ένα μεγάλο λάθος. Το πείραμα δεν είχε ουσιαστική επιστημονική υποστήριξη, έγινε με υποκείμενα που εμπλέκονται προσωπικά και συναισθηματικά, ο πομπός ταξίδεψε σε λάθος εποχή, χώρο και κατά πάσα πιθανότητα Σύμπαν. Εγώ μέρα με την μέρα χάνω δυνάμεις, χάνομαι σε σκοτάδια, σε παρελθόντα άγνωστα, πέφτω σε λήθη, και μέχρι να ξαναβγώ στην επιφάνεια είναι σαν να κολυμπώ σε λαβύρινθους της αβύσσου και βρίσκω το φως λίγο πριν εκραγούν τα πνευμόνια μου από την έλλειψη οξυγόνου. Κάποια στιγμή δεν θα βρω τον τρόπο να ‘ξυπνήσω’ πάλι μέσα σου και απλά θα χαθώ. Κι επειδή δεν θα βρω την υπόστασή μου να γυρίσω και να προσκολληθώ, θα πεθάνω. Όμως το προσπάθησα, έκανα τα πάντα για να σώσω την οικογένειά μου…]

-[Αρνούμαι να σ’ αφήσω να χαθείς έτσι, χωρίς να το παλέψουμε μαζί!]

-[Μαζί ήμασταν στο μεγάλο ταξίδι σου προς τον αυτοσεβασμό. Δάφνη, όταν ‘ξύπνησα’ μέσα σου ήσουν ένα μπερδεμένο, τρομαγμένο παιδάκι και σήμερα είσαι μια περήφανη νεαρή γυναίκα έτοιμη να αντιμετωπίσει ότι της φέρει το μέλλον. Δεν το παλέψαμε μαζί, η κάθε μια μας πάλεψε να νικήσει τους Δαίμονές της, κι εσύ τους νίκησες!]

-[Εσύ έσκυψες το κεφάλι και ούτε τόλμησες να τους κοιτάξεις κατάματα. Γιατί φοβάσαι τόσο πολύ να συναντήσω τους γονείς σου και να τους μιλήσω; Γιατί φοβάσαι να μπω στον κόσμο σου όταν θα έχεις γεννηθεί;]

-[Δεν φοβάμαι, ντρέπομαι… Ντρέπομαι και φοβάμαι… Κουράστηκα πάλι, άσε με να κολυμπήσω στην λήθη μου για λίγο πάλι, αλλά ξύπνα με… Φώναξε τ’ όνομά μου και θα σ’ ακούσω, την ακούω πάντα την φωνή σου, την ‘πιάνω’ με τα χέρια  της συνείδησής μου και μ’ οδηγεί να διασχίσω τον υγρό λαβύρινθο που βουλιάζω μέσα του όλο και πιο βαθιά σε σκοτάδια που με τρομάζουν…]

-[Έχω κάτι καλύτερο, θα ανάψω το ράδιο κι θ’ ακούς τα τραγούδια που μ’ αρέσουν και να ξέρεις που είμαι και θα μπορείς να με βρεις στους λαβύρινθους που στροβιλίζεσαι!]

Ανοίγω το ράδιο κι ακούμε την βαθιά φωνή του Riccardo Cocciante να τραγουδά το τραγούδι για την Margherita του.

Io non posso stare fermo con le mani nelle mani,
tante cose devo fare prima che venga domani.
E se lei già sta dormendo io non posso riposare,
farò in modo che al risveglio non mi possa più scordare.
Perché questa lunga notte, non sia nera più del nero,
fatti grande dolce luna e riempi il cielo intero.
E perché quel suo sorriso possa ritornare ancora
splendi sole domattina come non hai fatto ancora.

Τραγουδώ χαμηλόφωνα μαζί του, -ομολογουμένως φάλτσα-, και ακούω κάπου-κάπου να με ακολουθεί και η φωνή-σκέψη της Δήμητρας.

Δεν μπορώ να σταθώ ακίνητος χωρίς να κάνω τίποτα,

πρέπει να κάνω ένα σωρό πράγματα πριν έρθει το αύριο.

Και αν εκείνη ήδη κοιμάται, εγώ δεν μπορώ να ξεκουραστώ,

θα κάνω ότι μπορώ σαν ξυπνήσει να μην μπορεί πια να  ξεχάσει.

Για να μην είναι αυτή η μακριά νύχτα πιο μαύρη κι απ το μαύρο,

γίνε τεράστια, γλυκιά μου Σελήνη, και γέμισε τον ουρανό ολόκληρο.

Και για να μπορέσει εκείνο το χαμόγελό της να επιστρέψει ξανά

άστραψε, ήλιε μου, αύριο το πρωί, έτσι όπως δεν έχεις κάνει ακόμη.

Αφήνω την Δήμητρα να τραγουδάει στο μυαλό μου, να τραγουδάει και να χάνεται σιγά-σιγά στις ‘λήθες’ της.

E per poi farle cantare, le canzoni che ha imparato,
Io le costruirò un silenzio che nessuno ha mai sentito,
sveglierò tutti gli amanti, parlerò per ore ed ore,
abbracciamoci più forte, perché lei vuole l’amore.

Και μετά για να την κάνω να τραγουδήσει,

τα τραγούδια που έχει μάθει,

θα φτιάξω μια σιωπή που κανείς δεν έχει ακούσει ποτέ,

θα ξυπνήσω όλους τους εραστές, θα μιλώ για ώρες,

ας αγκαλιαστούμε πιο σφιχτά, γιατί εκείνη θέλει την αγάπη.

Σηκώνω τα χέρια στον αέρα σαν μπαλαρίνα που πετά να πιάσει τον Θεό και συνεχίζω τον  Ύμνο της Αγάπης:

Poi corriamo per le strade e mettiamoci a ballare,
perché lei vuole la gioia, perché lei odia il rancore…

Και μετά ας τρέξουμε στους δρόμους και ας χορέψουμε,

γιατί εκείνη θέλει χαρά, γιατί εκείνη μισεί την δυστυχία…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα (Δήμητρα)

   α. Κυψέλη, 28/01/1997

Χτύπησα το κουδούνι μας, -το έβδομο από κάτω προς τα πάνω της δεξιάς κάθετης σειράς-, και περίμενα να μου ανοίξουν προσπαθώντας να αρπάξω με την γλώσσα τις αραιές νιφάδες χιονιού που έπεφταν χορεύοντας από ψηλά. Είμαι εφτά χρονών κοπελάρα όπως λέει ο μπαμπάς, -η μικρή του κούκλα-, και πηγαίνω στην πρώτη δημοτικού! Μου φαίνεται περίεργο, πριν λίγες μέρες ήμουν έξι και τώρα πρέπει να ξεμάθω το έξι και να λέω εφτά. Η Χριστίνα είναι οκτώ και πηγαίνει στην τρίτη και ο Μανώλης έντεκα και πηγαίνει στην έκτη. Κανείς δεν ανοίγει την πόρτα, μα πόσο χαζή είμαι τελικά; Αφού το Σάββατο που μας πέρασε ο μπαμπάς πήγε πάλι την μαμά στο Έλενα. Πέρασαν κι όλας τέσσερις μέρες που λείπει η μαμά και δεν αντέχω άλλο, την θέλω πίσω, μου λείπει η μαμά μου πολύ.

Άραγε να έχει κλειδιά ο Μανώλης για να μπούμε στο σπίτι; Τι ήθελα κι είπα ψέματα στην δασκάλα μου πως πονούσε η κοιλιά μου; Τι ήθελα κι έλεγα στην διευθύντρια πως με περίμενε ο μπαμπάς στην γωνία να με πάει σπίτι; Έκανα, με πολύ θράσος πως δήθεν τηλεφώνησα στο μαγαζί και έπιασα κανονικά κουβέντα με το μπιπ-μπιπ του τηλεφώνου.

-Μπαμπά, έλα, μπαμπά εσύ;… Πονάει πάλι η κοιλιά μου μπαμπά… Θα ρθεις να με πάρεις μπαμπάκα;… Θα με περιμένεις στην γωνία;… Να πάω να πάρω την τσάντα μου τώρα;… Εντάξει μπαμπάκα, θα το πω στην κυρία διευθύντρια, γεια σου τώρα…

Να χτυπήσω όλα τα κουδούνια; Όλο και κάποιος θα μου ανοίξει αν πω πως είμαι η Δήμητρα. Μπα, θα καθίσω φρόνιμα-φρόνιμα στα σκαλοπάτια της εισόδου και θα περιμένω τα αδέλφια μου ή τον μπαμπά. Ή να καθίσω στα έξω σκαλοπάτια να βλέπω τον κόσμο που περνάει και το χιόνι που πέφτει σαν παχύ μπαμπάκι; Καλά, θα μείνω λίγο έξω και θα χαζεύω κι αν κρυώσω πολύ θα αρχίσω να χτυπώ κουδούνια.

-Δήμητρα, γύρισες κοριτσάκι μου;

Η γιαγιά που μένει απέναντί μας στο 21 βγήκε στο παράθυρο για να μου μιλήσει.

-Ναι κυρία Φωτεινή, τελειώσαμε μια ώρα πιο νωρίς.

Το ψέμα το είχα ‘ψωμοτύρι’ όποτε ήταν να με πιάσουν να έχω κάνει ‘κουτσουκέλα’. Έτσι είναι, ξεκινάς με ένα και για να το καλύψεις θα πεις και δεύτερο και για να καλύψεις τα δυο προηγούμενα θα πεις και τρίτο, πφφφ, ρεζίλι έγινα.

Ακούω το παράθυρο δίπλα από την είσοδο από την δεξιά πλευρά να ανοίγει, και να βγάζει κεφάλι η κυρία Ρωξάνη και να με κοιτά έκπληκτη.

-Μαρζαρίτα, άνοιε την πόρτα στο κοπέι και θα πουντζιάσει το καημένο!

Σωτηρία καμία με την γειτονιά μας, μας έχει ακούσει όλη η Κρέσνας, πρέπει να μπω και να βρω μια δικαιολογία πάλι να πω και στην Ρωξάνη και την ‘Μαρζαρίτα’ την κόρη της. Ακούω το ζζζζζζζζ που κάνει η πόρτα όταν κάποιος πατά το κουδούνι να την ανοίξει, και με βαριά καρδιά μαζεύω τα πράγματά μου στην τσάντα μου και μπαίνω στη πολυκατοικία. Ίσα που είχα βγάλει το μπλοκ ζωγραφικής και είχα προφτάσει να γράψω την ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 1997, ούτε μια γραμμούλα δεν πρόφτασα να τραβήξω με την μπλε ξυλομπογιά που κρατούσα στο χέρι.

Η Μαρζαρίτα, -Μαργαρίτα την λένε αλλά η κυρία Ρωξάνη μιλάει Κρητικά-Ελληνικά και το γ το λέει ζ-, έχει ήδη ανοίξει την πόρτα και με περιμένει. Την ντρέπομαι λιγάκι, πάντα όποτε την βλέπω μου μιλάει -κι αυτή και η αδελφή της η Θεανώ-, αλλά αυτές είναι γριές σχεδόν, δεν έχουμε και τίποτα κοινό να πούμε. Η Μαρζαρίτα πάει στην τρίτη γυμνασίου και η Θεανώ πάει λύκειο, άλλη γενιά αυτές, άλλη εγώ…

-Έλα βρε μικρό μου λέει χαμογελαστά, γιατί δεν χτύπησες να σ’ ανοίξουμε; Σκασιαρχείο ε; Κι εγώ, περίπου δηλαδή, έλειπε η γυμνάστρια και φύγαμε, δεν βαριέσαι μια απουσία είναι!

-Πεινάς Ζήμητρα; Να σου φτιάξω ψωμί με βούτυρο και μέλι; Έεις φάει τίποτα σήμερα, παιδί μου;

-Ναι, πήρα απ το κυλικείο τυρόπιτα. Δεν πεινάω, ευχαριστώ.

Έτσι μας έμαθε η μαμά: «Ακόμα κι αν πεινάτε πολύ, είναι ντροπή να ζητιανεύετε! Ποτέ μα ποτέ να μην καταλάβει κάποιος πως έχουμε ανάγκη, μόνο μεταξύ μας θα το λέμε αν θέλουμε κάτι, εντάξει μωρά μου;»

Η κυρία Ρωξάνη εξαφανίστηκε και την άκουσα να ψιλοτραγουδάει στην κουζίνα. Γύρισε σε πέντε λεπτά κι ενώ εγώ με την Μαρζαρίτα είχαμε ήδη απλώσει τα μπλοκ τα δικά της, και κραγιόνια, και ξυλομπογιές, και μαρκαδόρια και ζωγραφίζαμε αριστουργήματα γελώντας καρκαριστά.

-Πεινάω, δήλωσε η κυρία Ρωξάνη και έφερε μια πιατέλα με ψωμί φουρνισμένο με βούτυρα και μέλια να κατρακυλούν απ τις φέτες και να χύνονται ολούθε.

Άφησε την πιατέλα στην μέση του τραπεζιού και εξαφανίστηκε και πάλι στην κουζίνα για να φέρει έναν δίσκο με τρεις κούπες με καυτό γάλα σοκολάτας. Πήρε την μια φέτα και την μια κούπα και πήγε στο μικρό γραφειάκι της που είχε απλωμένα βιβλία και διάβαζε. Η κυρία Ρωξάνη πρώτα έκανε οικογένεια και μετά σπούδαζε, αλλά αφού εκείνη ήταν ευτυχισμένη εμένα γιατί να με πειράζει;

-Πάρε, με παρότρυνε η Μαρζαρίτα παίρνοντας μια φέτα και δαγκώνοντας την. Είναι αριστούργημα, το μέλι είναι δικό μας, το φέρνουμε απ την Κρήτη!

-Ευχαριστώ δεν πεινάω…

Αν πεινούσα λέει; Το πρωί φύγαμε απ το σπίτι νηστικά και η τυρόπιτα μου έπεσε στην αυλή μετά την πρώτη μπουκιά. Αλλά η μαμά έλεγε πως ποτέ δεν πρέπει να δείχνουμε αδύναμοι στους ξένους.

-Τρώγοντας έρχεται η όρεξη! Έλααα, λίγο, λιγουλάκι έκανε και ήπιε απ το γάλα της το σοκολατούχο. Να, κοίτα θα κάνεις και μουστάκια από σοκολάτα σαν εμένα!  

-Η μαμά μου είπε πως δεν κάνει να τρώμε σε ξένα σπίτια, είναι ντροπή.

-Έχει δίτσιο η μαμά, αλλά εμείς εν είμαστε ξένοι ρε Ζήμητρα! Εμείς είμαστε γειτόνοι τσε φίλοι, ε;

Κι έτσι, αφού και η κυρία Ρωξάνη επέμενε πως δεν είμαστε ξένοι αλλά γειτόνοι και φίλοι τσάκισα τρεις φετάρες με βούτυρα και μέλια και ήπια όλη την κούπα με το γάλα μου το σοκολατούχο. Πολύ μου ερχόταν να ρευτώ αλλά όσο γειτόνοι και φίλοι και να ήμασταν, Κρητικοί ήταν οι άνθρωποι, όχι γύφτοι να ανέχονται το κάθε ‘σκατό’ της πολυκατοικίας να ρεύεται αφού το τάισαν και το πότισαν. 

Κι ύστερα, ύστερα μ’ έπιασε μια ντροπή που εγώ έτρωγα κι έπινα κι ήθελα να ρευτώ ενώ η μαμά ήταν άρρωστη.

Την Παρασκευή που γύρισα απ το σχολείο -πάλι νωρίτερα, πάλι είχα πει ψέματα- ο μπαμπάς ήταν στο σπίτι και μου άνοιξε. Έτρεξα στο δωμάτιό τους να δω την μαμά και ήταν εκεί ξαπλωμένη στο κρεβάτι και κοιτούσε κάπου…

-Μαμάκα, ψιθύρισα και ξάπλωσα δίπλα της, μαμάκα σ’ αγαπώ.

-Μωρουδέλι μου;

-Ναι μαμά, εγώ είμαι! Πως είσαι;

-Μια χαρούλα, λίγο κουρασμένη αγαπουλίνι μου.

Κι ύστερα την άκουσα να ροχαλίζει, η μαμά κοιμόταν συχνά και πολλές ώρες.

-Θέλω την μαμά μου, είπα ξαφνικά εκεί που ζωγραφίζαμε και πάλι. Σούφρωσα τα χείλη μου προσπαθώντας να σταματήσω τα δάκρυα αλλά με πρόδωσε ο εσωτερικός μου πόνος και ξέσπασα σε γοερό κλάμα. Με άρπαξε πρώτη αγκαλιά η Μαρζαρίτα κι ύστερα ήρθε η μαμά της και τυλίχτηκε γύρω μου. Θέλω την μαμά μου, θέλω την μαμά μου, θέλω μια οποιαδήποτε μαμά να με τυλίξει μέσα της και να με παρηγορεί που κλαίω για την δική μου μαμά.

Όταν γύρισαν τ’ αδέλφια μου άκουσα γερή κατσάδα απ τον Μανώλη.

-Έφυγες απ το σχολείο χωρίς να πεις σε κανέναν απ τους δυο πως θα φύγεις! Απαγορεύεται αυτό Δήμητρα, α-πα-γο-ρεύ-ε-ται! Μόλις χτύπησε το κουδούνι η Χριστίνα ήρθε αμέσως στην πόρτα της τάξης να με βρει κι εσύ άφαντη! Και είπες στην διευθύντρια πως θα σε περίμενε ο μπαμπάς στην γωνία να σε πάρει στο μαγαζί. Πήγαμε στο μαγαζί κι είχε τα ρολά κατεβασμένα. Από πότε άρχισες να λες ψέματα, Δήμητρα; Τι θα πουν η μαμά και ο μπαμπάς αν το ανακαλύψουν; Πήγαμε στο σπίτι της Τατιάνας και ούτε εκεί ήσουν!

-Θέλω την μαμά, ούρλιαξα απελπισμένη.

-Κι εμείς την θέλουμε, δεν είναι μόνο δική σου μαμά, με παρηγόρησε η Χριστίνα και με πήρε αγκαλιά. Αλλά τρομάξαμε, είσαι το μωρό μας, εμείς θα σε προσέχουμε πάντα, έτσι είναι, οι μεγαλύτεροι προσέχουν τους μικρότερους…

Η κυρία Ρωξάνη σχεδόν μας κράτησε ομήρους, δεν μας άφησε να φύγουμε αν δεν τρώγαμε κανονικό μεσημεριανό. Ενώ μαγείρευε γύρισε και η μεγάλη της η κόρη η Θεανώ και τηλεφώνησε στον Κώστα και την Κρινιώ που είχαν τρομοκρατηθεί που δεν είχαμε πάει στο σπίτι τους όπως μας είχε πει ο μπαμπάς.

Ανεβήκαμε στο σπίτι μας καλοφαγωμένοι και μισοζαβλακωμένοι έτοιμοι για την μεσημεριανή μας σιέστα…

Ο μπαμπάς ήρθε αργά το απόγευμα στο σπίτι. Το είχε στρώσει πάλι για τα καλά και όταν τον είδα να ανηφορίζει με τα πόδια το τετράγωνό μας έτρεξα στην πόρτα να τον περιμένω. Περίμενα με αγωνία να μας πει πότε θα ερχόταν πάλι πίσω η μαμά. Τέσσερις μέρες ήταν σαν μια αιωνιότητα, τέσσερις μέρες ήταν πολλές για ένα παιδάκι που μόλις είχε κλείσει τα έξι και μπήκε στα εφτά.

Αρπάχτηκα απάνω του με το που μπήκε και πήγαμε έτσι, -εγώ σαν στρείδι πάνω του κολλημένη-, μέχρι την τραπεζαρία που μας περίμεναν ο Μανώλης και η Χριστίνα.

Κάθισε στον μεγάλο καναπέ που παλιά χωρούσαμε όλοι, μπαμπάς, μαμά και τρία παιδιά και χωθήκαμε στην αγκαλιά του.

Μας έσφιξε πάνω του σφιχτά, πολύ σφιχτά, κι εμείς απ την άλλη τον αγκαλιάζαμε και αγκαλιαζόμασταν άλλο τόσο σφιχτά. Αχ, μην το πεις μπαμπά, μην το πεις…

-Η μαμά πέθανε πριν μια ώρα…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ιταλία, ξανά

   β. Padova, Παρασκευή 23/11/1979

  1. i. και τρόμος

-[Δήμητρα; Δήμητρα, ξύπνα… Ακούς την φωνή μου Δήμητρα; Πιάσε την άκρη του ήχου και ταλαντεύσου πάνω του… Σιγά-σιγά, έλα σε νιώθω να σε τραβώ και να ανταποκρίνεσαι, εδώ είμαι, έλα, μην αφήνεσαι, ξύπνα, έχουμε δουλειά να κάνουμε!]

-[Τελικά είναι ωραίο να αφήνεσαι… Άσε με να φύγω…]

-[Είδα αυτό που σκέφτεσαι, για πρώτη φορά ‘είδα’ εγώ την δική σου συνείδηση σαν εν-συναίσθηση!]

-[Εγώ δεν ονειρευόμουν, εγώ απλά υπήρχα αλλά δεν ήμουν… Αχ δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Είμαι σ’ ένα κουκούλι κι άλλες φορές με προστατεύει, άλλες με πνίγει. Μετά είμαι σε ένα είδος βούρκου από φως, περίεργο ε; αλλά είναι βούρκος που με πνίγει. Νομίζω πως πεθαίνω Δάφνη…]

-[Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να πεθάνεις μέσα μου. Δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να πεθάνεις καθόλου!]

-[Στις δεκαέξι Δεκέμβρη του 2030 ένα τέταρτο πριν τις 7 το πρωί, κάνε βίντεο-ολογραμμική κλήση στον Many Fotiou. Θα βρεις τους κώδικές του απ το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα όταν θα πλησιάζει η μέρα.]

-[Και πως το ξέρουμε πως θα απαντήσει σε άγνωστο άτομο; Και πως ξέρουμε πως δεν θα έχει γίνει τέτοια σχάση που να μην είστε ποτέ εκεί που είσαστε τώρα, εννοώ από κει που ήρθες, ουφ καταλαβαίνεις τι εννοώ, ε;]

-[Δεν ξέρουμε, απλά ελπίζουμε… Δάφνη, κουράστηκα πάλι, θα μ’ αφήσεις να ξεκουραστώ λιγάκι;]

-[Όχι, όχι μη κοιμάσαι, όσο φεύγεις απομακρύνεσαι πιο πολύ, πρέπει να βρούμε κάποιον τρόπο να γυρίσεις πίσω!]

Πίσω, πίσω, εκεί που η μαμά δεν υπάρχει πια, αλλά εγώ την βλέπω κάθε βράδυ.

Έρχεται αφού κλείσω τα μάτια, την νιώθω να έρχεται σαν αερικό και να κάθεται στο κρεβάτι μου. Μου χαϊδεύει το μέτωπο και μιλάμε για ώρα πολύ. Της μιλώ για την καθημερινότητα μου που είναι άχρωμη και μελαγχολική.

-Η μαμά της Τατιάνας λέει πως όταν θέλω μπορώ να κοιμάμαι στο σπίτι τους.

-Να πηγαίνεις μωρουδέλι μου, αλλά όχι συχνά, θυμάσαι όλα όσα έχουμε πει; Δεν γινόμαστε ενοχλητικοί, εμείς είμαστε ευγενείς Κυψελιώτες κι όχι γυφτόπουλα, έ; 

Και μ’ έπιαναν τα γέλια στον ύπνο μου, γιατί η μαμά μου έλεγε αστεία που καταλαβαίναμε μόνο οι δυο μας μιας και κανένας άλλος δεν την έβλεπε και κανένας άλλος δεν την άκουγε. Και μετά μ’ έπιαναν ξαφνικά τα κλάματα, κλάματα σπαρακτικά γιατί η μαμά έπρεπε να φύγει μιας κι είχε τελειώσει η άδεια που έπαιρνε απ το Βασίλειο των Ψυχών που ήταν έξω απ το δωμάτιό μου, που ήταν έξω απ το σπίτι μας, που ήταν πέρα απ το άλσος που κάναμε βόλτες, που ήταν πέρα απ τον Ουρανό, που ήταν πέρα απ τ’ αστέρια, που ήταν κάπου εκεί έξω και μακριά και δεν μπορούσε να με πάρει μαζί της…

Με τραβούσε από το μπράτσο κι εγώ ούρλιαζα «όχι, όχι, φοβάμαι». Με τραβούσε με χέρια βρώμικα, χέρια με κάλους, χέρια που μύριζαν, όλος μύριζε άσχημα, μύριζε αλκοόλ, φτηνό αλκοόλ με γλυκάνισο. Με τραβούσε και απ το φως με έσερνε σε σκοτάδια, φοβάμαι, φοβάμαι, άσε με σε φοβάμαι, δεν σ’ αγαπώ καθόλου πια!

-Κοίτα με, όταν σου μιλώ να με κοιτάς!

-Σε φοβάμαι μπαμπά!

Έσκυψε μπροστά μου και με άρπαξε από τα δυο μπράτσα. Θεέ μου πόσος πόνος, με έσφιγγε πάνω σε μελανιές που μου είχε κάνει μερικές μέρες πριν, λες και το έκανε επίτηδες.

-Κοίτα με, όταν σου μιλώ θα με κοιτάς!

-Δεν θέλω σε φοβάμαι, φοβάμαι όταν είσαι έτσι!

-Άσε την αδελφή μου ήσυχη, πάρε τα χέρια σου από πάνω της!

-Μπαμπά άστη την μικρή, θα ρθω εγώ! Πάμε μέσα μπαμπά.

Συνέχισε να με τραβάει στο σκοτάδι κι εγώ να ουρλιάζω, να ουρλιάζω ελπίζοντας πως θα ξυπνούσα.

Απόλυτος Τρόμος. Ο πατέρας μου, ήταν το σκοτάδι, το σκοτάδι, ο απόλυτος τρόμος ήταν ο πατέρας μου…

-Έλα μπαμπάκα, έλα, είναι μικρή ακόμα, εγώ είμαι μεγάλη πια, δες, κοίτα μπαμπάκα, κοίτα πόσο πολύ μοιάζω με την μαμά. Θα φορέσω τα ρούχα και τα κραγιόνια της, έλα, πάμε στο δωμάτιό μας Βασίλη, έλα αγάπη μου…

Με πέταξε στο πάτωμα κι έφτυσε πάνω μου.

-Έτσι κάνουν τα κορίτσια που αγαπούν τον μπαμπά, είπε, κι η φωνή του ακούστηκε συριστική σαν φιδιού. Άχρηστο νιάνιαρο, κλαψιάρικο μουνόπανο!

Άρπαξε την Χριστίνα από το χέρι και την έσπρωξε στο δωμάτιό του μπαμπά και της μαμάς.

-Έλα, τον άκουσα να την προστάζει, νυστάζω απόψε, κάνε τον μπαμπά ευτυχισμένο. Φόρα το κόκκινο φουστάνι, εκείνο το ξώπλατο…

Εκείνο το βράδυ, όπως και πολλά προηγούμενα, την άκουσα να βογγάει και να παρακαλάει στο δωμάτιο του πόνου που κάποτε ήταν το δωμάτιο των γονιών μου. Ευτυχώς εκείνο το βράδυ ο πα-τέρας κοιμήθηκε νωρίς και η Χριστίνα ήρθε στο δωμάτιο του Μανώλη που με έκρυβαν τις τελευταίες βδομάδες. Πήγαμε και οι τρεις στο μπάνιο, -φοβόμασταν να χωριστούμε μην τυχόν ξυπνήσει και πετύχει την Χριστίνα ή εμένα μόνες-, και ο Μανώλης με μια βρεγμένη πετσέτα ξέπλενε τις πληγές  σε όλο το σώμα της και τα βαψίματα στο πρόσωπο.

-Θα τον σκοτώσω, είπε σιγά αλλά αποφασιστικά, την επόμενη φορά που θα προσπαθήσει να το κάνει ξανά σε σένα ή να δοκιμάσει να το κάνει στην Δήμητρα θα τον σκοτώσω.

-Φοβάμαιαιαιαι, κλαψούρισα, φοβάμαι μη λες τέτοια…

-Έκρυψα το τσεκούρι κάτω απ το κρεβάτι μου, την επόμενη φορά δεν θα βγει ζωντανός απ εκείνο τον τάφο!

-Είναι το δωμάτιο του μπαμπά και της μαμάς αντιγύρισα σε μια τελευταία προσπάθεια να τον υπερασπιστώ.

-Η μαμά και ο μπαμπάς πέθαναν, αυτό ποι κοιμάται στο δωμάτιο τους δεν είναι ο μπαμπάς.

Ο Μανώλης άνοιξε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε την πόρτα του μπάνιου και μας φυγάδεψε πρώτες στο δωμάτιά μας. Ξαπλώσαμε κι οι τρεις στο κρεβάτι της Χριστίνας που ήταν στον πάνω όροφο της κουκέτας για να προφτάσουμε να ξεφύγουμε αν έμπαινε ξαφνικά και μας έβρισκε μαζί.

Όμως το ξέραμε πως δεν υπήρχε πια άλλος κίνδυνος γι απόψε. Κοιμόταν, και θα ξυπνούσε αύριο αργά μετά τις δώδεκα, ενώ εμείς θα ήμασταν ήδη στο σχολείο. Κατά τις μια θα ήταν στο μαγαζί και θα ξεκινούσε με Ελληνικό καφέ σκέτο, -πικρό σαν δηλητήριο-, και υποσχέσεις στον εαυτό του πως δεν θα έπινε ξανά. Μέχρι τις δέκα το βράδυ θα ‘το είχε πιεί και θα τον είχε πιεί’. Καθόταν μόνος του σε μια γωνιά στο μαγαζί και κερνούσε τσίπουρα όλους τους πελάτες, ακόμα και τους ανήλικους. Ο κύριος Κώστας κι η γυναίκα του η Κρινιώ προσπαθούσαν να κρατήσουν το μαγαζί με νύχια και με δόντια αλλά ο Βασίλης ο Παράσχος είχε χαθεί, είχε πεθάνει εκείνο το απόγεμα που πέθανε στο Έλενα η γυναίκα του…

-[Αχ Δήμητρα, λυπάμαι, λυπάμαι πολύ, αχ δεν θέλω ούτε να σκεφτώ πόσο υπέφερες, πόσο υποφέρατε όλοι…]

Την είδα μέσα σ’ ένα φωτεινό κουκούλι στο βάθος ενός σκοτεινού τούνελ. Ήταν εκεί, κι αυτό το ‘εκεί’ ήταν ‘συ-στεγασμένο’ εντός μου. Ήταν εκείνη κι αυτό το ‘εκείνη’ ήταν τόσο ανθρώπινο κι απτό όσο κι εγώ. Μου άπλωσε το χέρι κι εγώ της έδωσα το δικό μου και σαν αγγιχτήκαμε όλα έγιναν Ταλαντώσεις και Έκρηξη, και Φως, και Μουσική. Εγώ και η Δήμητρα σε κάποιον Χρόνο, σε κάποιο Σύμπαν, συνυπήρχαμε… Εκείνη εντός μου κι Εγώ εντός της. Πήγα στον καθρέφτη και κοίταξα και καθόλου δεν τρόμαξα που την είδα.

-[Για σαράντα χρονών ‘γρέτζω’ μια χαρά είσαι!]

-[Και που να μ’ έβλεπες πριν λίγους μήνες…]

Μέσα απ τον καθρέφτη, πίσω μου, βλέπω τον Jim  να με πλησιάζει, να μ’ αρπάζει απ την μέση, να με φέρνει μια γύρα σε πολύ -προκαταβολικά- αποτυχημένο ταγκό στυλ Fred Astaire – Ginger Rogers. Σχεδόν σκάζω στο πλακάκι εκεί που με μαεστρία προσπαθεί να με λυγίσει παράλληλα προς το έδαφος φιλώντας τα χείλη μου με πάθος, αλλά ο άνθρωπος είναι μεγάλος ‘μαέστρος’, με σώζει τελευταία στιγμή!

-Σήμερα, στρίψε αριστερά στην Shannon, του λέω αυθόρμητα.

-Και γιατί θα έπρεπε να το κάνω αυτό, μικρή μου όμορφη;

-Γιατί στο ζητάω εγώ;

-Η επιθυμία σου διαταγή μου αγάπη μου!

Με σηκώνει στην αγκαλιά και με καθίζει στην μια απ τις δυο ελεύθερες καρέκλες μπρος απ το τραπέζι που οι άλλοι ήδη παίρνουν πρωινό!

-Σήμερα θα πάμε στο σχολείο παίρνοντας τον δρόμο που ακολουθεί η μαμά, δηλώνει στα παιδιά μας σοβαρός-σοβαρός με μια υποψία γέλιου στο πρόσωπο.

-Yeah, big changes, my life will be spared -πωπώ μεγάλες αλλαγές, θα σωθεί η ζωή μου-, κοροϊδεύει η Eva, χωρίς να έχει καταλάβει πως κάποια στιγμή, σε κάποιο χρονικό σημείο συνέβηκε μια σχάση που όντως της έσωσε ή θα της έσωζε μελλοντικά την ζωή.

Είμαι και πάλι στο φοιτητικό μου διαμέρισμα κοιτώ τον καθρέφτη και βλέπω την Δάφνη, βλέπω εμένα να κλαίω από ευτυχία.

-[Δήμητρα, στο Σύμπαν που είδαμε δεν θα σκοτωθούν, θα στρίψουν αριστερά.]

-[Όχι όμως στο δικό μου, αυτοί δεν είναι ο άνδρας μου και τα παιδιά μου, αυτοί είναι κάποιοι σαν εμάς αλλά όχι εμείς… Εγώ δεν θα τους ξαναδώ ποτέ!]

Η φωνή της σπαράζει μέσα στο μυαλό μου, σπαράζει μέσα στην καρδιά μου, στην Ύπαρξή μου ολάκερη…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα

        γ. Κυψέλη, 31/12/1999

Ξύπνησα πρώτη, πριν χαράξει ο ήλιος και σκούντησα την Χριστίνα που είχε απλώσει τις ατέλειωτες ‘αρίδες’ της στον χώρο μου. Λέγοντας τον χώρο μου εννοούσα τέλος πάντων ότι χώρο μπορούσα να έχω ανάμεσα απ τον τοίχο και την Χριστίνα που μεγάλωνε και ψήλωνε και φορούσε σχεδόν όλα τα ρούχα της μαμάς στο σπίτι κι ας ήταν ακόμα έντεκα στα δώδεκα. Εγώ, το καημένο, πάντα το μικρό θα ήμουν κι ας περπατούσα τα εννιά και θα γινόμουν δέκα σύντομα. Όσο για τον Μανώλη, αυτός ήταν πια ‘γέρος’ δεκατέσσερα χρονών ‘γομάρι’ και δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να χωρέσει στην πάνω κουκέτα μαζί μας, γι’ αυτό εδώ και λίγο καιρό είχε μετακομίσει στην κάτω κουκέτα. Ευτυχώς ο πατέρας μας δεν είχε ενοχλήσει τις τελευταίες εβδομάδες την αδελφή μου και το μόνο που μας πονούσε πολύ ήταν η έλλειψη της μητέρας μας. Σε λιγότερο από ένα μήνα θα έκλειναν δυο χρόνια απ τον θάνατό της και δεν είχαν αλλάξει πολλά πράγματα εκτός απ το ότι είχαμε μεγαλώσει δυο χρόνια και μπορούσαμε να αυτό-εξυπηρετούμαστε προσπαθώντας να μην τραβήξουμε την προσοχή των γειτόνων και πελατών του μαγαζιού.

Οι πρώτοι που προσπάθησαν να μας χωρίσουν ήταν η διευθύντρια του σχολείου και οι δάσκαλοί μας. Ήμασταν όμως τυχεροί γιατί μας το σφύριξε μια συμμαθήτρια του Μανώλη που η μητέρα της ήταν στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων.

-Η μαμά μου μιλούσε με την διευθύντρια και τις άκουσα πως θα ‘ρθουν μια ψυχολόγος και μια κοινωνική λειτουργός να σας δουν και αν δεν περνάτε καλά να σας πάρουν απ το σπίτι σας και να σας δώσουν σε οικογένειες.

-Έτσι στα καλά καθούμενα θα ‘ρθουν να μας δουν;

-Γίνονται πολλές συζητήσεις για τον μπαμπά σας πως πίνει πολύ και ίσως δεν μπορεί να σας περιποιείται όπως πρέπει.

Το βράδυ, κι αφού ο πατέρας μας κοιμήθηκε τύφλα στο μεθύσι στο πάτωμα του σαλονιού, -τότε δεν ένιωθε ακόμα την ανάγκη να τον παρηγορεί η ανήλικη κόρη του για τον χαμό της γυναίκας του-, κάναμε σύσκεψη για να βρούμε τρόπο να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημά μας. Προετοιμάσαμε τις πιθανότερες ερωτήσεις και τις πιο ευκολόπεπτες απαντήσεις, άλλωστε δεν είχαμε να απαντήσουμε σε ερωτήσεις περί βιασμών, έτσι κι αλλιώς τότε θα το θεωρούσαμε τουλάχιστον κακόγουστη σκέψη για να μην πω προσβολή.

Πρέπει να τα πήγαμε πολύ καλά γιατί δεν μας ξαναενόχλησαν για αρκετό καιρό. Έτσι κι αλλιώς οικονομικά δεν υπήρχε εμφανές πρόβλημα. Ο Κώστας και η Κρινιώ κάθε Παρασκευή βράδυ μας παρέδιδαν ταμείο όταν ο πατέρας κοιμόταν στο τραπέζι του στην γωνιά του μαγαζιού. Κρατούσε αρκετά χρήματα για να πληρωθούν πάγια έξοδα και μας έδινε στο χέρι κάποιο καλό ποσό. Σάββατο πρωί πηγαίναμε στο σούπερ μάρκετ και ψωνίζαμε ότι χρειαζόμασταν για την εβδομάδα που μας ερχόταν. Με τα χρήματα που είχαμε στην άκρη, -μιας και μάθαμε μετά από τις πρώτες παταγώδεις αποτυχίες μας να κάνουμε οικονομία-, αγοράζαμε βιβλία και ρούχα και πληρώναμε το φροντιστήριο Αγγλικών που ήταν ένα τετράγωνο πιο κάτω απ το σπίτι μας και το είχε κάποια που έμενε στην ίδια πολυκατοικία μ’ εμάς αλλά στον πρώτο όροφο.

Στην πολυκατοικία μας υπήρχαν συνομήλικοί μας που έμενα στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο, κι όταν αποφασίζαμε να συναντηθούμε και να παίξουμε όλοι μαζί παρέα την ‘πλήρωνε’ πάντα ο νοικάρης του ισογείου που χοροπηδούσαμε σαν ανεξέλεγκτοι άγριοι Ινδιάνοι στην ‘αυλή’ του η μαρίδα της πολυκατοικίας μας κι άλλων τριών!

Η πολυκατοικία μας είχε ένα χώρο κοινόχρηστο που όποιος νοίκιαζε το ισόγειο της πίσω πλευράς το είχε σαν αυλή του, μια αυλή αρκετά ευρύχωρη με τσιμέντο αντί για χώμα όπως ήταν των γύρω πολυκατοικιών. Ο τυχερός-άτυχος συνήθως έβγαζε τραπεζάκι και καρέκλες και έστηνε στις βάσεις του καλοβαμμένου, άσπρου, σαγρέ τοίχου -που συνόρευε με τους κοινόχρηστους των άλλων τεσσάρων πολυκατοικιών που έβλεπαν τον δικό μας-, γλάστρες σαν στρατιωτάκια παραταγμένες με όλων των ειδών τα λουλούδια.

 Οι άλλοι τέσσερις κοινόχρηστοι είχαν χώμα αντί τσιμέντο κι εδώ και χρόνια κάποιοι είχαν φυτέψει πορτοκαλιές και λεμονιές και ψηλά δένδρα και γλάστρες και παρτέρια, και παρ’ όλο που υπήρχαν ψηλοί τοίχοι να οριοθετούν τα σύνορα της κάθε πολυκατοικίας εμείς σαν παιδιά που δεν γνώριζαν από περιουσιολόγια και όρια είχαμε χτίσει ανεμόσκαλες από χοντρή τριχιά που κρέμονταν απ την μια και την άλλη πλευρά του κάθε τοίχου.

Με το που έδειχνε το ρολόι έξι το απόγευμα βγαίναμε στα μπαλκόνια μας και αρχίζαμε τις ‘σιωπηρές διαπραγματεύσεις’, δηλαδή τις μουλωχτές συνεννοήσεις μιας και κανένας ενήλικος δεν άντεχε το τι ακολουθούσε. Με χειρονομίες τα καλόπαιδα της δικής μας πολυκατοικίας, -είχαμε εφεύρει κώδικες που μόνο εμείς γνωρίζαμε να αποκωδικοποιούμε-, επικοινωνούσαμε με τα παιδιά της πολυκατοικίας δίπλα δεξιά, που ήταν οι πιο κοντινοί. Εκείνοι με τα άλλα παιδάκια της πολυκατοικίας δεξιά τους που περνούσαν το μήνυμα στους τελευταίους δεξιά. Εκείνων όμως η πολυκατοικία ήταν αρκετά μακριά απ την δική μας και η επιβεβαίωση των σχεδίων ταξίδευε πλέον αριστερόστροφα. Κι όταν η απόφαση είχε παρθεί ποιος μας κρατούσε! Βρίσκαμε ένα σωρό δικαιολογίες και κατεβαίναμε στους κοινόχρηστους και γινόταν το έλα να δεις από παιδικές φωνές, και γέλια, και παρεξηγήσεις, και ‘φιλιώματα’, και αυθαίρετη καταπάτηση των παιδιών της μιας πολυκατοικίας στον κοινόχρηστο της άλλης με σκοπό το κρυφτό, και το κυνηγητό, κι ένα σωρό άλλα παιχνίδια που εφευρίσκαμε.

Την ιδέα για την πρώτη ανεμόσκαλα την έδωσε ο Ερμής που η μαμά του ήταν Γιαπωνέζα κι εκείνος σχιστομάτης. Όταν πρωτοήρθαν απ την Γερμανία και τον είδαμε στο πάρκο στα Δικαστήρια νομίσαμε πως έχει κάποια αρρώστια αυτός και η μικρότερη αδελφή του που τα μάτια τους ήταν έτσι περίεργα. Περίεργα παιδιά, αλλιώτικα, και πώς να μην είναι με τον τρόπο που είχαν μεγαλώσει χορεύοντας με χάρη σε τρεις γλώσσες, θρησκείες και κουλτούρες. Από Έλληνα πατέρα και Γιαπωνέζα μάνα γεννημένοι και μεγαλώνοντας σε μια Γερμανία που ζούσε την δική της επανάσταση και αναγέννηση. Οι γονείς τους δεν ήταν οικονομικοί μετανάστες αλλά μεταπτυχιακοί και διπλωματικοί φοιτητές που είχαν να κάνουν με την ελίτ των ερευνητών της φιλοσοφίας και του περί Δικαίου Αισθήματος που τα πιτσιρίκια άκουγαν να συζητούν με τον μπαμπά και τη μαμά κάθε που μαζεύονταν στο σπίτι της οικογένειας. Κι έτσι, ο Ερμής και η Άρτεμις ήταν λογικό να είναι ‘αλλιώτικοι’ από όλους εμάς τους υπόλοιπους, αλλά και τόσο σοφοί που να ζουν την πολύ-πολιτισμικότητα στο μεδούλι της ύπαρξής τους από την σύλληψή τους.

Ο Ερμής ήταν ο δημιουργικός, ο αρχηγός σε όλα τα παιχνίδια και τις σκανδαλιές, η Άρτεμις ήταν πάντα σιωπηλή και σκεφτική, αλλά όταν άνοιγε το στόμα της αναρωτιόσουν που στην ευχή κρυβόταν αυτή η δύναμη ψυχής μέσα στο λεπτεπίλεπτο σαν κλωναράκι ψηλό κορμάκι.

-Να χτίσουμε ανεμόσκαλες, πρότεινε ο Ερμής και όλοι την βρήκαμε υπέροχη ιδέα που θα την ζούσαμε στον ύπνο μας αλλά ποτέ δεν θα πραγματοποιήσαμε.

-Ναι αλλά δεν έχουμε χορτόσκοινα, του υπενθύμισε ο Πέτρος που δεν έμενε σε καμιά απ τις πολυκατοικίες εκείνος και η οικογένειά του, αλλά ο παππούς και η γιαγιά του ήταν ιδιοκτήτες ενός διαμερίσματος στον πρώτο όροφο στην δικιά μας. Έτσι κι αλλιώς κάποια ‘δικαιώματα’ να είναι στην ομάδα μας τα είχε, αφού έμενε απέναντι από την δική μας πολυκατοικία, στην γωνία πάνω απ το ψιλικατζίδικο του ‘Μαγκούφη’.

-Ε να αγοράσουμε τότε!

-Χορτόσκοινο; Που να βρούμε ζούγκλα ρε;

-Τριχιά καλέ. Απ του Κοτζαβακάλη, στο δικό μας ισόγειο.

Κι έτσι τρελάναμε τον κύριο Κοτζαβακάλη για κάμποσες μέρες κάνοντας βόλτες στο μαγαζί του και ρωτώντας τον ένα σωρό ερωτήσεις: Πόσων ειδών τριχιές υπάρχουν, ποια είναι η πιο στέρεα σε χιόνια και βροχές, πόσο κάνει το κάθε είδος και τέλος πόσο πρέπει να πληρώσουμε για εκατό μέτρα σαν αρχή; Απηύδησε ο άνθρωπος και μας διαολόστειλε την επόμενη φορά που μας είδε να μπουκάρουμε στο μαγαζί του. Όταν όμως μας είδε καθισμένα μπρος στο μαγαζί του να παλεύουμε με τα πρώτα είκοσι μέτρα που αγοράσαμε και τον ‘κόπτη’, βγήκε και πήρε μέρος στο ταξίδι για την περιπέτεια.

-Θα πάτε στην βιβλιοθήκη και θα ψάξετε σε βιβλία πως φτιάχνεται μια ανεμόσκαλα και τι κόμπους πρέπει να μάθετε να κάνετε. Να έχετε μπόλικη κλωστή μαζί σας για να εξασκηθείτε πολλές φορές. Μετά ελάτε και θα σας δώσω την πιο καλή τριχιά σε τιμή κόστους.

Τρεις μήνες σούρτα-φέρτα στην Εθνική Βιβλιοθήκη μας πήρε το ταξίδι προς την Γνώση, όλη την Άνοιξη του 1998. Πάρε το τρόλεϊ απέναντι απ τα δικαστήρια, χτύπα το εισιτήριο, μην μιλάς σε κανέναν άλλον εκτός απ την παρέα σου και τον οδηγό, κατέβα στην Σταδίου, διέσχισε την Σταδίου, ανέβα τον πεζόδρομο, διέσχισε την Πανεπιστημίου στα  φανάρια, και ανεβοκατέβα πέντε δέκα φορές τα σκαλιά της Βιβλιοθήκης πριν μπεις μέσα. Πόσο όμορφη ήταν η Βιβλιοθήκη, κι απ έξω, αλλά κι από μέσα…

Αρχές καλοκαιριού του ’98 ξεκινήσαμε να χτίζουμε τις ανεμόσκαλές μας για να μπορούμε να περνούμε από τον ‘κόσμο’ της μιας πολυκατοικίας στον ‘κόσμο’ της άλλης. Μέχρι τα μέσα του Ιούνη είχαμε την πρώτη έτοιμη, αυτή που ένωνε τον δικό μας ακάλυπτο μ’ εκείνον δεξιά μας και ‘γκρεμίσαμε’ τον πρώτο τοίχο, εκμηδενίζοντας το πιο ψηλό εμπόδιο επικοινωνίας ανάμεσά μας.

Η ‘κοινωνία’ μας χωριζόταν σε ομάδες ανά πολυκατοικία μόνο κάθε φορά που πηγαίναμε να πούμε τα κάλαντα. Δεν το κάναμε όμως με σκοπό την αντιπαράθεση και τον κομπασμό, απλά έτσι το βρήκαμε από την μαρίδα πριν από μας κι έτσι το αφήσαμε στους επόμενους. Και σήμερα ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, και ετοιμαζόμασταν εδώ και ένα μήνα για να είμαστε έτοιμοι έχοντας μάθει τις συγχορδίες στην κιθάρα ο ένας, στις νότες στην αρμόνικα ο άλλος την δεύτερη φωνή κάποιος τρίτος. Εμείς, τα Παρασχάκια, εδώ και έξι μήνες μαζεύαμε ένα πεντακοσάρικο από δω, ένα από κει για να αγοράσουμε ένα καλής ποιότητας δεκαοκτάνοτο zampoña, -αυλό του Πανός, ζαμ’πόνια-, για την Χριστίνα. Την πρώτη φορά που άκουσε να παίζει μουσική μ’ αυτό το άγνωστο για μας όργανο ένας Περουβιανός μουσικός στην πλατεία Δικαστηρίων, αποφάσισε πως αυτό ήθελε να κάνει στην ζωή της.

-Θέλω να παίζω μουσική, δήλωσε σοβαρά. Θέλω να πάω σε ωδείο. Τελικά το μοναδικό ωδείο που βρήκε δάσκαλο ‘ζαμ’πόνια’ ήταν στο τέρμα της Άνω Κυψέλης και η Χριστίνα άρχισε μαθήματα δυο φορές την εβδομάδα κρυφά απ τον πατέρα μας, χρησιμοποιώντας ένα παλιό όργανο που της χάρισε ο σύλλογος Ελλήνο-Περουβιανών, μέχρι εκεί είχε φτάσει η χάρη μας!

Είχαμε μαζέψει ένα σωρό χρήματα για να αγοράσουμε το καλύτερο δώρο για την αδελφή μας, πως είχαμε καταφέρει να της το κρύβουμε τόσο καιρό ένας Θεός ήξερε… Είχαμε παρακαλέσει τον σύλλογο Ελληνο-Περουβιανών από Οκτώβρη να μας παραγγείλει ένα αυθεντικό ζαμ’πόνια και μόλις μας ειδοποίησαν να περάσουμε από το γραφείο του συλλόγου, -το μοναδικό Περουβιανό εστιατόριο της Αθήνας-, περπατήσαμε χιλιόμετρα απ την Κυψέλη μέχρι το μοναστηράκι.

Αν και σκοπεύαμε να της το δώσουμε την βραδιά των Χριστουγέννων δεν αντέξαμε και της το δώσαμε το ίδιο βράδυ αφού ξεθαρρέψαμε που ο πατέρας μας δεν μας απειλούσε ή δεν βίαζε την αδελφή μου. Έσκισε το κακοκολλημένο χαρτί περιτυλίγματος -που είχα καταστρέψει στον δρόμο του γυρισμού απ το Μοναστηράκινκαι το κόλλησα κακήν-κακώς-, και όταν είδε την φωτογραφία στο κουτί άπλωσε και την χάιδεψε λες και πρώτο-συναντούσε τον μεγάλο έρωτα. Άνοιξε το καφέ σκούρο χειροποίητο κουτί και μέσα του είδε το πιο όμορφο ζαμ’πόνια του κόσμου να αναπαύεται πάνω στην κόκκινη από βελούδο θήκη του.

-Που το βρήκατε; ρώτησε κλαίγοντας με λυγμούς ευτυχίας. Πρέπει να είναι πανάκριβο! Πόσα πληρώσατε; Που τα βρήκατε τόσα χρήματα εσείς;

-Είναι Περουβιανό, αυθεντικό, Περουβιανό, τιτίβισα χαρούμενη και της είπα για όλη την πλεκτάνη που είχαμε στήσει εγώ με τον Μανώλη. Αλλά, τελείωσα, η πλεκτάνη μας δεν ήταν τίποτα μπροστά στην πλεκτάνη τον Ελληνο-Περουβιάνων. Πλήρωσαν εκείνοι για την κατασκευή και την αποστολή από εκεί μέχρι εδώ. Α και ήρθε με διπλωματικό σάκο!

-Και πως θα τους το ξεπληρώσουμε;

-Όχι, δεν θα ξεπληρώσουμε, όχι -ούμε, όχι πληθυντικό, μην χρησιμοποιείς πληθυντικό, δικό σου είναι, εσύ θα ξεπληρώσεις! Και μην προσπαθήσεις να αποφύγεις τις υποχρεώσεις σου γιατί θα μας περιμένει όλος ο σύλλογος με τον Πρέσβη το πρωί της Πρωτοχρονιάς να παίξεις τα Κάλαντα με το ζαμ’πόνια σου.

-Αχ ναι, ναι, ναι, θα είναι η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου! Κι ύστερα αγκαλιαστήκαμε κι οι τρεις στο δωμάτιό μας, το καταφύγιο μας, και κλάψαμε από χαρά μετά από τόσο καιρό. Αλήθεια σας λέω, ο κόσμος κλαίει κι από χαρά…

Ξύπνησα πρώτη, πριν χαράξει ο ήλιος και σκούντησα την Χριστίνα που είχε απλώσει τις ατέλειωτες ‘αρίδες’ της στον χώρο μου.

-Ξύπνα τεμπέλα, ξημέρωσε παραμονή Πρωτοχρονιάς!

Άνοιξε το ένα μάτι και κοίταξε προς το παράθυρο.

-Τι λες ρε χαζό; Πίσσα σκοτάδι έξω… και μου γύρισε πλάτη σκεπάζοντας το κεφάλι της με το μαξιλάρι της.

-Ναι αλλά μέχρι να φτιαχτούμε και να ετοιμαστούμε θα έχει ξημερώσει.

-Σωστά! Κι η γειτονιά ολόκληρη θ’ αναρωτιέται γιατί τα Παρασχάκια δεν βγήκαν να βγάλουν το ψωμί τους!

Άρχισα να χαχανίζω, μου φάνηκε τόσο αστείο έτσι όπως το έκανα εικόνα στο μυαλό μου.

-Ω, γαμώτο, την άκουσα να λέει και να πηδάει βιαστικά απ την κουκέτα τρέχοντας στο μπάνιο. Σίγουρη πως ήταν ένα καινούριο παιχνίδι του ποιος θα πρόφτανε να πάει πρώτος στο μπάνιο έτρεξα ξοπίσω της για να την βρω να βγάζει τα σωθικά της στην τουαλέτα.

-Ε, μα τρως-τρως-τρως τον αγλέορα τους δυο τελευταίους μήνες την μάλωσα τρυφερά, μέχρι και χτες τα χαράματα πήγες πάλι στην κουζίνα. Η κοιλιά σου τούρλωσε μου φαίνεται απ το πολύ φαί.

-Μην το πεις αυτό πουθενά, βόγκηξε, ποτέ και σε κανέναν!

-Και που νομίζεις πως θα το έλεγα;

-Στα παιδιά…

-Ναι σιγά μωρέ, σκασίλα τους μη σε κοιτάξουν για να καταλάβουν αν πάχυνες εσύ ή όχι.

-Φαίνεται;

-Πως πάχυνες;, Χμμμ, μάλλον όχι, με τα φαρδιά που φοράς που να φανεί; Γι αυτό δεν αφήνεις τον Μανώλη να σε πλένει κάθε φορά που σε παίρνει μέσα ‘αυτός’; -είχαμε πάψει εδώ και καιρό να τον αποκαλούμε ‘μπαμπά’, αλλά και το ‘πατέρας’ δεν έβγαινε απ το στόμα μας για να τον περιγράψει.

 Ντυθήκαμε όσο πιο ζεστά μπορούσαμε και βγήκαμε απ τους πρώτους κι ας είχε κρύο, κι ας χιόνιζε απαλό μπαμπάκι. Ήταν λογικό πως ήμασταν η καλύτερη ομάδα κι ας είχε η μια ομάδα απ τις άλλες τον Ερμή και την Άρτεμη που τραγουδούσαν τα κάλαντα και στα Γιαπωνέζικα. Στο ίδιο έργο θεατές, και πέρσι το ίδιο είδαμε στο κάτω-κάτω της γραφής ρε φίλε! Εμείς όμως, τα ‘Παρασχάκια’, το ‘λος τρίος Παράσχος’ είχαμε δυο τρίγωνα παρακαλώ και ένα αυθεντικό, χειροποίητο, σταλμένο κατ’ ευθείαν απ το Περού σε διπλωματικό σάκο ζαμ’πόνια, βεβαίως-βεβαίως!

Είχε φτάσει αργά το μεσημέρι και είχαμε γυρίσει στο μαγαζί και μετράγαμε την είσπραξη σαν πραγματικοί φιλάργυροι σκρουτζ-μακ-ντακ. Φέτος ήταν η τελευταία χρονιά που ο Μανώλης έλεγε τα κάλαντα μαζί μας, «νισάφι, έβγαλα μουστάκι πια», δήλωσε το πρωί. Μετρούσα ακόμα και τις πενταροδεκάρες, το έβρισκα αστείο, όλα τα έβρισκα αστεία σήμερα! Ο Κώστας μας έφερε τα «‘σπέσιαλ συνηθισμένα’ φαγητά για τα πολύ σπέσιαλ παιδιά» και μου χάιδεψε το κεφάλι.

-Τι λέτε παιδιά; Θα ρθείτε απόψε να παίξουμε χαρτιά μαζί με την Κρινιώ;

-Θα είναι κι ο πατέρας μας;

-Ο πατέρας σας δεν είναι καλοδεχούμενος στο σπιτικό μου Μανώλη, έπαψε να είναι φίλος μας, υπάλληλοί του είμαστε κι όποτε θέλει ας μας απολύσει. Θα βρούμε αλλού δουλειά, εδώ μένουμε για σας και το ξέρετε καλά.

Κι ήταν αλήθεια, αν δεν ήταν ο Κώστας κι η Κρινιώ θα μας είχε πάρει εδώ και καιρό η Πρόνοια. Αν στο σχολείο ή στο γυμνάσιο ζητούσαν κηδεμόνα, ζητούσαμε τον Κώστα, την Κρινιώ, ή την Ρωξάνη να μας βγάλουν απ την δύσκολη θέση.

-Μπορούμε να τον διώξουμε απ το σπίτι; Ακούστηκε η φωνή του Μανώλη απόλυτα αποφασισμένη.

-Θα μεθύσει και θα κάνει φασαρία στην πολυκατοικία αν δεν μπορεί να μπει στο διαμέρισμα. Θα σπάσει την πόρτα και εσάς θα σας σπάσει στο ξύλο.

-Δεν θα τον συλλάβει η αστυνομία;

-Για ένα βράδυ, ναι… και μετά; Την επόμενη θα είναι ελεύθερος και θα επιστρέψει στο σπίτι του.

Λες και ένιωσε πως την είχαμε ανάγκη να είναι εκεί μαζί μας η Κρινιώ, έβγαλε την ποδιά της και την απίθωσε στην πλάτη της καρέκλας του ταμείου. Μετά πήγε κι γύρισε την ταμπέλα στην είσοδο σε ‘κλειστόν’ και ήρθε και κάθισε δίπλα απ την Χριστίνα.

-Θέλετε να μιλήσετε σε δικηγόρο, ρώτησε κατ’ ευθείαν τον Μανώλη.

-Ναι, δεν μπορώ να περιμένω άλλα τέσσερα χρόνια για να ενηλικιωθώ. Άλλους συγγενείς δεν έχουμε…

-Έχετε.

Μια λέξη μόνο, κοφτή: «έχετε»!

-Και γιατί δεν έχουμε πάει ποτέ στο ‘χωριό’ μας;

-Γιατί δεν σας θέλουν, δεν θέλουν κανένα σας…

-Μα εμείς δεν τους κάναμε ποτέ κακό, δεν ξέραμε καν πως υπήρχαν! Έχουμε παππούδες και γιαγιάδες; Τίνος γονείς είναι;

-Και των δυό…

-Μήπως μπορούν να πάρουν ‘εκείνον’ και να μείνουμε εμείς οι τρεις στο σπίτι μας;

-Μανώλη, την μέρα που πέθανε η μητέρα σας ήρθε ο πατέρας σας και τους τηλεφώνησε. Άλλη μια φορά το έκανε όταν γεννήθηκες εσύ. «Εσύ και η Άννα έχετε πεθάνει» άκουσα την μητέρα του να του απαντάει. «Το παιδί σας είναι βδέλυγμα και εύχομαι να πεθάνει πριν μάθει πως είναι σπόρος Διαβόλου.»

-Χριστέ μου, αν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να μιλάει έτσι για ένα νεογέννητο! Εσείς τους ξέρετε αυτούς τους ανθρώπους;

-Ναι, είναι γνωστή οικογένεια της Θεσσαλονίκης. Ο παππούς σας είναι χειρούργος και η γιαγιά σας φιλόλογος.

-Και οι άλλοι δυό;

-Δεν υπάρχουν άλλοι δυό, δεν υπήρξαν ποτέ…

Εγώ και η Χριστίνα είχαμε ‘χάσει εδώ και ώρα την μπάλα’. Κάτι τραγικό σίγουρα είχε παιχτεί γιατί ο Μανώλης έχασε το χρώμα του και άρχισε να κλαίει άηχα. Μετά και για ώρα πολλή τον ακούσαμε να ψιθυρίζει ακατάπαυστα…

-Ω Χριστέ μου, ω Χριστέ μου, ω Χριστέ μου…

Μετά σηκώθηκε και άρχισε να περπατά πάνω-κάτω μιλώντας και απαντώντας στον εαυτό του.

Ξανακάθισε και χωρίς να τρέμει η φωνή του καθόλου μίλησε.

-Είναι το πραγματικό μας επίθετο αυτό;

-Όχι, το άλλαξαν κι οι δυο όταν παντρεύτηκαν, είναι πλαστά τα χαρτιά και των δυο τους.

-Εσείς που την ξέρετε την ιστορία;

-Δούλευα στο σουβλατζίδικο απέναντι από την Νομική της Θεσσαλονίκης που σπούδαζε ο Βασίλης, -ο μπαμπάς σας. Είχαμε την ίδια ηλικία, γίναμε φίλοι, κι όταν η μαμά σου έμεινε έγκυος μας είπε πως ο πατέρας ήταν εκείνος. Εμείς μέχρι τότε τους ξέραμε σαν…

-Μην το πεις, μην το πεις ποτέ ξανά. Η μάνα μας πέθανε κι ο πατέρας μας πρέπει να μπει φυλακή.

-Δεν είναι κακός άνθρωπος, πίνει πολύ, δώστε του λίγο χρόνο να συνέλθει και να στηριχτεί στον εαυτό του και πάλι.

-Κώστα, δεν υπάρχει τίποτα καλό στον Βασίλη. Κοιμήθηκε με την ίδια του την αδελφή της έκανε τρία παιδιά, και εδώ και ένα χρόνο την αντικατέστησε με την πρώτη του κόρη! Σπέρμα Διαβόλου, ναι, αυτό είμαστε και οι τρεις μας. Όμως εγώ δεν θα αφήσω τον διάβολο να σκοτώσει τα κορίτσια, σήμερα κι όλας όλο αυτό θα τελειώσει. Εγώ κι οι αδελφές μου απόψε θα ελευθερωθούμε μια για πάντα. Ποιο είναι το πραγματικό μας επίθετο και ποιο είναι το τηλέφωνο τους.

-Μανώλη, έσπασε την σιωπή η Χριστίνα, έχω δυο μήνες καθυστέρηση…

-Κι αυτό θα το φροντίσει να το τακτοποιήσει διακριτικά ο παππούς μας, της απάντησε τρυφερά. Εμείς οι τρεις θα ελευθερωθούμε από όλα τα λάθη και τις αμαρτίες άλλων.

Δέκα λεπτά αργότερα σχημάτισε τον αριθμό του πατρικού των γονιών μας και πάτησε την ανοιχτή ακρόαση. Στο τέταρτο χτύπημα απάντησε η φωνή ενός ηλικιωμένου.

-Καλησπέρα σας, ελπίζω να μην είναι ακατάλληλη η στιγμή γιατί θα χρειαστώ αρκετό από τον χρόνο σας. Μην βιαστείτε να τελειώσετε την επικοινωνία, γιατί μεθαύριο σε όλες τις εφημερίδες πρώτο θέμα θα είναι η ερωτική ιστορία του γιού σας με την κόρη σας και φωτογραφίες των τριών εγγονών σας και, -πιστέψτε με-, και τα τρία είμαστε φωτογενέστατα παιδιά.

Σιωπή, απόλυτη σιωπή, για πολλά δευτερόλεπτα άκρα του τάφου σιωπή, κι ύστερα…

-Δεν είσαι καθόλου καλύτερός τους, τι θέλεις από μας ακριβώς;

-Καλύτερος; Κύριε, παππού μου, είμαι πολύ χειρότερος, απ τον γιό σου και την κόρη σου. Είμαι ο Διάβολος ο ίδιος. Είμαι αυτός που άφησες να γεννηθεί αντί να τους πυροβολήσεις εξ επαφής. Είμαι αυτός που μεγάλωνε αγαπώντας δυο τέρατα. Είμαι το βδέλυγμα όπως εσύ και η γυναίκα σου με αποκαλείς μια φορά στο κάθε τόσο όταν θυμάσαι τι έκαναν ο γιος κι η κόρη σου. Εγώ όμως θα κουβαλάω την λέξη και την έννοιά της μέσα μου για το υπόλοιπο της ζωής μου. Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου, παππού: Χέστηκα ποια είναι η γνώμη σου για μένα, να τρέμεις όμως την δική μου γνώμη για σένα. Και τώρα τι θέλω… Δεν θέλω, απαιτώ!

     Μέχρι απόψε στις δώδεκα θα έχουν έρθει στο σπίτι μας και θα έχουν απομακρύνει τον γιο σου από κοντά μας. Ξέρεις που μένουμε ή θέλεις να σου δώσω την διεύθυνση;

-Ξέρω, διακριτικά πάντα ξέρουμε Μανώλη…

-Παππού, δεν είμαι ο Μανώλης, είμαι ο Διάβολος ο ίδιος για σένα και την γυναίκα σου και όλη την υπόλοιπη οικογένειά σου. Αν ‘διακριτικά’ ήξερες, τότε θα έχεις ακούσει την εντεκάχρονη εγγονή σου να παρακαλάει τον πατέρα της να μην την βιάσει και πάλι για άλλο ένα βράδυ. Άντε τυχερούλη, ετοιμάσου σούρχεται και το δισέγγονο. Ναι, φιλαράκο, η εγγονή σου έχει μέσα της το παιδί του γιού σου, το παιδί του μπαμπά της, το αδελφάκι της, γαμώ την οικογένεια είμαστε παππού!

Απ την άλλη πλευρά της γραμμής ακουγόταν πνιχτά γυναικεία κλάματα που καθόλου δεν φάνηκε να τον γλυκαίνουν και να τον ηρεμούν.

-Ακούω παππού, με ποιον ακριβώς τρόπο θα λύσεις το πρόβλημά μου; Πως θα ξέρω ποιος και τι ώρα θα έρθει να παραλάβει τον γιό σου; Έχεις μισή ώρα χρόνο να μου τηλεφωνήσεις στον αριθμό που φαντάζομαι βλέπεις σε ποιον ανήκει. Σε τριάντα ένα λεπτά ξεκινώ από τις Αθηναϊκές εφημερίδες.

Ακούμπησε το ακουστικό στην συσκευή, και το σήκωσε και πάλι σχηματίζοντας το 131. Χτύπησε την μύτη του μολυβιού στο χαρτί ανυπόμονα και…

-131 τηλεφωνικός κατάλογος Ελλάδος, θέση εφτά, παρακαλώ πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

-Θέλω να μου δώσετε τα τηλέφωνα όλων των Αθηναϊκών εφημερίδων…

Πριν ξεκινήσει να γράφει τους αριθμούς έγραψε στην κορυφή της σελίδας 16:27 μετά ζωγράφισε τρία βελάκια και τέλειωσε γράφοντας 17:00.

Στις πέντε παρά δέκα χτύπησε το τηλέφωνο κι ήταν λες κι έσπασε το φράγμα του ήχου. Απάντησε ο Μανώλης αφού πάτησε πρώτα την ανοιχτή ακρόαση.

-Ακούω.

Δεν υπήρχε ίχνος φόβου ή ενοχής. Ήταν ένας ψυχρός διαπραγματευτής αδιάφορος για τον αντίκτυπο που θα είχε στο θύμα του.

-Το αργότερο μέχρι τις οκτώ θα χτυπήσει το κουδούνι σας κάποιος κύριος Ιωαννίδης. Είναι ο ιδιωτικός ντετέκτιβ που μας δίνει αναφορά τρεις φορές τον χρόνο. Θα είναι με άλλους δυο κυρίους που θα τον βοηθήσουν να απομακρύνει τον Βασίλη. Θα τον οδηγήσουν σε κάποια ιδιωτική κλινική απ την οποία δεν θα βγει ξανά ακόμα και μετά από τον δικό μου θάνατο. Δεν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσετε το πρόβλημα με τον πατέρα σας. Με την Χριστίνα τι θέλετε να κάνουμε;

-Όχι παππούλη, δεν θα ‘κάνουμε’ όλοι μαζί σαν μια οικογένεια. Μετά τις γιορτές θα φροντίσεις να μπει η αδελφή μου σε κάποια κλινική και να τελειώσει το πρόβλημά της. Και τώρα θέλω να μου πεις τι είπες του γιού σου την μέρα που σου τηλεφώνησε να σου πει πως πέθανε η κόρη σου.

-Του είπα πως ο Θεός τιμωρεί τους αμαρτωλούς και πως η κόρη μου ήταν αμαρτωλή.

-Ναι, η κόρη σου ήταν αμαρτωλή και ίσως αν υπάρχει ο δικός σου θεός την τιμώρησε. Όμως εσύ είσαι γιατρός, θα ξέρεις φαντάζομαι πως ο καρκίνος δεν είναι τιμωρία σταλμένη απ τον Θεό αλλά έχει σχέση με αφύσικη κυτταρική ανάπτυξη όπως λέει το βιβλίο βιολογίας που μαθαίνω φέτος. Να σε πληροφορήσω επίσης, παππού, πως η μητέρα μου ήταν μια τρυφερή σύζυγος και η καλύτερη μητέρα που θα μπορούσαμε να έχουμε εγώ και οι αδελφές μου. Εσύ για το υπόλοιπο της ζωής σου θα καίγεσαι και θα υποφέρεις που η κόρη σου έκανε παιδιά με τον γιό σου. Εγώ όμως για το υπόλοιπο της ζωής μου θα σπαράζω που έχασα την μάνα μου που την λατρεύαμε και ήμασταν η ζωή της. Εγώ, γέρο, θα ζήσω χαμογελώντας όταν θα θυμάμαι το πρόσωπό της μάνας μου, ενώ εσύ δεν θα έχεις τίποτα απ την κόρη σου παρά μόνο έγχρωμες φωτογραφίες και ενοχές. Για πες μου, δύστυχε γέρο, ποιος έχει δώσει εδώ και χρόνια την ψυχή του στον διάβολο, εγώ ή εσύ;

Κατέβασε το ακουστικό, ακούμπησε το μέτωπό του στο τραπέζι και ούρλιαξε κλαίγοντας σπαρακτικά:

-Μαμάαα…

BOOKS

 

  1. Κάπου στην Ελλάδα

        δ. Κυψέλη, πριν το τέλος του χρόνου

Ήταν λίγο πριν τις εφτά όταν ακούσαμε το κλειδί στην κλειδαριά και την πόρτα να ανοίγει.

-Χριστίνααα, είσαι εδώ μικρή σουπιά;

Τον περιμέναμε κι οι τρεις στο ‘δωμάτιο των κοριτσιών’, σε μια ώρα το πολύ θα ερχόταν ο Ιωαννίδης και οι φίλοι του. Πριν δέκα λεπτά μας είχε τηλεφωνήσει στο τηλέφωνο του σπιτιού μας ο πατέρας του πατέρα μας. Αν και δεν καταλάβαινα καλά πολλά απ όσα συνέβαιναν, μου δημιουργούσε μια αποστροφή το γεγονός πως όλη μας η ζωή ήταν -εν αγνοία μας- κάτω απ το μικροσκόπιο δυο ανθρώπων που δεν μας αγαπούσαν.

-Ο Ιωαννίδης με τους δύο κυρίους είναι στην Κηφισίας, έχει διαβολεμένη κίνηση σε είκοσι λεπτά, μισή ώρα το πολύ θα είναι εκεί.

-Δεν χρειάζεται να ξανά-τηλεφωνήσεις, εγώ και οι αδελφές μου δεν θέλουμε να μας ενοχλήσετε ξανά. Να κανονίσεις γι την κλινική που σου είπα για την Χριστίνα και τελειώσαμε, έγινα κατανοητός;

Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να περιμένει απάντηση και μας χαμογέλασε προσπαθώντας να μας δώσει κουράγιο.

Η Χριστίνα κάθε τόσο έκανε ασκήσεις στο ζαμ’πόνια της κι όταν σταματούσε το κρατούσε αγκαλιά και το χάιδευε λες και ήταν μωρό.

-Χριστίνααα, τι μου είπαν στην πλατεία, είχες εσύ φλάουτο; Που το βρήκες κορίτσι μου;

Δεν μας βρήκε στην τραπεζαρία ή στο σαλόνι και ήρθε κατ’ ευθείαν στο δωμάτιο των κοριτσιών.

-Εδώ είστε και τα τρία; Πάλι καλά που βρήκατε το σπίτι σας σήμερα. Απ το πρωί τριγυρνάτε και με κάνετε ρεζίλι! Άκου εκεί η μια είχε φλάουτο και η άλλη τρίγωνο και χόρευαν σαν νεραϊδούλες! Δήμητρα, τώρα, στο δωμάτιο του μπαμπά και της μαμάς.

Ζάρωσα πίσω απ την Χριστίνα, όχι, όχι, δεν θέλω να πάω θα μου κάνει κακό αυτός ο άνθρωπος! Έκανα πίσω, πίσω, πίσω, μέχρι που η πλάτη μου άγγιξε το παγωμένο τζάμι της μπαλκονόπορτας που έβγαζε στο πίσω μπαλκόνι.

-Μην αγγίξεις καμιά τους, καμιά απ τις δυό ούρλιαξε ο Μανώλης.

-Έλα καλέ φοβήθηκα, τζιτζιφιόγκο, τι έγινε τις θέλεις και τις δυό δικές σου; Τα κοριτσάκια είναι του μπαμπά, να φτιάξεις χαρέμι δικό σου! Καιρός να έρθει με τον μπαμπά και η μικρή, απόψε θα της μείνει αξέχαστος ο νέος αιώνας!

-Χριστέ μου, είσαι πραγματικά σιχαμένος, πως μπορείς και κάνεις αυτό που κάνεις στην Χριστίνα;

Για μια στιγμή ο πατέρας μας σταμάτησε να προσπαθεί να με αρπάξει. Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε, κι ύστερα μίλησε…

-Κλείνω τα μάτια και δεν είναι πια η Χριστίνα, δεν είναι η Δήμητρα, είναι η Άννα, είναι η Άννα μου. Το κορίτσι μου το όμορφο, η μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Είμαστε, πόσο είμαστε Άννα μου, εσύ δεκατρία κι εγώ δεκαπέντε και μόλις βγήκαμε απ την θάλασσα. Βραδινό μπάνιο το πιο ωραίο, είμαστε μόνοι, παραπατάς και πέφτεις στο σκοτάδι και πέφτω πάνω σου. Αρχίζω να σε χαϊδεύω και γελάς ντροπαλά. Κοιταζόμαστε και ξέρουμε πως εγώ είμαι δικός σου για πάντα κι εσύ δική μου. Σε τραβώ από την μέση και μου χαϊδεύεις την πλάτη. Κι ύστερα το πρώτο μας φιλί.

Άνοιξε τα μάτια απότομα και δεν ήταν μάτια ανθρώπινα, υπήρχε κάτι αλλιώτικο μέσα του.

-Αυτό είναι η απόλυτη αγάπη, μακάρι να την νιώσεις κι εσύ μια μέρα! Η Άννα μου, μου άφησε δυο αντίγραφά της και μ’ αυτά θα ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου. Μια απ τις δυο θα είναι η καινούρια Άννα μου, την άλλη μπορείς να την κρατήσεις εσύ… Όμως απόψε θέλω την Δήμητρα, με κολάζει η αθωότητά της, κοίταξε την.

-Είναι η κόρη σου!

-Ναι, ωχ Θεέ μου ναι! Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με διεγείρει αυτό! Εσένα δεν σε τραβάει καμιά απ τις δυό;

-Είσαι άρρωστος, είσαι σιχαμένος!

Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια κατ ευθείαν κι ήταν τα τελευταία λόγια που του είπε…

-Το ξέρω γιέ μου, το ξέρω και γουστάρω την αρρώστια μου. Νόμιζα πως μόνο με την μάνα σας ένιωθα έτσι αλλά είμαι ευτυχισμένος που νιώθω το ίδιο και για τις κόρες της…

Μετά στράφηκε προς το μέρος μου.

-Δήμητρα, μαζί μου, σφύριξε μέσα απ τα δόντια του.

-Όχι, ούρλιαξα με τρόμο και άνοιξα την μπαλκονόπορτα για να γλυτώσω στο μπαλκόνι.

Βγήκε ξοπίσω μου και πλησίασε να με αρπάξει. Παραλίγο να γλιστρήσω στο χιόνι που είχε παγώσει στα πλακάκια του μπαλκονιού.

-Βασίλη, αγάπη μου…

Η Χριστίνα μας είχε ακολουθήσει και του μιλούσε έτσι όπως της είχε μάθει όλα εκείνα τα βράδια που την βασάνιζε.

-Αγάπη μου χόρεψέ με.

Τρύπωσε στην αγκαλιά του και χάιδεψε την πλάτη του μιλώντας του τρυφερά κι εκείνος έλιωσε, κι έγινε και πάλι ο μπαμπάς μας που χόρευε με την μαμά στο μισοσκόταδο στο μπαλκόνι σιγοτραγουδώντας της κάποιο σκοπό απ τα παλιά.

-Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ αχ πόσο πολύ σ’ αγαπώ τον άκουσα να κλαίει σφίγγοντας την.

-Κι εγώ σε μισώ, σε μισώ για όλα όσα δεν θα ζήσω του απάντησε σιγανά.

Έγειρε το ψηλόλιγνο σώμα της στην κουπαστή του κάγκελου  προς τα έξω και τον έκανε να πατήσει στο χιόνι που ήδη είχε παγώσει και γλιστρούσε κι όταν σιγουρεύτηκε πως είχε χάσει την ισορροπία του τον τράβηξε έχοντάς τον σφιχταγκαλιασμένο έξω απ τα κάγκελα μαζί της.

-Χριστίνααα, ούρλιαξα την στιγμή που χτυπούσε το κουδούνι μας κι έκανα να τρέξω να δω αν είχε χτυπήσει.

-Πρόσεξε, μ’ άρπαξε ο Μανώλης, πρόσεξε μην γλιστρήσεις.

Πρώτα άναψαν τα φώτα της αυλής-κοινόχρηστου χώρου κι ύστερα άνοιξε την μπαλκονόπορτά του ο νοικάρης του πίσω ισογείου.

Το σώμα της Χριστίνας λεπτεπίλεπτο σπασμένο κλαδάκι όμορφο ακόμα και στο θάνατο και δίπλα και σχεδόν πάνω της το σώμα του ανθρώπου που μας γέννησε τρεις ορόφους κάτω έβαφαν βαθύ κόκκινο το παχύ χιόνι…

-Όχι, όχι, όχι, ούρλιαζα, Χριστίνα, όχι η Χριστίνα, Μανώλη, η Χριστίνα μας, Μανώληηη…

-Δάφνη, εφιάλτης, έλα καλό μου εφιάλτης είναι… Σ’ άκουγα ώρα από δίπλα να έχεις άσχημο ύπνο, αλλά όταν άκουσα να κλαις άρπαξα τα κλειδιά και ήρθα.

-Μανώλη η Χριστίνα μας…

-Μωρό μου ο Άτλαντας είμαι, ποιοι είναι ο Μανώλης και η Χριστίνα;

Είμαι μισό-καθισμένη στο κρεβάτι μου και ο Άτλαντας με κρατάει αγκαλιά και με παρηγορεί που κλαίω γιατί η Χριστίνα έσωσε την Δήμητρα αυτοκτονώντας και τραβώντας μαζί της τον πατέρα τους.

Συνεχίζω να κλαίω, αχ, Χριστίνα, Χριστίνα μου λείπεις δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω τον χαμό σου, δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω την θυσία σου.

Συνεχίζω να κλαίω απαρηγόρητη και δεν ξέρω αν είμαι η Δήμητρα που ενήλικη είδε μέσα από την Δάφνη τον θάνατο της αδελφής της ή αν είμαι η Δάφνη που βλέπω μέσα απ τα μάτια της Δήμητρας τις πληγές που δεν επουλώθηκαν ποτέ και ενοχές ανεξομολόγητες.

Συνεχίζω να κλαίω στην αγκαλιά του Άτλαντα και είμαι εκεί που έπρεπε πάντα να είμαι. Δεν ξέρω αν κλαίω γι την Χριστίνα, δεν ξέρω αν κλαίω για την Δήμητρα, ή να κλαίω από ευτυχία που με χαϊδεύει το αγόρι που αγαπώ. Απ την ανοιχτή πόρτα μας κοιτά η Maria. Την βλέπω που φεύγει και  μετά από λίγα λεπτά που επιστρέφει με την τσάντα της και τα κλειδιά του διαμερίσματος του Άτλαντα. Τα αφήνει στην βιβλιοθηκούλα που έχω στην είσοδο και κλείνει απαλά την πόρτα του διαμερίσματός μου που είχε αφήσει ο Άτλαντας ανοιχτή για να προφτάσει να με ξυπνήσει.

Μου χαϊδεύει το πρόσωπο παραμερίζοντας τα μαλλιά μου.

-Πήρες κάτι και έκανες άσχημη αντίδραση; Με ρωτάει χαμηλόφωνα.

-Έχω να πάρω από την τελευταία φορά που ήρθες και με βρήκες χάλια και τα πέταξες όλα…

-Μπράβο καλό κορίτσι, είσαι μεγάλο αστέρι!

-Δεν έχει επιβράβευση τον ρωτώ και ξέρω πως δεν είναι δυνατόν να κάνω κάτι τέτοιο εγώ!

-Τι είδους επιβράβευση; με ρωτάει ανυποψίαστος.

-Κάτι τέτοιο, ψιθυρίζω και τον φιλώ στο στόμα!

-[Γαμώτο Δήμητρα τι κάνεις; Σταμάτα!]

-[Μπα, πριν φύγω θα σας τα φτιάξω!]

Δεν ξέρω αν τελικά τον φιλώ εγώ ή αν εκείνος φιλάει εμένα, ότι και να είναι πάντως είναι υπέροχο. Με ξαπλώνει στο κρεβάτι συνεχίζοντας να με φιλά, αχ με ταξιδεύει, με πεθαίνει. Κι ύστερα αντί να αρχίζει να με γδύνει με σκεπάζει με την καινούρια μου κουβέρτα καλά-καλά μέχρι το σαγόνι.

-Μα τω Θεώ ελπίζω να μην θυμάσαι τίποτα το πρωί κι νιώσεις άβολα, αλλά αυτό χίλια τα εκατό στερητικό σύνδρομο στο έκανε.

Και με παρατάει σύξυλη! Την έπεσα στον Άτλαντα και έφαγα χυλόπιτα! Βλέπω το μέλλον μου: εγώ με σεμεδάκι στρογγυλό να κάθομαι στο ράφι και να αναπολώ σαν γεροντοκόρη εκείνο το ένα και μοναδικό φιλί το κλεμμένο τον προηγούμενο αιώνα.

«Άτλαντα, μην φεύγεις, σε θέλω», φωνάζω απελπισμένα με μια απίστευτη αγωνία την φωνή ενώ τον ακούω να μασουλάει ένα από τα τελευταία κρουασάν μου.

-Κι εγώ άλλο τόσο, θεατρίνα, μου απαντάει. Τι θα γίνει τώρα με μας τους δυό;

-Τι θέλεις να γίνει; τον ρωτάω όλο λαχτάρα.

-Ή θα ρθεις εσύ στο σπίτι μου και θα κοιμάσαι στο κρεβάτι μου όση ώρα διαβάζω…

-Και  μετά;

-Μετά θα κοιμηθώ στο κρεβάτι της κουζίνας ρε Δάφνη, γι αυτό δεν έχουμε δυο; Ή αλλιώς θα φέρω τα βιβλία μου και θα διαβάζω στην κουζίνα σου όσο κοιμάσαι. Και μετά θα κοιμηθώ πάλι στο κρεβάτι της δικής σου κουζίνας. Το πιάσιμο δεν το γλυτώνω είτε έτσι, είτε αλλιώς.

-Έλα να κοιμηθούμε μαζί…

-Χριστέ μου τι αμαρτίες πληρώνω απόψε! Δάφνη, όταν παίρνεις ουσίες ξεφεύγεις τελείως, είναι επικίνδυνο.

Τόση χυλόπιτα; Μα τόση χυλόπιτα πια; Χόρτασα γι απόψε. Γυρνώ προς τον τοίχο σαν κακομαθημένο παιδί και:

-Καληνύχτα Άτλαντα, ευχαριστώ που ήρθες και με ηρέμησες.

-Καληνύχτα διαόλι, σφύρα μου κι έτρεξα!

Τον ακούω που κλείνει πίσω του την πόρτα μου κι αναρωτιέμαι αν θα τολμήσω ποτέ να του δείξω πως δεν είναι πλακίτσες μεταξύ φίλων, αλλά πως τον αγαπάω με όλη μου την ψυχή και το σώμα…

BOOKS

 

 

 

Advertisements